Στρατευομένη και Θριαμβεύουσα Εκκλησία. Τι ακριβώς είναι, υπάρχει διαφορά, τι λέει η γραπτή μας παράδοση;

Επειδή πάρα πολλά έχουν λεχθεί για αυτό το θέμα και επειδή δύσκολα δεχόμαστε την διάκριση και τον διαχωρισμό της Εκκλησίας μας, υιοθετούμε την τεκμηριωμένη απάντηση του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου:

Συνήθως λέγεται ότι μέσα στην λατρεία της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως στην θεία Λειτουργία γίνεται ένωση και κοινωνία μεταξύ της στρατευομένης και της θριαμβευούσης Εκκλησίας. Χρειάζεται μια επεξήγηση αυτού του γεγονότος, για να δούμε αν ευσταθή από θεολογικής προοπτικής αυτή η έκφραση.
Ο όρος στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία προέρχεται από τα πρόσφατα δογματικά εγχειρίδια χωρίς όμως να αναφέρονται πατερικά χωρία στα οποία φαίνεται ότι οι Πατέρες σαφώς ομιλούν για στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Με τους όρους αυτούς (στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία) χαρακτηρίζονται οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι άγιοι, η “αόρατη πλευρά της Εκκλησίας”, η οποία εξαρτάται «εκ της εν ουρανώ αοράτου Κεφαλής αυτής και εμψυχουμένη υπό του αοράτου Αγίου Πνεύματος» και η λεγομένη «καθαρώς ορατή πλευρά» της Εκκλησίας.
Καίτοι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ αγγέλων και ανθρώπων, κεκοιμημένων αγίων και ζώντων και οι μεν άγιοι πρεσβεύουν υπέρ των ζώντων και οι ζώντες προσεύχονται στους αγίους και τους αγγέλους, εν τούτοις η ορολογία στρατευομένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία όζει σχολαστικισμού.
Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι μέσα στην θεία Λειτουργία γίνεται μια κοινωνία Θεού και ανθρώπων, αγγέλων και ανθρώπων, ζώντων και κεκοιμημένων, κλπ. Αλλά η φράση κοινωνία στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας είναι προβληματική από θεολογικής πλευράς, διότι η Εκκλησία είναι μία και αδιαίρετη, μία είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, ο Χριστός, και όλοι, ζώντες και κεκοιμημένοι, είναι ενεργεία και δυνάμει μέλη Του. Επομένως, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια στρατευομένη και για μια θριαμβεύουσα Εκκλησία, όπως δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια ποιμαίνουσα και μια ποιμαινομένη Εκκλησία, για μια διδάσκουσα και μια διδασκομένη Εκκλησία, για μια θεολογούσα και μια διοικούσα Εκκλησία.
Συνήθως λέγεται ότι στην στρατευομένη Εκκλησία ανήκουν όλοι οι ζώντες και αγωνιζόμενοι εναντίον της αμαρτίας και του διαβόλου, προκειμένου να εισέλθουν στην Βασιλεία του Θεού μετά τον θάνατο και κυρίως μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Και στην θριαμβεύουσα Εκκλησία ανήκουν οι άγιοι που έφυγαν από τον κόσμο αυτό και υπάρχει βεβαιότητα από διάφορα τεκμήρια ότι δικαιώθηκαν και ήδη προγεύονται της Βασιλείας του Θεού που θα δοθή μετά την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.
Πρέπει δε εδώ να σημειωθή ότι, η διάκριση μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας με αυτό το περιεχόμενο που διέγραψα προηγουμένως, είναι πρόσφατη. Στην Αγία Γραφή δεν υπάρχει πουθενά αυτή η διάκριση, δηλαδή δεν γίνεται λόγος για στρατευομένη Εκκλησία που αγωνίζεται επί της γης και για θριαμβεύουσα Εκκλησία που βρίσκεται στους ουρανούς.
Βεβαίως, μέσα στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου γίνεται λόγος για “στρατεία”, που προέρχεται από την εικόνα των στρατευμάτων της εποχής εκείνης. Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει στον Απόστολο Τιμόθεο: «ίνα στρατεύη εν αυταίς την καλήν στρατείαν, έχων πίστιν και αγαθήν συνείδησιν…» (Α´ Τιμ. α´, 18-19). Στους Χριστιανούς της Κορίνθου παραγγέλλει: «τά όπλα της στρατείας ημών ου σαρκικά, αλλά δυνατά τω Θεώ προς καθαίρεσιν οχυρωμάτων» (Β´ Κορ. ι´, 4).
Εξ άλλου η λέξη θρίαμβος δεν υπάρχει στην Καινή Διαθήκη ως ουσιαστικό, αλλά υπάρχει το ρήμα θριαμβεύειν και αναφέρεται κυρίως στον θρίαμβο που επετέλεσε ο Χριστός επάνω στον διάβολο, την αμαρτία και τον θάνατο. Και ο όρος αυτός είναι Παύλειος. Αναφερόμενος ο Απόστολος Παύλος στην νίκη του Χριστού επάνω στον Σταυρό γράφει: «απεκδυσάμενος τας αρχάς και τας εξουσίας εδειγμάτισεν εν παρρησία, θριαμβεύσας αυτούς εν αυτώ» (Κολ. β´, 15). Και αναφερόμενος στην βίωση του θριάμβου αυτού του Χριστού και από εκείνους που συνδέονται μαζί Του, αναφωνεί: «Τω δε Θεώ χάρις τω πάντοτε θριαμβεύοντι ημάς εν τω Χριστώ και την οσμήν της γνώσεως αυτού φανερούντι δι’ ημών εν παντί τόπω» (Β´ Κορ. β´, 14).
Το εκπληκτικό, όπως φαίνεται και από το προηγούμενο χωρίο, είναι ότι, ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί την εικόνα της στρατείας, αλλά ταυτοχρόνως ομιλεί και για βίωση του θριάμβου του Χριστού από τους Χριστιανούς, όσο ακόμη ζούν. Και σε άλλα σημεία των Επιστολών του ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στο ότι, από την ζωή αυτή έζησε τον θρίαμβο του Χριστού, την νίκη του Χριστού πάνω στον θάνατο, την αμαρτία και τον διάβολο, και αισθάνθηκε τον δοξασμό στην ύπαρξή του.
Ο όρος δοξασμός, που δηλώνει την συμμετοχή των πιστών στον θρίαμβο του Χριστού, χρησιμοποιείται σε πολλά χωρία. Για παράδειγμα γράφει ο Απόστολος Παύλος: «καί είτε πάσχει έν μέλος, συμπάσχει πάντα τα μέλη, είτε δοξάζεται έν μέλος, συγχαίρει πάντα τα μέλη» (Α´ Κορ. ιβ´, 26). Γι’ αυτό και συνιστά στους Χριστιανούς: «δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, άτινά εστι του Θεού» (Α´ Κορ. στ´, 20). Αν κανείς μελετήση και άλλα χωρία του Αποστόλου Παύλου, στα οποία φαίνεται ότι βίωσε τον δοξασμό, ότι ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού και εισήλθε στον Παράδεισο, τότε θα διαπιστώση ότι ο Απόστολος Παύλος δεν κατατάσσει τους Χριστιανούς που ζούν, στην λεγομένη στρατευομένη Εκκλησία, και τους αγίους που εκοιμήθησαν στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία. Η όραση του Θεού, καίτοι έχει διαφόρους βαθμούς, είναι ενιαία.
Χαρακτηριστικό είναι το χωρίο: «βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον· άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» (Α´ Κορ. ιγ´, 12). Αυτό το «επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην» δείχνει ότι, η συμμετοχή του ανθρώπου στον θρίαμβο του Χριστού αρχίζει από την ζωή αυτή. Οπότε δεν υφίσταται διαλεκτικός χωρισμός μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας.
[…]
Φαίνεται καθαρά από τα κείμενα των φορέων της αποκαλύψεως, των θεουμένων, ότι δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ στρατευομένης και θριαμβευούσης Εκκλησίας από απόψεως χρόνου, ότι δηλαδή, η λεγομένη στρατευομένη Εκκλησία συνδέεται με τους Χριστιανούς που ζουν πριν τον θάνατό τους, και η λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία είναι εκείνη στην οποία εισέρχονται οι άγιοι μετά τον βιολογικό θάνατό τους. Η αποδοχή μιας τέτοιας διακρίσεως, σύμφωνα με την οποία η ψυχή ενός αγίου εισέρχεται στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία, ενώ το σώμα που βρίσκεται θαμμένο στην γη και δεν συμμετέχει στην λεγομένη θριαμβεύουσα Εκκλησία, στην πραγματικότητα υιοθετεί την πλατωνική διάκριση μεταξύ φύσει αθανάτου ψυχής και φύσει θνητού σώματος.
Το γεγονός είναι ότι, όσοι βιώνουν κατά διαφόρους βαθμούς την θέωση από την ζωή αυτήν, συμμετέχουν στον θρίαμβο του Χριστού εναντίον του θανάτου, της αμαρτίας και του διαβόλου, τον οποίο θρίαμβο θα ζήσουν σε μια πληρότητα μετά την ανάσταση των σωμάτων τους. Μέσα στην θεία Λειτουργία ζη κανείς αυτόν τον θρίαμβο και πολλές φορές η λατρεία και ιδίως η θεία Λειτουργία, γίνεται ένα παράθυρο για μέθεξη μεγαλύτερης δόξας. Γι’ αυτό ο αείμνηστος π. Πορφύριος, ένας εξαγιασμένος σύγχρονος ιερομόναχος, έκανε πολλές φορές λόγο για την άκτιστη Εκκλησία στην οποία ζουν οι άγιοι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: