Το ‘Aγιο Πνεύμα στην Οικουμενική αναζήτηση

Paul Evdokimov, Το ‘Aγιο Πνέυμα στην Ορθόδοξη Παράδοση, έκδ. Εκκλ. Ίδρ. «Ο Ευαγγελιστής Μάρκος»,
Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 139-144

Μτφρ. Πρεσβ. Στ. Πλευράκη

Οι Πατέρες της δευτέρας Συνόδου του Βατικανού υπογράμμισαν ότι η παρουσία της θεολογίας του Αγ. Πνεύματος υπήρξε ανεπαρκής στη ζωή και στη σκέψη της Εκκλησίας. Στην προκειμένη περίπτωση η εισφορά της Ορθοδοξίας, η μαρτυρία της πνευματικότητός της είναι σπουδαία. Η Ανατολή δεν εγνώρισε τη Μεταρρύθμιση (του Λουθήρου) ούτε την Αντιμεταρρύθμιση, και τηρεί μέχρι σήμερα την Παράδοση της αδιαίρετης Εκκλησίας. Η βυζαντινή θεολογία του δεκάτου τετάρτου αιώνα, παρουσιάζει ανάγλυφο, κατά ένα συναρπαστικό τρόπο, το ολόφωτο μυστήριο της Μεταμορφώσεως του Χριστού και φανερώνει το ’γιο Πνεύμα εν τω Χριστώ αναπαυόμενο. Πλήρης Πνεύματος Αγίου ο Ιησούς το αποστέλλει στους ανθρώπους και, κατά μια αντίστροφη σχέση, το Πνεύμα ενεργεί επί του Χριστού, Τον μεταμορφώνει, Τον ανασταίνει και Τον φανερώνει πλήρως τη στιγμή της δευτέρας Παρουσίας. Η επίκληση τοποθετείται στην καρδιά της λειτουργικής και μυστηριακής ζωής. Η ανθρωπολογία της θεώσεως έχει κέντρο την πνευματοποίηση του ανθρώπου και τον εμποτισμό του με τις θεουργικές ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Αυτή είναι η πνευματοφόρα μορφή της αγιότητος, της οποίας ο πιο περιφανής εκπρόσωπος είναι ο ’γιος Σεραφείμ του Σάρωφ, που διδάσκει ότι σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος.

Ο Οικουμενικός πόθος για την ενότητα παρουσιάζει κατ’ αρχήν τη διαίρεση της άλλοτε κοινής μοναδικής ρίζας και καλεί σε επανασύνδεση στην αρχική ενότητα, καταργώντας τις κλειστές περί οικονομίας ομολογίες. Η επιδιωκόμενη συνάντηση Αλήθειας και Ζωής θα κατορθωθή μόνο με την εκ νέου ανακά λυψη της παραδόσεως των Πατέρων. Εννοείται ότι δεν πρόκειται για μια απλή επαύξηση γνώσεων, αλλά για τη στροφή που έκαμαν ήδη οι θεολόγοι προς το πατερικό ύφος. Η στροφή αυτή σημαίνει ότι προχωρούν σε μια ιδέα όχι παραποιώντας τους Πατέρες, αλλά δημιουργώντας μαζί μ’ εκείνους, συνεχίζοντας πιστά την παράδοσή τους. Μαρτυρούν, κατά τον ’γιο Γρηγόριο Ναζιανζηνό, «κατά το σύστημα των αλιέων αποστόλων και όχι κατά το σύστημα του Αριστοτέλη», ούτε του Πλάτωνος ούτε του Heidegger. Είναι μια κλήση για ξεπέρασμα κάθε θεωρητικού συστήματος (fondamentalisme), τόσο βιβλικού όσο και πατερικού ή φιλοσοφικού, προς την πηγή του ζώντος ύδατος του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η μαρτυρία κατορθώνεται μόνο με τη βίωση του Θεού μέσα στη,ειτουργική ζωή· είναι η μαρτυρία της Εκκλησίας που προσεύχεται και συνάμα διδάσκει. Παρατηρούμε ήδη ότι οι κατ’ εξοχήν οικουμενικοί τόποι είναι οι μοναστικές κοινότητες.

Ο ’γιος Βασίλειος επιμένει ότι το ’γιο Πνεύμα είναι Πνεύμα κοινωνίας. Η επίκληση υπέρ των Δώρων είναι αχώριστη από την επίκληση υπέρ των πιστών, υπέρ της μετανοίας αυτών που προσέρχονται στη Θεία Κοινωνία. Η επίκληση διδάσκει επίσης ότι η κάθετη χάρη, η αγάπη του Θεού, είναι συστατικό του ανθρώπου ίσης αξίας με την οριζόντια χάρη, που οι Πατέρες αποκαλούν «μυστήριο της αδελφότητος». Είναι η τελεία ισορροπία μεταξύ του « ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ λατρεύοντος » και του « ὑπηρέτου τῶν ἀδελφῶν του». Το ’γιο Πνεῦμα κράζει μέσα μας « Ἀββᾶ, ὁ Πατήρ» και αποκαλύπτει στον καθένα το αληθινό πρόσωπο του Χριστού.

Η τελείωση της ιστορίας στο αιώνιο Παρόν, στην οικονομία της σωτηρίας, ανοίγει το δρόμο για να έρθη η Βασιλεία των Ουρανών και εγκαινιάζει την ερχόμενη κιόλας Παρουσία. Κάτω από το φως της οι αξίες της ανθρώπινης παιδείας περνούν από ένα αποκαλυπτικό έλεγχο ( test ), από ένα ξεπέρασμα των προ τελευταίων αξιών προς τις έσχατες αξίες της ανθρώπινης υπάρξεως. Η βιβλική εσχατολογία προσδιορίζει την ιστορία με τα έσχατα και καταργεί κάθε ιδέα περιωρισμένη και στατική. Η Εκκλησία από ιστορική άποψη είναι πάντοτε η Εκκλησία της διασποράς, εσχατολογική κοινωνία με πορεία προς τη Βασιλεία των ουρανών και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, με πορεία δια μέσου της γήινης πόλεως· αυτή είναι και η έννοια του λόγου « οὐκ εἰσίν ἐκ τοῦ κόσμου» ( Ιωαν. 17,11). Μία απουσία από τον κόσμο είναι το ίδιο με μια απουσία της ευαγγελικής πίστεως. Ο Θεός δεν αμείβει τις αδυναμίες των ανθρώπων. Ο Θεός συλλαμβάνει τον άνθρωπο εκεί που είναι δυνατός και ισχυρός και γι’ αυτό το λόγο το Ευαγγέλιο πρέπει να είναι παρόν σ’ όλους τους κινδύνους και τις αποφάσεις του ανθρώπου.

Η Εκκλησία των εσχάτων χρόνων θα προσφέρη σ’ αυτόν που πεινά όχι τους «ιδεολογικούς λίθους» συστημάτων ούτε τους «θεολογικούς λίθους» σχολικών εγχειριδίων, αλλά τον « ἄρτον τῶν ἀγγέλων » και, κατά τον ωραίο λόγο του Ωριγένη, «την καρδιά του αδελφού που προσφέρεται καθαρή τροφή». Η ιερατική και προφητική Εκκλησία, που είναι σταλμένη στον κόσμο, εγκαινιάζει το διάλογο με όλους τους ανθρώπους, διάλογο που, κατά την έκφραση του Αγίου Γρηγορίου του Ναζιανζηνού, βρίσκει την τελείωσή του στο φως της «μεταστάσεως» του ανθρώπου και του «εσχατολογικού σεισμού της συντελείας των αιώνων».

Η Εκκλησία θα φανή πιστή προς τους ανθρώπους. Η μεσσιανική και χαρισματική της υπόσταση είναι ανώτερη από τη νομική της θέση και την παρουσιάζει συνεχιζόμενη Πεντηκοστή. Ακριβώς μ’ αυτήν την εσχατολογική της πραγματικότητα η Εκκλησία είναι το μυστήριο της Αλήθειας, είναι μια σύνοδος που συνέρχεται συνεχώς με τη μυστική και λειτουργική της ζωή. «Καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός», ο Χριστός- Μέγας Αρχιερεύς εξεπλήρωσε την ιερατική του μεσιτεία. Η συνεχής επίκλησή Του προς τον Πατέρα κάνει ακριβώς την Εκκλησία συνεχιζόμενη Πεντηκοστή.

Το ’γιο Πνεύμα, λέει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, είναι « ταὀ δοτικόν καί παρεκτικόν πάντων τῶν ἐν Ἐκκλησίᾳ πνευματικῶν χαρισμάτων» (1). Διδάσκαλος, γιατί βεβαιώνει το ασφαλές χάρισμα της αλήθειας – charisma veritatis certum – της Εκκλησίας. Κατά συνέπεια όταν μια σύνοδος λέγεται «οικουμενική», είναι οικουμενική γιατί το Πνεύμα της Αληθείας, με την αποδοχή και μάλιστα με τη ζωή του πληρώματος της εκκλησίας, την εταύτισε με τον Χριστό-Αλήθεια.

Την ημέρα της Πεντηκοστής γεννάται η Εκκλησία και εκφράζεται με το αποστολικό κήρυγμα, κήρυγμα που ακολουθείται από την πρώτη Ευχαριστία, που ετέλεσε ασφαλώς ο απόστολος Πέτρος. Από την Ευχαριστία απορρέει και εγκαθιδρύεται η ιερωσύνη σαν συνέπειά της. Ο Επίσκοπος είναι πριν απ’ όλα μάρτυρας της αυθεντικότητας του Μυστικού Δείπνου του Κυρίου και είναι εκείνος που προΐσταται σ’ αυτό· ολοκληρώνει όλους τους πιστούς στο Σώμα του Κυρίου, τους συγκροτεί όλους σε Εκκλησία, σε σύναξη αθανάτων και κάνει από μέρους όλων την επίκληση. Για την Ανατολική παράδοση, αυτή είναι η ευχαριστιακή εξουσία, που για πρώτη φορά άσκησε ο απόστολος Πέτρος -που είναι η πέτρα, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η Εκκλησία- και μεταβιβάζεται στην εξουσία κάθε επισκόπου, κατά τρόπο που κάθε επισκοπική έδρα γίνεται καθέδρα Πέτρου, όπου καθένας και όλοι οι Επίσκοποι κάθονται μαζί. Ο ’γιος Κυπριανός Καρχηδόνος σαν επίσκοπος θεωρείται απ’ ευθείας διάδοχος της καθέδρας του Πέτρου, του οποίου το ουσιώδες έργο είναι ακριβώς η εξουσία του να προΐσταται στην Ευχαριστία (2).

Κατά τον ’γιο Ιωάννη Δαμασκηνό, « ἐν ἀλλήλαις αἱ ὑποστάσεις εἰσίν, οὐχ ὥστε συγχεῖσθαι, ἀλλ ‘ ὥστε ἔχεσθαι »(3). Κάθε πρόσωπο είναι ένας μοναδικός τρόπος κατοχής της ίδιας ουσίας, που την παίρνει από τα άλλα, τη δίνει στα άλλα και με τον τρόπο αυτό τα θέτει μέσα στην αέναη κίνηση της θείας Αγάπης. Ο Πατήρ βεβαιώνει την ενότητα, χωρίς να διασπά την απόλυτη ισότητα των τριών, πράγμα που αποκλείει κάθε υποταγή και παρουσιάζει τον Πατέρα κατά ένα θαυμάσιο τρόπο Προκαθήμενο στην Τριαδική Αγάπη.

Μ’ αυτήν την «οδηγητική εικόνα», κατά τον ’γιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, στην κοινωνία των κατά πάντα ίσων-δυνάμει της πληρότητος της επισκοπικής Ευχαριστίας-Εκκλησιών (4), όπου η κάθε μία είναι «Εκκλησία Θεού», η μια είναι «προκαθήμενη της αγάπης»(5). Αυτό είναι το ιδιαίτερο χάρισμα της « τιμῆς ἕνεκεν » εξουσίας, χωρίς κανένα δικαίωμα, που έχει σκοπό την εξασφάλιση της ενότητος όλων των Εκκλησιών, χάρισμα της αγάπης κατ’ εικόνα του ουρανίου πατρός. Πριν από τη διαίρεση η Εκκλησία της Ρώμης είχε αυτό το χάρισμα, ο Πάπας ήταν ο Πατήρ κατ’ εικόνα του ουρανίου πατρός και γι’ αυτό ακριβώς δεν είχε καμμία δικαιοδοτική εξουσία πάνω στους άλλους. Αυτή είναι η πίστη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η πίστη των Πατέρων της.

Κάτω από το φως της, ο αναζητούμενος από τον Οικουμενισμό σκοπός θα ήταν η συμφωνία της πίστεως των τριών Εκκλησιών (ρωμαιοκαθολικής, ορθοδόξου, διαμαρτυρόμενης), των οποίων η ενότητα και η τέλεια ισότητα θα αντανακλούσαν σαν σε καθρέπτη το Μυστήριο των Τριών θείων Προσώπων. Το ’γιο Πνεύμα, το Πνεύμα της κοινωνίας, θα δωρήση τη χαρά Του, στην οποία οι τρεις μαζί Εκκλησίες θα αναπαυθούν, και από κάθε Εκκλησία το Πνεύμα θα την ξαναδώση στις άλλες.

Οι Εκκλησίες θα ενωθούν « οὐχ ὥστε συγχεῖσθαι, ἀλλά ὥστε ἔχεσθαι » αμοιβαία. Κάθε Εκκλησία θα είναι μοναδικός τρόπος κατοχής της ίδιας θεανδρικής ουσίας, την οποία θα παίρνει από τις άλλες, θα τη δίνει στις άλλες και με τον τρόπο αυτό θα τεθούν όλες από κοινού στην αέναη κίνηση της θείας Αγάπης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Κατήχησις 16 PG 33, 965 b.

(2) De Cathol. Eccles. Unitate IV, Ν. Καβάσιλα, PG 149, 704 c – d.

(3) Περί Ὀρθοδόξου Πίστεως, PG 94, 828 – 829.

(4) Κατά τον ’γιο Ειρηναίο: «ἡμῶν δε σύμφωνος ἡ γνώμη τῇ εὐχαριστίᾳ καί ἡ εὐχαριστία … βεβαιοῖ τήν γνώμην».

(5) Ιγνατίου, Προς Ρωμαίους, προοίμιον, ΒΕΠ 2, 303,19.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: