Χριστιανισμός και Ουτοπία

Γεωργίου Μαντζαρίδου, Κοινωνιολογία του Χριστιανισμού,
εκδ. Πουρνάρα, Δ΄εκδ. Θεσσαλονίκη 1999, σ. 139-148

Η λέξη ουτοπία, που είναι σύνθετη από τις λέξεις ου και τόπος, αν και δεν είναι γραμματικώς σωστή (η σωστή λέξη είναι ατοπία), επικράτησε και χρησιμοποιείται διεθνώς μετά την έκδοση του πολύκροτου βιβλίου του Thomas More, Utopia(1). O υτοπία σημαίνει τον τόπο ή καλύτερα την χώρα που δεν υπάρχει πουθενά.

Ως ουτοπία στην περιοχή της Κοινωνιολογίας χαρακτηρίζεται κάποιο όραμα για το μέλλον, κάποιο κοινωνικό σύστημα, που δεν ανταποκρίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα. Κάτι παραπλήσιο είναι και η ιδεολογία. Ενώ όμως, η ουτοπία προβάλλει νέους παράγοντες για να ανατρέψει την υπάρχουσα πραγματικότητα ολικά ή μερικά, η ιδεολογία επιδιώκει να αποκαταστήσει ή να αναμορφώσει την πραγματικότητα αυτήν με τους παράγοντες που ήδη υπάρχουν (2). Γίνεται λοιπόν φανερό ότι η ουτοπία επιχειρεί να αλλάξει την πραγματικότητα με κάποιο άπιαστο όραμα, ενώ η ιδεολογία προσπαθεί να την διορθώσει με λογικές ιδέες κι μεθοδεύσεις.

Τυπολογικά οι ουτοπίες μπορούν να διακριθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες· στις θρησκευτικές και τις κοσμικές. Σε τελική όμως ανάλυση και οι κοσμικές ουτοπίες έχουν κάποιο θρησκευτικό χαρακτήρα, γιατί και αυτές στηρίζονται σε κάποια μορφή υπερβάσεως και περιέχουν θρησκευτικά στοιχεία. ’λλωστε κάθε ουτοπία έχει ως αιτία τη μη ικανοποίηση από την άμεση εμπειρία της καθημερινής ζωής και την αναζήτηση της πληρότητας πέρα από αυτήν. Κι ενώ ως την εποχή της Αναγεννήσεως η αναζήτηση της πληρότητας γινόταν κυρίως με θρησκευτική υπέρβαση και αναφορά στην δύναμη του Θεού, από την εποχή αυτήν άρχισε να γίνεται κυρίως με ενδοκόσμια υπέρβαση και με αναφορά στον ίδιο τον άνθρωπο.

Η ουτοπική πολιτεία, προς την οποία άρχισε να στρέφεται ο άνθρωπος, δεν είναι τόσο η πολιτεία κάποιου άλλου κόσμου πέρα από την αισθητή αμεσότητα, όσο κάποια μελλοντική κοινωνία ισότητας, ειρήνης, δικαιοσύνης και ευημερίας, μέσα στην προοπτική της ιστορικής αμεσότητας, που αναμένεται χωρίς την επέμβαση του Θεού. Στην προοπτική αυτή τοποθετούνται οι σοσιαλιστικές ουτοπίες των αρχών του περασμένου αιώνα, όπως και η κομμουνιστική ουτοπία του αιώνα μας. Το κέντρο βάρους των ουτοπιών αυτών δεν πέφτει στην φυγή από τον τόπο, αλλά στην φυγή από τον χρόνο και τις διαψεύσεις του. Γι αυτό θα ήταν σωστότερο να μην ονομάζονται ουτοπίες αλλά αχρονίες ή – για να επαναλάβουμε το γραμματικό λάθος του Thomas More- ουχρονίες. Η αδιάρρηκτη όμως σχέση μεταξύ χώρου και χρόνου συνεπάγεται και ανάλογη σχέση μεταξύ ουτοπίας και ουχρονίας. Όταν υπάρχει η μία, υπάρχει μαζί της και η άλλη. Ανάλογα όμως με τον παράγοντα που διατηρεί το κέντρο’άρους, κυριαρχεί η μία ή η άλλη. Το ουσιώδες και στις δύο περιπτώσεις είναι η διάθεση για την υπέρβαση των αρνητικών δεδομένων της άμεσης εμπειρίας και η αναζήτηση της πληρότητας πέρα από αυτήν.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφοντας την πολιτεία που παρουσίασαν στα κείμενά τους οι ιεροί Ευαγγελιστές και αντιδιαστέλλοντάς την από τις πολιτείες που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, και ειδικότερα ο Πλάτων και ο Ζήνων, γράφει τα εξής: «Καί γάρ πολιτείαν ἔγραψαν ἡμῖν οἱ ἀλιεῖς, οὐκ ἀπό παίδων κελεύσαντες λαμβάνεσθαι, καθάπερ ἐκεῖνοι, οὐδέ τόσων καί τόσων ἐτῶν νομοθετοῦντες εἶναι τόν ἐνάρετον · ἀλλ ‘ ἁπλῶς πάσῃ διαλεγόμενοι ἡλικίᾳ. Ἐκεῖνα μέν γάρ, παίδων παίγνια · ταῦτα δε, πραγμάτων ἀλήθεια. Καί τόπον δέ ἀπέδωκαν τῇ πολιτείᾳ ταύτῃ τόν οὐρανόν, καί τεχνήτην αὐτῆς τόν Θεόν εἰσήγαγον, καί νομοθέτην τῶν ἐκεῖ κειμένων νόμων· ὥσπερ οὖν καί ἐχρῆν. Τά δέ ἔπαθλα τῆς πολιτείας…ζωή τέλος οὔκ ἔχουσα, καί τό Θεοῦ γενέσθαι παῖδας, καί τό μετ ‘ ἀγγέλων χορεύειν, καί τῷ θρόνῳ παρεστάναι τῷ βασιλικῷ, καί διηνηκῶς εἶναι μετά Χριστοῦ. Δημαγωγοί δε τῆς πολιτείας ταύτης τελῶναι καί ἀλιεῖς καί σκηνοποιοί, οὐκ ἐν χρόνῳ ζήσαντες ὀλίγῳ, ἀλλά διά παντός ζῶντες. Διά τοῦτο καί μετά τήν τελευτήν τούς πολιτευομένους τά μέγιστα ὀνῆσαι δύναιντ ‘ ἄν. Ταύτῃ τῇ πολιτείᾳ πόλεμος οὐ πρός ἀνθρώπους, ἀλλά πρός δαίμονας καί τάς ἀσωμάτους δυνάμεις ἐκείνας ἐστί. Διό καί στρατηγός αὐτοῖς οὐκ ἀνθρώπων οὐδέ ἀγγέλων οὐδείς, ἀλλ ‘ αὐτός ὁ Θεός. Καί τά ὅπλα δε τῶν στρατιῶν τούτων μιμεῖται τοῦ πολέμου τήν φύσιν · οὐ γάρ ἀπό δέρματος και σιδήρου κατασκευασμένα ἐισίν, ἀλλ’ ἐξ ἀληθείας καί δικαιοσύνης καί πίστεως καί φιλοσοφίας ἁπάσης» (3).

Αξιοσημείωτο στο κείμενο αυτό είναι ότι οι πολιτείες των Ελλήνων φιλοσόφων χαρακτηρίζονται ως «παίγνια». Και πράγματι, η ουτοπική πολιτεία που παρουσίασε ο Πλάτων, όπως και κάθε ουτοπία γενικότερα, αποτελεί ένα είδος παιχνιδιού. Το μόνο που θα μπορούσε να προστεθεί είναι ότι εδώ δεν πρόκειται για παιδικό, αλλά για ώριμο διανοητικό παιχνίδι, που παρουσιάζει κάποια από τις ιδεατές μορφές που θα μπορούσε να προσλάβει η κοινωνική ζωή (4). Αυτό σημαίνει ότι η ουτοπία συνδέεται με την ιστορία. Και όπως εύστοχα τονίστηκε, η ιστορία δημιουργεί ουτοπίες και οι ουτοπίες δημιουργούν ιστορία (5). Έτσι η ουτοπία είναι η μητέρα του σοσιαλισμού, γιατί στην δύναμή της στήριξε ο σοσιαλισμός την εξουσία του πάνω στη μάζα (6).

Η ουτοπία ως θεωρητική σύλληψη αντιστοιχεί συνήθως σε κάποια πρακτική ουτοπία, που είτε προηγείται είτε τρέφεται από αυτήν (7). Γενικά όμως η ουτοπία, όπως φανερώνει άλλωστε και το όνομά της, δεν προβάλλεται για άμεση τουλάχιστο εφαρμογή ούτε εκφράζει πιστά κάποια δεδομένη κατάσταση. Έτσι π. χ. ο Πλάτων περιγράφοντας την ουτοπική πολιτεία του δεν παρουσιάζει καμμιά δεδομένη κατάσταση ούτε περίμενε την άμεση πραγματοποίησή της (8). Το ίδιο σχεδόν ισχύει και για τους ουτοπιστές που εμφανίστηκαν αργότερα. Χαρακτηριστικά μάλιστα ο Thomas More αφήνει στην Ουτοπία του να διαφανεί ότι δεν πιστεύει πως θα την δει κάποτε να εφαρμόζεται (9).

Ακόμα στο κείμενο του ιερού Χρυσοστόμου που παραθέσαμε, ως πραγματικός «τόπος» της χριστιανικής κοινωνίας παρουσιάζεται ο ουρανός. Και επειδή αυτό αποτελεί βασική θέση του Χριστιανισμού, μπορούμε κάλλιστα να μιλούμε για χριστιανική «ουτοπία» ή για «ουτοπία» του Χριστιανισμού, και να την εννοούμε με την ετυμολογική σημασία της λέξεως, δηλαδή ως μορφή ζωής ασυμβίβαστη με την αμεσότητα όχι μόνο της καθημερινής ζωής, αλλά και γενικότερα του αισθητού κόσμου. Σε αντίθεση με τα ουτοπικά συστήματα, που αναζητούν την ιδανική κοινωνία στην αμεσότητα του αισθητού κόσμου, ο Χριστιανισμός τοποθετεί την πλήρη και ιδανική μορφή κοινωνίας στη βασιλεία του Θεού.

Η τοποθέτηση της ιδανικής πολιτείας στη βασιλεία του Θεού έχει δύο βασικές συνέπειες: α) Προσφέρει στους ανθρώπους σημείο στήριξης και ενότητας πέρα από τον χώρο της αμεσότητας, και β) δίνει ευρύτατα όρια ελευθερίας στο πρόσωπο και την κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως η τοποθέτηση αυτή περικλείει και τον κίνδυνο να ευνοήσει κάποιο πνεύμα αδιαφορίας για τον κόσμο. Αυτό επικαλούνται και τα νεώτερα κοινωνικά συστήματα που απορρίπτουν την εσχατολογική προσδοκία και ζητούν να εγκαθιδρύσουν την ιδανική κοινωνία μέσα στην ιστορία. Ήδη όμως με την προσπάθεια αυτή δημιουργείται κάποια υπέρβαση στο επίπεδο της εγκοσμιότητας, που μεταθέτει το ιδεώδες από το επέκεινα του υπερβατικού χώρου στο επέκεινα του ιστορικού μέλλοντος. Και αυτό όμως δεν παύει να είναι υπερβατικό σε σχέση με τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή τη συγκεκριμένη κοινωνία. Με τον τρόπο αυτόν η κοινωνική ουτοπία διατηρεί κρυφά ή φανερά μια θρησκευτική διάσταση, όπου εκτονώνεται ο ανικανοποίητος κοινωνικός πόθος των οραματιστών της. Και όταν η αναζήτηση της ουτοπίας δεν είναι φανερά θρησκευτική αλλά κοσμική, ότ6αν δηλαδή δεν αναμένεται ως καρπός επεμβάσεως του Θεού, αλλά ως έργο του ανθρώπου ή ως τελική κατάσταση κάποιας εγκόσμιας διαδικασίας, είναι φυσικό να επιδιώκεται η επίσπευση της πραγματοποιήσεώς της από τους οπαδούς της ή και να επιχειρείται η χρησιμοποίηση αρχών και μεθόδων, που συχνά δεν συμβιβάζονται με το πνεύμα της ουτοπίας ή ακόμη και οδηγούν στην εμπειρική διάψευσή τους.

Η ουτοπία είναι ουσιαστικά άρνηση του τόπου, δηλαδή του συγκεκριμένου εμπειρικού χώρου, που αποτελεί σε τελευταία ανάλυση και την περιοχή της κυριαρχίας του θανάτου (10). Η προσπάθεια για βίαιη πραγματοποίηση της ουτοπίας οδηγεί ή στον αφανισμό της ή στην θυσία του ανθρώπου στο βωμό του ουτοπικού οραματισμού. Τοι ίδιο ισχύει και για τις ουτοπίες που έχουν ως κύριο γνώρισμα τη φυγή από το χρόνο.

Η χριστιανική «ουτοπία» προβάλλει ως τόπο για την προπαρασκευή και την προκαταρκτική φανέρωσή της την Εκκλησία. Μέσα σε αυτήν προετοιμάζεται ο άνθρωπος για την μέλλουσα ζωή. Και αυτή αποτελεί τον πνευματικό χώρο, όπου φανερώνεται ως ένα βαθμό η αλήθεια της βασιλείας του Θεού. Παράλληλα η χριστιανική «ουτοπία» βλέπει τον χρόνο ως «καιρό», δηλαδή ως ευκαιρία για την προετοιμασία και την προκαταρκτική βίωσή της. Τα δεδομένα αυτά είναι φυσικό να προκαλούν στην ζωή των πιστών οραματισμούς, που διαφέρουν ριζικά από τους κοσμικούς και με την έννοια αυτή ουτοπικούς. Οι οραματισμοί αυτοί οδηγούν στην εμφάνιση ουτοπικών εκδηλώσεων ή στη δημιουργία ουτοπικών θεσμών. Εδώ το ουτοπικό στοιχείο δεν έχει πια την έννοια του απραγματοποίητου, αφού παρουσιάζεται ως ιστορικό γεγονός, αλλά του ασυμβίβαστου με την καθημερινότητα ή αυτού που δεν μπορεί να διαιωνιστεί ή να γενικευτεί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ουτοπικής εκδηλώσεως που δεν διαιωνίζεται, είναι η κοινοκτημοσύνη της χριστιανικής κοινότητας των Ιεροσολύμων. Και χαρακτηριστικό παράδειγμα ουτοπικού θεσμού που δεν γενικεύεται, είναι ο μοναχισμός.

Η ενθουσιώδης πίστη των πρώτων χριστιανών των Ιεροσολύμων σε συνδυασμό με την προσδοκία για την άμεση φανέρωση της βασιλείας των Θεού συνέβαλε στην εφαρμογή της κοινοκτημοσύνης (11). Επειδή όμως η κοινοκτημοσύνη αυτή δεν κάλυπτε και την παραγωγή, αλλά περιοριζόταν μόνο στην κατανάλωση υλικών αγαθών, ήταν φυσικό να μην μπορεί να επιβιώσει.

Από την άλλη πλευρά ο μοναχισμός, ως μονιμότερος χριστιανικός θεσμός, επιχειρεί να πραγματοποιήσει, όσο είναι δυνατό, τη βασιλεία του Θεού μέσα στην ιστορία. Κι όπως η βασιλεία του Θεού είναι κοινωνία, η ακριβέστερα η τέλεια κοινωνία, έτσι και ο μοναχισμός, παρά την πολυμορφία του, είναι κοινωνικός. Αυτό γίνεται εμφανέστερο στον κοινοβιακό μοναχισμό, όπως διαμορφώθηκε από τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε, ο μοναχισμός δεν αποτελεί ανώτερο επίπεδο τελειότητας για τους λίγους, αλλά προσπάθεια να δοθεί η σωστή προοπτική στην ανθρώπινη ζωή. Είναι κατά κάποιο τρόπο ένα «σοσιαλιστικό πείραμα» ιδιαιτέρου είδους, που στηρίζεται στην ελευθερία του ανθρώπου. Ακόμη και η υπακοή πρέπει να θεμελιώνεται στην αγάπη και στην αμοιβαία αφοσίωση για μια ελεύθερη πραγματοποίηση της αδελφικής αγάπης (12).

Σε κείμενο που αποδίδεται στον Μ. Βασίλειο. Ο συγγραφέας συνδέοντας την ιδανική μορφή κοινωνίας των πιστών μέσα στην ιστορία με την μοναχική κοινωνία ττην περιγράφει ως εξής: «Κοινωνίαν γάρ βίου τελεωτάτην ἐγώ καλῶ, ἐν ἦ κτήσεως μέν ἰδιότης ἐξώρισται, γνώμης δε ἐναντίωσις ἀπελήλαται, ταραχή δε πᾶσα καί φιλονικία καί ἔριδες ἐκ ποδῶν ἑστήκασι · κοινά δέ τά σύμπαντα, ψυχαί, γνῶμαι, σώματα, καί ὅσοις τά σώματα τρέφεται καί θεραπεύεται· κοινός ὁ Θεός, κοινόν τό τῆς εὐσεβείας ἐμπόρευμα, κοινή ἡ σωτηρία, κοινά τά ἀγωνίσματα, κοινοί οἱ πόνοι, κοινοί οἱ στέφανοι, εἷς οἱ πολλοί καί ὁ εἷς οὐκ μόνος. Τί ταύτης τῆς πολιτείας ἴσον ; Τί δέ μακαριώτερον ; Τι τῆς συνάφειας καί τῆς ἑνώσεως ἀκριβέστερον ; Ἄνθρωποι ἐκ διαφόρων γενῶν καί χωρῶν κινηθέντες εἰς τοσαύτην ἀκρίβειαν ταυτότητος συνηρμοόσθησαν, ὥστε μίαν ψυχήν ἐν πολλοῖς σώμασιν θεωρεῖσθαι, καί τά πολλά σώματα μιᾶς γνώμης ὄργανα δείκνυσθαι. Ὁ ἀσθενῶν τό σῶμα πολλούς ἔχει τῇ διαθέση συγκάμνοντας · ὁ νοσῶν καί καταπίπτων τῇ ψυχῇ πολλούς ἔχει τούς ἰωμένους καί συνδιανιστῶντας αὐτόν. Ἀλλήλων ἰσόδουλοι, ἀλλήλων κύριοι, καί ἐν τῇ ἀμάχω ἐλευθερία τήν ἀκριβεστέραν δουλείαν ἀλλήλοις ἀντεπιδείκνυνται, ἥν οὐκ ἀνάγκη περιστάσεως πρός βίαν ἐπήγαγε, πολλήν φέρουσαν τοῖς ἁλοῦσι τήν ἀθυμίαν, ἀλλά γνώμης τό αὐθαίρετον μετ ‘ εὐφροσύνης ἐδημιούργησεν · ἀγάπης τούς ἐλευθέρους ὑποτασσούσης ἀλλήλοις, καί τῷ αὐθαιρέτω τό ἐλεύθερον φυλαττούσης. Τοιούτους ἡμᾶς ἐξἀρχῆς ὁ Θεός εἶναι βεβούληται, καί ἐπί τούτοις ἐδημιούργησεν. Οὗτοι τό ἀρχαῖον ἀνακαλοῦνται καλόν, τοῦ ἀρχιπάτορος Ἀδάμ τήν ἁμαρτίαν ἐπικαλύπτοντες. Διαίρεσις γάρ καί διάστασις καί πόλεμος οὐκ ἄν ἦν ἐν ἀνθρώποις, μή τῆς ἁμαρτίας διατεμούσης τήν φύσιν. Οὗτοι ἀκριβεῖς μιμηταί τοῦ Σωτῆρος καί τῆς κατ’ αὐτόν ἐν σαρκί πολιτείας ὑπάρχουσιν. Ὥσπερ γάρ ἐκεῖνος, χορόν μαθητῶν συστησάμενος, κοινά τά πάντα, καί κοινόν ἑαυτόν τοῖς ἀποστόλοις παρέσχηκεν, οὕτω καί οὗτοι τῷ καθοδηγουμένω πειθόμενοι, οἱ γε καλῶς τον κανόναν τοῦ βίου διαφυλάσσοντες, τήν τῶν ἀποστόλων και τοῦ Κυρίου πολιτείαν μετ ‘ ἀκριβείας μεμίμηνται. Οὗτοι τήν τῶν ἀγγέλων ζωή ἐζηλώκασι, τό κοινωνικόν, ὥσπερ ἐκεῖνοι, δι ‘ ἀκριβείας φυλάξαντες. Οὐκ ἐστιν ἐν ἀγγέλοις ἔρις, οὐ φιλονεικία, οὐκ ἀμφισβήτησις · ἕκαστος τά πάντων ἔχει, καί πάντες ὁλόκληρα παρ ‘ ἑαυτοῖς τά καλά ταμιεύονται. Οὐκ γάρ ἐστιν ὕλη ἐμπερίγραπτος ὁ τῶν ἀγγέλων πλοῦτος, δεομένη τομῆς, ἡνίκα ἄν αὐτήν πλείοσιν ἐπινέμεσθαι δέῃ, ἀλλ ‘ ἄὑλος ἡ κτῆσις και διανοίας ὁ πλοῦτος» (13). Ο μοναχισμός δεν αποτελεί καθολικό κοινωνικό θεσμό για τους πιστούς στο σύνολό τους. Ως αναζήτηση όμως της τέλειας ανθρώπινης κοινωνίας αποτέλεσε πολλές φορές το πρότυπο για τον σχηματισμό κοινωνικών ουτοπιών (14).

Προϋπόθεση για την ανάπτυξη και διατήρηση του μοναχισμού είναι η προσήλωση στη «χριστιανική ουτοπία». Η προσήλωση αυτή διατηρείται με τη μυστηριακή ζωή και την εσχατολογική προσδοκία, που εμποδίζουν την μετάπτωση του Χριστιανισμού σε ιδεολογία. Αντίθετα η εγκατάλειψη της εσχατολογικής προσδοκίας και της μυστηριακής ζωής καταστρέφει τους στόχους του Χριστιανισμού και τον μεταβάλλει σε ιδεολογία (15). ’λλωστε η ιδεολογία αποτελεί συχνά ένα είδος εκκοσμικευμένης θρησκείας. Ενώ όμως η θρησκεία δηλώνει εξ αρχής ότι στηρίζεται στην πίστη, η ιδεολογία καλύπτει συνήθως το πιστεύω της με τον μανδύα της λογικής ή της επιστήμης (16). Τέλος, ενώ η θρησκεία αναφέρεται πρωτίστως σε υπερβατικό κόσμο (Θεός, αγγέλους, αιώνια ζωή) και υποτάσσει σε αυτόν τον αισθητό κόσμο, η ιδεολογία προσηλώνεται στον αισθητό κόσμο και τον ειδωλοποιεί (17). Με την υποχώρηση της θρησκευτικής ουτοπίας ή με την μετατροπή της σε ιδεολογία απογυμνώνεται η διάσταση του υπερβατικού και δημιουργείται ο κατάλληλος χώρος για την ανάπτυξη της κοινωνικής ουτοπίας, που στηρίζεται, όπως είπαμε, σε εγκοσμιοκρατική υπέρβαση και αποτελεί εκκοσμικευμένη μορφή θρησκείας. Γι’ αυτό και η κοινωνική ουτοπία εμφανίζεται συνήθως ως υποκατάστατο στο χώρο που δημιουργείται με την υπαναχώρηση ή την εκκοσμίκευση της θρησκείας.

Με τις προϋποθέσεις αυτές κατανοούμε και την αιτία, για την οποία οι περισσότερες κοινωνικές ουτοπίες εμφανίστηκαν στο χώρο του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως μετά την Αναγέννηση, δηλαδή μετά την καθιέρωση της διαδικασίας που δρομολόγησε την ιδεολογοποίηση και την εκκοσμίκευση της χριστιανικής πίστεως. Και η γενίκευση της εκκοσμικεύσεως αυτής συμπίπτει με την ευρύτερη προσήλωση στις ουτοπίες των νεότερων κοινωνικών συστημάτων ή της σύγχρονης επιστήμης και του τεχνικού πολιτισμού.

Τέλος οι σκοτεινές προοπτικές που δημιουργούνται στην εποχή μας για το ανθρώπινο πρόσωπο, όπως και για ολόκληρη τη δημιουργία, έδωσαν την αφορμή για διάφορες αντιουτοπικές συλλήψεις όπως εκείνες του Χάξλεϋ ή του Όργουελ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι De optimo statu reipublicae deque nova insula Utopia (Για την άριστη κατάσταση της πολιτείας και για τη να νήσο Ουτοπία), επιμ. Εράσμου, Louvain 1516.

(2) Βλ. K. Mannheim, Ideologie und Utopie, Frankfurt/ Main 1965, 169.

(3) Ι. Χρυσοστόμου, Ὁμιλίαεἰς τό κατά Ματθαῖον 1, 5-6, PG 57, 20.

(4) R. Ruyer, L’utopie et les utopies, Paris, 1950, 4

(5) A. Morgan, Nowhere was Somewhere. How History makes Utopias and how Utopias make History, Chapel- Hill 1946.

(6 ) E. Rosenstock – Huessy, Soziologie, v. 1, Stuttgart 1956, 286.

(7) H. Desroche, Sociologie de l’espérance, Paris 1973, 217.

(8) Βλ. Πλάτωνος, Πολιτεία 9, 592 a.

(9) «Για όσο χρονικό διάστημα θα υπάρχει το ανθρώπινο γένος, η συντριπτική πλειοψηφία του και το συντριπτικά ανώτερο τμήμα του θα συνεχίσουν αναπόφευκτα να εργάζονται κάτω από το βάρος της φτώχειας, της τυραννίας και της στεναχώριας. Δεν λέω πως το βάρος δεν μπορεί να περιοριστεί. Δεν λέω πως το βάρος δεν μπορεί να περιοριστεί, αλλά ποτέ δεν θα το βγάλετε τελείως από του ώμους του». Thomas More, Ἡ Οὐτοπία (μετάφρ. Ι. Καραγιάννη ), Αθήνα 1970, βιβλίο πρώτο, σ. 58. Περισσότερα για τις κοινωνικές ουτοπίες βλ. Κ. Ζορμπά, Η ανθρώπινη αξία στις κοινωνικές ουτοπίες, Κατερίνη 1997.

(10) E. Rosenstock – Huessy, Soziologie, v. 1, 292.

(11) «Πάντες δέ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπί τό αὐτό καί εἶχον ἅπαντα κοινά, καί τά κτήματα καί τάς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καί διεμέριζον αὐτά πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε» (Πραξ. 2,44-45). Σχολιάζοντας το φαινόμενο αυτό ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί: «Τοῦτο πολιτεία ἀγγελική, μηδέν αὐτῶν λέγειν ἴδιον εἶναι. Ἐντεῦθεν ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ ἐξεκόπη, καί δι ‘ ὧν ἔπραττον ἔδειξαν, ὅτι ἤκουσαν … Οὐκ ἦν το ψυχρόν ρῆμα το «ἐμόν» και το «σόν». Διά τοῦτο ἀγαλλίασις ἦν ἐπί τῆς τραπέζης. Οὐδείς ὡς ἐξ ἐξ ἰδίων ἐσθίων διέκειτο, οὐδείς ὡς ἐξ ἀλλοτρίων · καίτοι δοκεῖ αἴνιγμα εἶναι. Οὔτε ἀλλότρια ἐνόμιζον εἶναι τά τῶν ἀδελφῶν. Οὔτε ὁ πένης ἠσχύνετο, οὔτε ὁ πλούσιος ἐτυφοῦτο. Τοῦτό ἐστιν ἀγαλλίασις Κἀκεῖνος ὡς εὐεργετούμενος διέκειτο, καίεὖ πάσχων μᾶλλον, καί οὖτοι ὡς δοξαζόμενοι ταύτη και πάνυ πρός αὐτούς ἦσαν συνδεδεμένοι» Ι. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημαεἰς Πράξεις Ἀποστόλων,7, 2, PG 60, 65-66.

(12) Γ. Φλωρόφσκυ, «Το κοινωνικό πρόβλημα στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία» Χριστιανισμός και Πολιτισμός (μτφρ. Ν. Πουρνάρα ), Θεσσαλονίκη 1982, σ. 168.

(13) Μ. Βασιλείου, Ἀσκητικαί Διατάξεις 18, 1-2, PG 31, 1381-1384.

(14) R. Ruyer, L’utopie et les utopies, 4.

(15) Για τις σχέσεις ουτοπίας και ιδεολογίας βλ. K. Mannheim, ο. π. σ. 86 κ. ε.

(16) Βλ. W. Buhl, Die Ordung des Wissens, Berlin 1984, σ. 212 κ. ε.

(17) Σχετικά βλ. A. Grabner – Haider, Ideologie und Religion? Interaktion und Sinnsysteme in der modernen Gesellschaft, Wien, Freiburg, Basel 1981, 154 κ.ε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: