• Το νέο πολύ μικρο url της ιστοσελίδας!!! http://com2.gr?409

  • κλικ-άρετε για τα άρθρα!! είναι δημοσιεύσεις ανά μήνα !!!

  • Δημοφιλή άρθρα

  • RSS Άγνωστο κανάλι

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • Οκτώβριος 2009
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
     1234
    567891011
    12131415161718
    19202122232425
    262728293031  
  • Τηλέφωνα άμεσης ανάγκης-Πληροφορίες

    Ενιαίος Ευρωπαϊκός Αριθμός Έκτακτης Ανάγκης
    Ο αριθμός κλήσης έκτακτης ανάγκης 112

    Αμεση δράση 100
    Πυροσβεστική 199
    Δασική υπηρεσία 191
    Γραμμή ζωής - SOS 175
    Τουριστική αστυνομία 171
    Αστυνομικά τμήματα 1033
    Εφημερεύοντα νοσοκομεία 1434
    Εφημερεύοντα φαρμακεία 1434

    Πληροφορίες

    Τουριστική αστυνομία πληροφορίες (E.O.T.) 171
    Κέντρο τηλεφωνικής εξυπηρέτησης ΟΤΕ 134
    ΟΤΕ βλάβες 121
    Δελτίο καιρού 149
    Ειδήσεις 115
    Ραντεβού στο ΙΚΑ 184
    Πληροφορίες καταλόγου ΟΤΕ 11888-1821
    Θέατρα - κινηματογράφοι 1422
    ΚΤΕΟ 1425
    Χρηματιστήριο 1424

  • Δωρεάν τηλέφωνα από υπολογιστή σε σταθερά

  • Προσθήκη στους σελιδοδείκτες πατώντας Ctrl+D

    Εκτύπωση πατώντας Ctrl+P

  • Σε αυτές τις διευθύνσεις υπάρχουν πολλά ελληνικά e-books και κείμενα :

    http://e-bibliothiki.blogspot.com/ http://www.free-ebooks.gr/gr/index.php http://www.scribd.com/group/2500--00-greek-books http://silver.pblogs.gr/e-books.html http://ellinikibibliothiki.blogspot.com/ http://e-vivlia.blogspot.com http://ebooks-gr.blogspot.com/ http://greekquotations.googlepages.com/home http://www.e-bookshop.gr/
  • Στατιστικά δεδομένα σε πραγματικό χρόνο :

    http://www.worldometers.info/gr/

  • RSS Άγνωστο κανάλι

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • RSS Άγνωστο κανάλι

    • Παρουσιάστηκε σφάλμα. Το κανάλι ίσως είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αργότερα.
  • Υπηρεσία μετατροπής Greeklish!

    http://services.innoetics.com/greeklish/Service.aspx

Πως γινόταν η σταύρωση;;;

Όμως από πειράματα πού έκανε ένας Γάλλος χειρουργός ο Barbet επάνω σε πτώματα, είδε ότι είναι αδύνατον ένα καρφί πού περνάει ανάμεσα στα κόκαλα τής παλάμης νά συγκρατήσει το ανθρώπινο σώμα, ακόμη και αν αυτό στηρίζεται με καρφιά από τα πόδια. Κάτω από το βάρος αυτό, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, τα καρφιά θα έσχιζαν το δέρμα πού είναι στην πρόσθια και στην οπίσθια επιφάνεια τής παλάμης πέρα για πέρα ανάμεσα στα δάκτυλα και ο Εσταυρωμένος θα έπεφτε με το κεφάλι κάτω ενώ θα τον συγκρατούσαν μονάχα τα καρφιά με τα οποία ήταν καρφωμένα
τα πόδια του. Ο ίδιος χειρουργός έδειξε ότι το μόνο σημείο στα χέρια τού ανθρώπου πού μπορεί νά στηρίξει το σώμα, αν περάσει ένα καρφί απ΄ αυτό, είναι ο καρπός, και σε επανειλημμένα πειράματα πού έκανε έδειξε ότι σε όποιο σημείο τού καρπού και αν βάλουμε ένα καρφί, αυτό οδηγούμενο από τα οστά και τούς συνδέσμους πού βρίσκονται εδώ, θα περάσει από έναν ανατομικόν χώρον, γνωστό στους γιατρούς, πού λέγεται ο χώρος τού destot, ανάμεσα σε δύο οστάρια τού καρπού. Και εκείνο πού είναι χαρακτηριστικό από μιά σειρά 12 παρομοίων πειραμάτων πού έκανε ο χειρουργός αυτός είναι δύο παρατηρήσεις του, ότι και στα 12 χέρια κανένα κόκαλο δεν τραυματίσθηκε ή δεν έσπασε από την ήλωση τού χεριού, για νά επιβεβαιωθεί αυτό πού λέει και με άλλη μιά ευκαιρία, όπως θυμάστε, το Ευαγγέλιο, ότι δεν θα συντριβή κανένα κόκαλο. Και δεύτερον ότι ακριβώς από τον χώρο αυτό σε επαφή με το καρφί βρίσκεται ένα μεγάλο νεύρο τού χεριού, το μέσο νεύρο, το οποίο σε όλες τις κακώσεις πού θα υποστεί επάνω στον Σταυρό το χέρι τού Εσταυρωμένου θα βρίσκεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή και τραυματισμό από το καρφί. Τώρα το τι σημαίνει νά δέχεται και ένα απλό, ελαφρό ερέθισμα ένα νεύρο, το έχουμε όλοι δοκιμάσει, όταν δεχθούμε σ΄ ένα σημείο εδώ στον αγκώνα μας, ένα κτύπημα. Εκείνο το αφόρητο αίσθημα τής ηλεκτρικής εκκενώσεως και τής παραλύσεως πού δοκιμάζουμε και πού πραγματικά επαναστατεί όλο το είναι μας από το ελαφρό κίνημα. Ας σκεφθούμε λοιπόν ότι όλη την ώρα τής σταυρώσεως ένα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο τής Σταυρώσεως. Επίσης για το καρφί πού θα περάσει από τα πόδια ευρέθηκε ότι κι αυτό πρέπει νά περάσει από ένα σημείο των ποδιών και δεν μπορεί παρά νά βρει διέξοδο εκεί, και αυτό είναι ανάμεσα στο δεύτερο και στο τρίτο μετατάρσιο.
Όσα είπαμε μέχρι τώρα δεν είναι παρά ένα προανάκρουσμα, δεν είναι παρά μιά μικρή αρχή τού μαρτυρίου τής σταυρώσεως και ακόμη δεν μπήκαμε στο αίτιο πού φέρνει τον θάνατο. Και αυτό το αίτιο πού φέρνει τον θάνατο έχει μεγάλη σημασία για την συζήτησή μας, για το αν δηλαδή ο Σταυρωμένος Χριστός απέθανε επάνω στον Σταυρό.
Για νά αντιληφθούμε τον μηχανισμό τού θανάτου θα πρέπει νά υπενθυμίσουμε μερικά πράγματα, σε μερικές εικόνες παρουσιάζεται ότι οι δύο λησταί δεν είχαν καρφωθεί επάνω στον Σταυρό, αλλά είχαν δεθεί τα χέρια τους με σχοινί. Καμία παράδοση δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο ότι συνέβη στους δύο ληστές πού σταυρώθηκαν μαζί με τον Χριστό, αλλά το ότι αυτό απεικονίζεται, μαρτυρεί κάτι πού και πολλοί ιστορικοί περιγράφουν: ότι δηλαδή μπορεί νά σταυρωθεί και νά πεθάνει ένας άνθρωπος, αν έχει εξαρτηθεί επάνω στον σταυρό, όχι με καρφιά, αλλά απλώς αν έχουν δεθεί τα χέρια του επάνω στον Σταυρό.

Για νά το αποδείξουμε αυτό ακόμη καλύτερα δεν έχουμε παρά νά ανατρέξουμε σε μιά πειθαρχική ποινή πού συνήθιζαν νά εφαρμόζουν κατά την διάρκεια τού Πρώτου Παγκ. Πολέμου στον Γερμανικό Στρατό. Αυτή η ποινή ονομάζεται Aufbinden και συνίσταται στο ότι έδεναν αυτόν πού είχε τιμωρηθεί, έδεναν τα χέρια του ψηλά από έναν πάσσαλο, έτσι ώστε νά μην ακουμπούν τα πόδια του στη γη. Σύντομα το άτομο αυτό παρουσίαζε φαινόμενα ασφυξίας. Οι αναπνευστικές του κινήσεις γινόντουσαν εξαιρετικά δύσκολες και εργώδεις. το αίμα του συγκεντρωνόταν με μεγάλη πίεση στο κεφάλι του, οι φλέβες του πριζόνταν, το κεφάλι του γινόταν όλο υπεραιμικό και ο άνθρωπος σύντομα έφθανε σε λιποθυμία και αν δεν έκοβαν, δεν προλάβαιναν νά κόψουν το σχοινί, μπορούσε και νά πεθάνει.

Ας σημειώσουμε και το τραγικότατο ότι καθώς αναφέρεται από το ιστορικό τού Νταχάου ξαναθυμήθηκαν τότε και εκεί οι Γερμανοί αυτό το μαρτύριο και αναφέρονται αρκετές περιπτώσεις φρικιαστικές, όπου άνθρωποι απέθαναν και θανατώθηκαν με το μαρτύριο τού Aufbinden. Μάλιστα αναφέρεται ότι κρεμούσαν και ένα μικρό βάρος στα πόδια όταν ήθελαν νά συντομεύσουν το μαρτύριο αυτό, πού το περιέγραφαν κατάδικοι πού βρισκόντουσαν δίπλα την ώρα τού μαρτυρίου αυτού, πού όταν φθάσει μέχρι τα τελικά του στάδια είναι αποτρόπαιο. Το πρόσωπο τού ανθρώπου πραγματικά παραμορφώνεται όπως τού κρεμασμένου, ο θώρακάς του διατείνεται σε αφάνταστο βαθμό, το κοιλιακό τοίχωμα δημιουργεί μιά βαθιά κοιλότητα, ο άνθρωπος περιβρέχεται από ιδρώτα τόσο, πού όπως λένε οι μάρτυρες πού ήταν μπροστά, εδημιουργείτο μιά λίμνη μεγάλη από ιδρώτα κάτω από τα πόδια τού δυστυχισμένου αυτού καταδίκου. Αποδεικνύεται λοιπόν ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μιά μεγάλη έλξη χάρις στο βάρος τού σώματος πού τραβάει το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια, μιά μεγάλη έλξη των χεριών, των μυών, των βραχιόνων, τής ωμικής ζώνης και τού θωρακικού τοιχώματος. Αυτή η έλξις βαστάει τον θώρακα σε μία συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής καίτοι ο άνθρωπος δεν μπορεί νά εκτελέσει εκπνευστικές κινήσεις.
Και ξέρουμε ότι οι εκπνευστικές κινήσεις γίνονται παθητικά από τον θώρακά μας, ακριβώς χωρίς Καμία δύναμη, σαν μιά αυτόματη επάνοδο τού μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακος με την οποία γεμίζει ο θώρακας με αέρα και έτσι μπορεί ο άνθρωπος και ανανεώνει τον αέρα στις κυψελίδες του και οξυγονώνει το αίμα του και μπορεί νά συνεχίζει και επιβιώνει. Στην κατάσταση τής εξαρτήσεως και από τα χέρια, στην κατάσταση τής Σταυρώσεως, ο άνθρωπος βρίσκεται σ΄ ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο περιορισμό τής αναπνοής του σαν και εκείνο πού θα βρισκόταν εάν είχε δεθεί με ένα πολύ σφικτό θώρακα ή εάν είχε πλακώσει τον θώρακά του με ένα πολύ μεγάλο βάρος. Δεν μπορεί νά γεμίσει πάλι αέρα, ώστε ο θάνατος από την σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία. Κατά δεύτερο λόγο, επειδή δημιουργείται αυτή η μεγάλη πίεση μέσα στον θώρακα είναι αδύνατο νά παροχετευθή, νά κατέβει προς την καρδιά, το αίμα πού βρίσκεται στο κεφάλι. Γι΄ αυτό και η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των σταυρωμένων. Εάν δεν είχε κάποια άλλη διέξοδο, εάν δεν εύρισκε κάποια άλλη διέξοδο, για νά μπορέσει νά απαλλάξει το κεφάλι του από αυτήν την πληθώρα αίματος θα πέθαινε πάρα πολύ σύντομα πάνω στον σταυρό. Όμως ο σταυρωμένος βρίσκει μιά διέξοδο.
Και αυτή είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά με τα οποία είναι καρφωμένα. Έτσι ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματάει η εξάρτηση τού βάρους από τα χέρια και από τούς ώμους, ανακουφίζεται το θωρακικό τοίχωμα, μπορεί και αναπνέει πάλι, κατεβαίνει πάλι το αίμα από το κεφάλι και ο άνθρωπος συνέρχεται. Όμως η κούραση, την οποία έχει δεν τού επιτρέπει νά καταβάλλει αυτήν την μυϊκή προσπάθεια, ώστε νά στηρίζει όλο το βάρος τού σώματός του από το καρφί το οποίο έχει περάσει από τα πόδια του. Έτσι εξαντλημένος ξαναπέφτει πάλι στην πρώτη θέση, για νά ξαναρχίσει πάλι η ασφυξία μέχρις ότου μετά από μιά διαδοχική σειρά από τέτοιες προσπάθειες εξαντληθεί, μείνει στην στάση τής εξαρτήσεως και πεθάνει από ασφυξία.
Πραγματικά είναι ένα σατανικό σχέδιο θανατώσεως ο σταυρός και γι΄ αυτό και οι Ρωμαίοι τόσο πολύ ικανοποιούντο, μέσα σε κείνη την βάρβαρη επιθυμία τους νά βλέπουν τον άνθρωπο νά βασανίζεται, από την θέα των σταυρωμένων ανθρώπων. Και γι΄ αυτό, επειδή ήταν τόσο άθλιος ο θάνατος, στην Ρωμαϊκή νομοθεσία αυτός ο θάνατος, ορίζεται νά χρησιμοποιείται μονάχα στους δούλους και στους προδότες.

Από:http://egolpio.wordpress.com/2008/04/24/crus/
PALAMH

Ιερατικά Άμφια

Τα ιερατικά άμφια είναι τα ενδύματα που χρησιμοποιούνται από τους κληρικούς κατά τη Θεία Λειτουργία και άλλες ακολουθίες και εκκλησιαστικές τελετές. Ταυτόχρονα αποτελούν διακριτικά της εκκλησιαστικής ιεραρχίας και εξουσίας. Για κάθε έναν από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης υπάρχει ένα συγκεκριμένο ενδυματολογικό σύνολο που αντιστοιχεί στο βαθμό του διακόνου, του ιερέως και του επισκόπου. Αρχικά ο όρος άμφια συναντάται στους Βυζαντινούς (μη εκκλησιαστικούς) συγγραφείς και δηλώνει πολύτιμα και λαμπρά υφάσματα. Αργότερα χαρακτηρίζει μόνο τα ενδύματα των αυτοκρατόρων και των κληρικών και στη μεταβυζαντινή εποχή μόνο τα ενδύματα των τελευταίων.
Αρχικά τα άμφια και προπάντων ο μακρύς εσωτερικός χιτώνας ήταν πάντοτε λευκός (επιστολές Ιερώνυμου και Γρηγορίου του Τουρώνης). Αργότερα η ιερατική στολή άρχισε τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή να ράβεται από χρωματιστά υφάσματα. Σε αυτό συντέλεσε φυσικά και η συνήθεια των αυτοκρατόρων να φορούν κατά τις εορτές χρωματιστά ενδύματα και κοσμήματα αφού άλλωστε είναι γνωστό ότι τα άμφια δωρίζονταν στους αρχιερείς από τους αυτοκράτορες. Ήταν δηλαδή τα προσωπικά ενδύματα των Αυτοκρατόρων. Επίσης είναι γνωστό ότι οι αρχιερείς όριζαν ρούχα τους στους προκρίτους ορισμένα εκ των οποίων ήταν βασιλικά.

Ή θεολογική σημασία των αμφίων, ή οποία υπαγόρευσε τη χρήση τους, είναι ότι ο Λειτουργός δεν τελεί αφ’ εαυτού τα μυστήρια, αλλά δυνάμει Χρίστου και της Ιεροσύνης της Εκκλησίας, την οποία κατέχει δια της χειροτονίας «εν Πνεύματι Άγίω», «ενδεδυμένος την της Ιερατείας χάριν».

Διατηρούν κατά βάση την παλαιά τους μορφή και με αυτά διακρίνονται οι επί μέρους βαθμοί της Ιεροσύνης. Είναι επτά, κατά τον τύπο των επτά χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος και τον ιερό αριθμό της πληρότητας. Κατανέμονται αναλόγως στους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης:

Στο Διάκονο τρία για το ιερό του αριθμού (1) Στιχάριο, (2) Οράριο, στη θέση του Έπιτραχηλίου και (3) Έπιμάνικα.

Στον Πρεσβύτερο πέντε κατά τον αριθμό των πέντε αισθήσεων (1) Στιχάριο, (2) Επιτραχήλιο, (3) Έπιμάνικα, (4) Ζώνη και (5) Φελώνιο.

Στον Επίσκοπο επτά για την πληρότητα της Ιεροσύνης

Τα τέσσερα πρώτα του Πρεσβυτέρου και (5) Αρχιερατικό σάκκο (αντί φελωνίου), (6) Έπιγονάτιο και (7) Ώμοφόριο. Για έξαρση του αρχιερατικού αξιώματος προστέθηκαν βαθμηδόν: ο επιστήθιος Σταυρός, το Αρχιερατικό Εγκόλπιο, ή Ποιμαντική Ράβδος και ή Μίτρα. Την ποιμαντορική ράβδο τη χρησιμοποιούν και οι Ηγούμενοι των Σταυροπηγιακών Μονών, ενώ στους Πρεσβύτερους δίνονται σαν όφφίκια – ιδιαίτερες τιμητικές διακρίσεις – ο επιστήθιος Σταυρός και το Έπιγονάτιο. Στη Ρωσία Μίτρα χωρίς μικρό Σταυρό στην κορυφή φέρουν και οι Αρχιμανδρίτες.

Το θεολογικό – συμβολικό νόημα κάθε αμφίου εκφράζεται κατά κανόνα – για τους περισσότερους ύπομνηστές της θείας Λατρείας – με τους ψαλμικούς στίχους πού λέγει ο κάθε Λειτουργός την ώρα πού ενδύεται. Το χρώμα των αμφίων προσδιορίζεται όπως και το της Αγίας Τραπέζης, εφ’ όσον είναι δυνατό.

α. Το Στιχάριο. Είναι ποδήρης χιτώνας κοινός για τους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης με φαρδιά μανίκια. Το χρώμα του είναι συνήθως λευκό, σύμβολο της αγνότητας και της πνευματικής χαράς. Συμβολίζει τη φωτεινή των Αγγέλων περιβολή και το καθαρό και αμόλυντο της ιερατικής τάξεως καθαρότητα για την οποία οι Λειτουργοί καταξιούνται της θείας Χάρης. Αυτό μαρτυρεί και το Γραφικό χωρίο πού λέγουν κατά την ένδυση τους: «Άγαλλιάσεται ή ψυχή μου επί τω Κυρίω, ένέδυσε γαρ με ίμάτιον σωτηρίου…».

β. Το Όράριο (orare = προσεύχεσθαι). Είναι ταινία υφάσματος πού φέρεται στον αριστερό ώμο, (με τα άκρα ένα εμπρός και ένα πίσω) και γραμμένο σ’ αυτό το Άγιος, Άγιος, Άγιος. Εξεικονίζει τις πτέρυγες των Αγγέλων, εφ’ όσον «οι Διάκονοι… εις διακονίαν αποστελλόμενοι προστρέχουσιν».

γ. Τα Έπιμάνικα. Με αυτά, κοινά και για τους τρεις βαθμούς, συγκρατούνται τα άκρα του Στιχαρίου μαζί με τα λοιπά ενδύματα του Λειτουργού. Εικονίζουν την παντοδύναμη ενέργεια του Θεού και των Τιμίων Δώρων πού προσφέρονται με τα χέρια του Ιερουργού. Γι’ αυτό λέγουν τα ψαλμικά χωρία: «Ή δεξιά Σου Χείρ, Κύριε, δεδόξασται εν ίσχύι….» «Αί χείραι Σου εποίησαν με καί έπλασαν με…». Συμβολίζουν και τα δεσμά του Κυρίου με τα όποια δεμένος οδηγήθηκε προς τον Πιλάτο.

δ. Το Έπιτραχήλιο. Είναι σαν το Οράριο, φέρεται στον τράχηλο από τους Πρεσβυτέρους και Επισκόπους και έχει και τα δύο άκρα εμπρός. Εικονίζει την άνωθεν κατερχόμενη χάρη του Παναγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό ένδυόμενοι αυτό λέγουν: «Εύλογητός ο Θεός ο εκχέων την Χάριν επί τους Ιερείς Αυτού…». Τα κρόσσια πού υπάρχουν στο κάτω άκρο του συμβολίζουν τις ψυχές των ανθρώπων του ποιμνίου τους, για τις όποιες είναι υπεύθυνοι και θα λογοδοτήσουν κατά την ήμερα της κρίσεως. Χωρίς Έπιτραχήλιο καμία ιεροπραξία δεν μπορεί να τελεστεί.

ε. Ή Ζώνη. Ή ζώνη την οποία φέρει ο Πρεσβύτερος και ο Επίσκοπος για να συγκρατεί τα άμφια, αποτελεί υπόμνηση της πνευματικής αποστολής και της ευθύνης τους. Συμβολίζει την ετοιμότητα πού πρέπει να έχουν για την απόκρουση καθενός εναντίου κατά την προτροπή του Κυρίου: «έστωσαν υμών αί οσφύες περιεζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι…» (Λουκ. ιβ’, 35).

στ. Το Φελώνιο. Είναι ένδυμα αρχαϊκής μορφής χωρίς χειρίδες και φέρεται από την κεφαλή. Συμβολίζει τον άρραφο χιτώνα του Κυρίου και την επίγεια Εκκλησία. Όπως ο χιτώνας είναι άρραφος και ένα τεμάχιο, έτσι πρέπει και ή Εκκλησία να είναι ΜΙΑ. Κατά τον Άγιο Γερμανό Κων/πόλεως, το Φελώνιο εικονίζει την πορφύρα με την οποία ενέπαιζαν τον Κύριο μας, γεγονός το όποιο πρέπει να έχει κατά νουν πάντοτε ο Πρεσβύτερος…

ζ. Το Έπιγονάτιο. Είναι ρομβοειδές ύφασμα εξαρτώμενο από τη ζώνη με παράσταση το νιπτήρα του Μυστικού Δείπνου ή την Ανάσταση. Το φέρει ο Αρχιερέας και κάθε όφφικιουχος πρεσβύτερος. Εικονίζει το λέντιο με το όποιο ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των Μαθητών Του. Συμβολίζει και την πνευματική μάχαιρα «εν ώ δυνήσεσθε πάντα τα βέλη του πονηρού τα πεπυρωμένα σβέσαι… και την μάχαιραν του πνεύματος, ό εστίν ρήμα Θεού» (Εφ. στ’, 16). Κατά τον Άγιο Συμεών Θεσ/νίκης, συμβολίζει τη νίκη κατά του θανάτου και την Ανάσταση του Κυρίου. Γι’ αυτό ένδυόμενοι οι Λειτουργοί λέγουν: «Περίζωσαι την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου, Δυνατέ…».

η, Ό Αρχιερατικός σάκκος. Αυτός αντικατέστησε στην περίοδο της τουρκοκρατίας το πολυσταύριο φελώνιο του Επισκόπου, πού έγινε κατ’ απομίμηση του αυτοκρατορικού σάκκου. Διατήρησε όμως το συμβολισμό του φελωνίου, καθ’ όσον ο Αρχιερέας εικονίζει τον Χριστό. Οι κωδωνίσκοι του σάκκου έξεικονίζουν τους δώδεκα κωδωνίσκους του Ααρών και συμβολίζουν το διδακτικό κήρυγμα του Αρχιερέα.

Τα άμφια και τα εμβλήματα του Επισκόπου

θ. Ή Ποιμαντική ράβδος. Είναι σύμβολο της ποιμαντικής και πνευματικής εξουσίας του Επισκόπου. Στο άνω μέρος φέρει τον Τίμιο Σταυρό μεταξύ δύο όφεων, για να υπενθυμίζει τη ρήση του Κυρίου «Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματ. ι’, 16).

ι. Το Ωμοφόριο. Είναι ταινία υφάσματος σταυρουμένη στο στήθος με τα δύο άκρα το ένα εμπρός και το άλλο πίσω. Συμβολίζει το πλανηθέν πρόβατο πού ο Χριστός έφερε επί των ώμων Του. Γι’ αυτό συνίσταται να είναι κατασκευασμένο με μαλλί προβάτου. Μέχρι και την ανάγνωση του Αποστόλου, ο Επίσκοπος φέρει το μεγάλο Ωμοφόριο (το ανωτέρω). Μετά το Ευαγγέλιο μέχρι τέλος της Θ. Λειτουργίας φέρει το μικρό (με τα δύο άκρα εμπρός), το όποιο φέρει και σ’ όλες τις λοιπές ακολουθίες.

ία. Ή Αρχιερατική Μίτρα. «Έχει την αρχή της στην Παλαιά Διαθήκη. Συμβολίζει τον ακάνθινο στέφανο, αλλά και το Βασιλικό αξίωμα του Κυρίου, δεδομένου οτι ο Αρχιερέας είναι ζώσα εικόνα του Χριστου στην Εκκλησία Του. Ή χρήση της επεκτάθηκε μετά τον 16ο αιώνα.

ιβ. Ό Αρχιερατικός Μανδύας. Φέρεται από τον Αρχιερέα όταν χοροστατεί, στις Ιεροπραξίες πού δεν απαιτείται πλήρης στολή, π.χ. κατά τη διάρκεια του Όρθρου. Θεωρείται αυτοκρατορικής προελεύσεως.

Οι Λειτουργοί φορούν «άπασαν» την ιερατική τους στολή κατά τη Θεία Λειτουργία και σ’ ορισμένες άλλες ακολουθίες προσδιοριζόμενες από το «Τυπικό», όπως στην τέλεση της Προσκομιδής, στον Όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, στον Εσπερινό της Μεγ. Παρασκευής, του Πάσχα και της Πεντηκοστής. Σε όλες τις άλλες τελετές Μυστηρίων, εισόδους του Εσπερινού και αναγνώσεις του Ευαγγελίου του Όρθρου, φορούν Επιτραχήλιο και Φελώνιο ο Πρεσβύτερος, Επιτραχήλιο και Ωμοφόριο ο Επίσκοπος και Στιχάριο και Οράριο ο Διάκονος. Σε άλλες ακολουθίες μικρότε­ρης σπουδαιότητας ο Ιερέας φέρει μόνο το Επιτραχήλιο.

Πρωϊνὴ Προσευχὴ Γέροντος Σοφρωνίου-Prayer at Daybreak by Archimandrite Sophrony

Πρωϊνὴ Προσευχὴ Γέροντος Σοφρωνίου

Αἰώνιε Κύριε, Δημιουργὲ τῶν ἁπάντων,
ὁ καλέσας μὲ εἰς τὴν ζωὴν ταύτην τῇ ἀνεξερευνήτῳ Σου ἀγαθότητι·
ὁ δούς μοι τὴν Χάριν τοῦ Βαπτίσματος καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος·
ὁ κοσμήσας με τῇ ἐπιθυμίᾳ τοῦ ἀναζητεῖν Σε, τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεόν,
ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου.
Ὁ Θεός μου, οὐκ ἔχω ζωήν, φῶς, χαράν, σοφίαν, δύναμιν ἄνευ Σοῦ.

Ἀλλὰ Σὺ εἶπας τοῖς μαθηταῖς Σου: «Πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε».
Ὅθεν τολμῶ ἐπικαλεῖσθαι Σε: Καθάρισόν με ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος.
Δίδαξόν με πῶς δεῖ προσεύχεσθαι.
Εὐλόγησον τὴν ἡμέραν ταύτην ἣν ἐχάρισάς μοι, τῷ ἀναξίῳ δούλῳ Σου.
Ἰκάνωσόν με τῇ δυνάμει τῆς Χάριτός Σου ἀδιαλείπτως ὁμιλεῖν καὶ ἐργάζεσθαι πρὸς τὴν Σὴν δόξαν ἐν πνεύματι καθαρότητος, ταπεινώσεως, ὑπομονῆς, ἀγάπης, εὐγενείας, εἰρήνης, ἀνδρείας καὶ σοφίας, ἐπιγινώσκειν ἀεὶ τὴν ἁπανταχοῦ παρουσίαν Σου.
Κύριε ὁ Θεός, δεῖξόν μοι τὴν ὁδὸν τοῦ θελήματός Σου ἐν τῇ ἀπείρῳ Σου ἀγαθότητι καὶ ἀξίωσόν με πορεύεσθαι ἐνώπιόν Σου χωρὶς ἁμαρτίας.
Καρδιογνῶστα Κύριε, Σὺ ἐπιγινώσκεις πᾶσάν μου ἔνδειαν, Σὺ γινώσκεις τὴν τυφλότητα καὶ τὴν ἄγνοιάν μου, Σὺ γινώσκεις τὴν ἀστάθειαν καὶ τὴν διαφθορὰν τῆς ψυχῆς μου.
Ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ὁ πόνος οὐδ᾿ ἡ ἀγωνία ἡ ἐμὴ κεκρυμμένα Σοὶ τυγχάνει.
Ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου καὶ δίδαξόν με τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίῳ, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι.
Μὴ ἐγκαταλείψης με, ὅτι ἡ διεφθαρμένη μου θέλησις ὁδηγήσῃ με πρὸς ἄλλας ὁδούς, ἀλλὰ βιαίως ἐπανάγαγέ με πρὸς Σέ.
Δός μοι, τῇ δυνάμει τῆς Σῆς ἀγάπης, στερεωθῆναι με εἰς τὸ ἀγαθόν.
Φύλαξόν με ἀπὸ παντὸς λόγου ἢ ἔργου ψυχοφθόρου, ἀπὸ πάσης ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς κινήσεως μὴ εὐαρέστου ἐνώπιόν Σου καὶ ἐπιβλαβοῦς διὰ τὸν ἀδελφόν μου.
Δίδαξόν με πως δεῖ καί τι μὲ δεῖ λαλεῖν.
Ἐὰν τὸ Σὸν θέλημά ἐστι τοῦ μὴ ἀποκριθῆναι μὲ δός μοι πνεῦμα εἰρηναίας σιωπῆς, ἀλύπου καὶ ἀκινδύνου διὰ τὸν ἀδελφόν μου.
Νομοθέτησόν με ἐν τῇ τρίβῳ τῶν ἐντολῶν Σου καὶ ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς μὴ ἐπιτρέψῃς παρεκκλίναι μὲ ἀπὸ τοῦ Φωτὸς τῶν προσταγμάτων Σου, ἕως ὅτου καταστῶσιν ὁ μοναδικὸς νόμος πάσης ὑπάρξεώς μου, προσκαίρου τε καὶ αἰωνίου.
Δέομαί Σου ὁ Θεὸς ἐλέησόν με.
Λύτρωσαί με ἀπὸ τῆς θλίψεως καὶ ἀθλιότητός μου καὶ μὴ ἀποκρύψης ἀπ᾿ ἐμοῦ τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας. Ἐν τῇ ἀφροσύνῃ μου, ὁ Θεός, περὶ πολλῶν καὶ μεγάλων δέομαί Σου, γινώσκων ἀεὶ τὴν ἐμὴν κακότητα, τὴν ἀδυναμίαν καὶ φαυλότητα κράζω Σοι: ἐλέησόν με.
Μὴ ἀπορρίψης μὲ ἀπὸ τοῦ Προσώπου Σου ἕνεκεν τῆς ἀλαζονείας μου.
Δὸς καὶ αὔξησον ἐν ἑμοὶ τῷ ἀχρείῳ τὴν δύναμιν τοῦ ἀγαπᾶν Σε, κατὰ τὰς ἐντολάς Σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας μου, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς μου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας μου, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος μου, καὶ δι᾿ ὅλου τοῦ εἶναί μου.
Ναί, ὁ Θεός, δίδαξόν με δικαίαν κρίσιν καὶ γνῶσιν τῷ Πνεύματί Σου τῷ Ἁγίῳ.
Δός μοι τοῦ γνῶναι τὴν Ἀλήθειάν Σου προτοῦ μὲ ἀπελθεῖν ἐκ τῆς ζωῆς ταύτης.
Παράτεινον τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου ἕως ὅτου Σοὶ προσφέρω μετάνοιαν ἀληθινήν.
Μὴ ἀναγάγῃς μὲ ἐν ἡμίσει ἡμερῶν μου μηδὲ ἐν ὢ ὁ ἐμὸς νοῦς τετυφλωμένος ἐστί.
Καὶ ὅταν εὐδοκήσης ἐλθεῖν τὸ τέλος τῆς ζωῆς μου προγνώρισόν μοι τὸν θάνατον, ἵνα ἡ ψυχή μου ἐτοιμασθὴ πρὸς συνάντησίν Σου.
Ἔσο μετ᾿ ἐμοῦ, Κύριε, ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῇ φοβερᾷ καὶ ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ Σωτηρίου Σου.
Καθάρισόν με ἀπὸ παντὸς ἁμαρτήματος φανεροῦ καὶ ἀποκρύφου, ἀπὸ πάσης ἀνομίας κεκρυμμένης ἐν ἑμοὶ καὶ δώρησόν μοι καλὴν ἀπολογίαν ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ βήματός Σου.
Ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ τὴν ἄμετρον φιλανθρωπίαν Σου, ἐπάκουσον τῆς δεήσεώς μου.

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση

Ὦ Κύριε, αἰώνιε καὶ Δημιουργὲ τῶν πάντων,
ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἀνεξερεύνητη ἀγαθότητά Σου μὲ κάλεσες σὲ αὐτὴν τὴν ζωή,
ὁ ὁποῖος μου ἔδωσες τὴν χάρη τοῦ Βαπτίσματος καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ ἁγίου Πνεύματος,
ὁ ὁποῖος μὲ προίκισες μὲ τὴν ἐπιθυμία νὰ ἀναζητήσω Ἐσέ, τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό,
εἰσάκουσε τὴν προσευχή μου.
Δὲν ἔχω ζωή, φῶς, χαρὰ, ἢ σοφία,οὔτε δύναμη χωρὶς ἐσένα, ὦ Θεέ.
Ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μου δὲν τολμῶ νὰ ὑψώσω τοὺς ὀφθαλμούς μου σὲ Ἐσένα.
Ἀλλὰ Σὺ εἶπες στοὺς μαθητές Σου: «Καθετὶ ποὺ θὰ ζητήσετε στὴν προσευχή σας μὲ πίστη, θὰ τὸ λάβετε» καὶ «καθετὶ ποὺ ζητήσετε στὸ ὄνομά μου θὰ γίνει».
Γι᾿ αὐτὸ τολμῶ νὰ Σὲ ἐπικαλεστῶ: Καθάρισέ με ἀπὸ κάθε ρύπο σωματικὸ καὶ πνευματικό.
Δίδαξέ με νὰ προσεύχομαι ὀρθά.
Εὐλόγησε αὐτὴν τὴν μέρα ποὺ χάρισες σὲ ἐμένα, τὸν ἀνάξιο δοῦλο Σου.
Μὲ τὴν δύναμη τῆς εὐλογίας Σου, κάνε με ἱκανὸ συνέχεια νὰ ὁμιλῶ καὶ νὰ ἐργάζομαι γιὰ τὴ δόξα Σου, μὲ καθαρὸ πνεῦμα, ταπείνωση, ὑπομονή, ἀγάπη, εὐγένεια, εἰρήνη, θάρρος καὶ σοφία, νὰ αἰσθάνομαι πάντοτε τὴν παρουσία Σου.
Μὲ τὴν ἄπειρη ἀγαθότητά Σου, ὦ Κύριε Θεὲ Δεῖξε μου τὸν δρόμο τοῦ θελήματός Σου, καὶ δῶσε ὥστε νὰ βαδίζω μπροστά Σου χωρὶς ἁμαρτία.
Ὢ Κύριε, σὲ ἐσένα ὅλες οἱ καρδιὲς εἶναι ἀνοιχτές. Σὺ γνωρίζεις ὅλα ὅσα ἔχω ἀνάγκη. Σὺ γνωρίζεις τὴν τυφλότητα καὶ τὴν ἄγνοιά μου. Σὺ γνωρίζεις τὴν ἀστάθεια καὶ τὴν διαφθορὰ τῆς ψυχῆς μου.
Ἀλλὰ οὔτε ὁ πόνος καὶ ἡ ἀγωνία μου εἶναι κρυμμένα ἀπὸ Σένα.
Δέξου, σὲ παρακαλῶ τὴν προσευχή μου καὶ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Σου, δίδαξέ με δρόμο ποὺ πρέπει νὰ πορευθῶ.
Καὶ ὅταν ἡ διεστραμμένη μου θέληση μὲ ὁδηγήσει σὲ ἄλλους δρόμους, μὴν μὲ ἀφήσεις νὰ χαθῶ, ἀλλὰ κάνε με νὰ ἐπιστρέψω σὲ Ἐσένα.
Δῶσε μου μὲ τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης Σου νὰ κρατηθῶ σταθερὰ στὸ ἀγαθό.
Φύλαξέ με ἀπὸ κάθε λόγο ἢ πράξη ποὺ μπορεῖ νὰ καταστρέψει τὴν ψυχή, ἀπὸ κάθε ἐπιθυμία ποὺ μπορεῖ νὰ δυσαρεστήσει καὶ νὰ βλάψει τὸν ἀδελφό μου.
Δίδαξέ με πῶς πρέπει καὶ τί πρέπει νὰ λέγω.
Ἂν εἶναι θέλημά Σου νὰ μὴν ἀπαντῶ, δῶσε μου πνεῦμα εἰρηνικῆς σιωπῆς ποὺ νὰ μὴν προκαλεῖ λύπη ἢ πόνο στὸν ἀδελφό μου.
Στήριξέ με στὸν δρόμο τῶν ἐντολῶν Σου καὶ μέχρι τὴν τελευταία μου πνοή, δῶσε νὰ μὴν ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὸ φῶς τῶν ἐντολῶν Σου.
Οἱ ἐντολές Σου ἂς γίνουν ὁ μόνος νόμος στὴν ζωή μου στὴ γῆ καὶ σ᾿ ὅλη τὴν αἰωνιότητα.
Ὦ Θεὲ, σὲ παρακαλῶ, ἐλέησέ με.
Λύτρωσέ με ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ τὴν ἀθλιότητά μου καὶ μὴν κρύβεις ἀπὸ μένα τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Μέσα στὴν μωρία μου Θεέ μου, Σοῦ ζήτησα πολλὰ πράγματα καὶ μεγάλα.
Θυμᾶμαι τὴν ἀγένεια, τὴν φαυλότητά μου καὶ τὴν ἀδυναμία μου καὶ κράζω: ἐλέησέ με.
Μὴ μὲ ἀπομακρύνεις ἀπὸ τὸ Πρόσωπό Σου ἐξαιτίας τῆς ἀλαζονείας μου.
Δῶσε καὶ αὔξησε σὲ μένα τὴ δύναμη νὰ Σὲ ἀγαπῶ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές Σου, ἐγὼ ὁ χειρότερος τῶν ἀνθρώπων, μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, μὲ ὅλη μου τὴν ψυχή, μὲ ὅλη μου τὴν διάνοια, μὲ ὅλη μου τὴν δύναμη, καὶ μὲ ὅλη μου τὴν ὕπαρξη.
Ναί, ὦ Θεέ, μὲ τὸ ἅγιο Πνεῦμα Σου, Δίδαξέ με δίκαια κρίση καὶ γνώση.
Δῶσε μου τὴν γνώση τῆς δικῆς Σου ἀλήθειας, πρὶν ἔλθει τὸ τέλος μου.
Διατήρησε τὴν ζωή μου στὸν κόσμο τοῦτο, μέχρι νὰ μπορέσω νὰ σοῦ προσφέρω ἄξια μετάνοια.
Μὴ μὲ ὁδηγήσεις σὲ θάνατο στὴν μέση τῶν ἡμερῶν μου, οὔτε ἐνόσω ὁ νοῦς μου εἶναι τυφλωμένος.
Ὅταν ὅμως θελήσεις νὰ βάλεις τέρμα στὴν ζωή μου, νὰ μοῦ τὸ δείξεις ἀπὸ πρωτύτερα γιὰ νὰ προετοιμάσω τὴν ψυχή μου πρὶν παρουσιαστεῖ μπροστά Σου.
Νὰ εἶσαι μαζί μου κατὰ τὴν φοβερὴ αὐτὴ ὥρα καὶ νὰ μοῦ δωρίσεις τὴν χαρὰ τῆς σωτηρίας.
Καθάρισέ με ἀπὸ τὶς κρυφὲς ἁμαρτίες μου καὶ ἀπ᾿ ὅλη τὴν ἀχαριστία ποὺ ἔχω μέσα μου καὶ δώρισέ μου καλὴ ἀπολογία μπροστὰ στὸν θρόνο τῆς κρίσης Σου.
Ναί, ὦ Θεέ, μὲ τὸ μεγάλο Σου ἔλεος καὶ τὴν ἀμέτρητη ἀγάπη Σου γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, ἄκουσε τὴν προσευχή μου.

Prayer at Daybreak by Archimandrite Sophrony

O Lord Eternal and Creator of all things,
Who of Thy inscrutable goodness called me to this life;
Who bestowed on me the grace of Baptism and the Seal of the Holy Spirit;
Who imbued me with the desire to seek Thee, the one true God: hear my prayer.
I have no life, no light, no joy or wisdom; no strength except in Thee, O God.
Because of my unrighteousness I dare not raise my eyes to Thee. But Thou said to Thy disciples,
‘Whatsoever you shall ask in prayer believing, you shall receive.’ and
‘Whatsoever you shall ask in my name, that will I do.’
Wherefore I dare to invoke Thee. Purify me from all taint of flesh and spirit.
Teach me to pray aright.
Bless this day which Thee give unto me, Thy unworthy servant.
By the power of Thy blessing enable me at all times to speak and act to Thy glory with a pure spirit, with humility, patience, love, gentleness, peace, courage and wisdom: aware always of Thy presence.
Of Thy immense goodness, O Lord God, show me the path of Thy will, and grant me to walk in Thy sight without sin.
O Lord, unto Whom all hearts be open, Thee know what things I have need of.
Thee are acquainted with my blindness and my ignorance, Thee know my infirmity and my soul’s corruption;
but neither are my pain and anguish hid from Thee.
Wherefore I beseech Thee, hear my prayer and by Thy Holy Spirit teach me the way wherein I should walk; and when my perverted will would lead me down other paths
Spare me not O Lord, but force me back to Thee.
By the power of Thy love, grant me to hold fast to that which is good.
Preserve me from every word or deed that corrupts the soul; from every impulse unpleasing
in Thy sight and hurtful to my brother-man.
Teach me what I should say and how I should speak.
If it be Thy will that I make no answer, inspire me to keep silent in a spirit of peace
that causes neither sorrow nor hurt to my fellow man.
Establish me in the path of Thy commandments and to my last breath let me not stray from the light of Thy ordinances, that Thy commandments may become the sole law of my being on this earth and all eternity.
Yea, Lord, I pray to Thee, have pity on me.
Spare me in my affliction and my misery and hide not the way of salvation from me.
In my foolishness, O God, I plead with Thee for many and great things.
Yet am I ever mindful of my wickedness, my baseness, my vileness. Have mercy upon me.
Cast me not away from your presence because of my presumption.
Do Thee rather increase in me this presumption, and grant unto me, the worst of men,
to love Thee as Thee have commanded, with all my heart, and with all my soul,
and with all my mind, and with all my strength: with my whole being.
Yea, O Lord, by Thy Holy Spirit, teach me good judgment and knowledge.
Grant me to know Thy truth before I go down into the grave.
Maintain my life in this world until I may offer unto Thee worthy repentance.
Take me not away in the midst of my days, nor while my mind is still blind.
When Thee shall be pleased to bring my life to an end, forewarn me that I may prepare my soul to come before Thee. Be with me, O Lord, at that dread hour and grant me the joy of salvation.
Cleanse me from secret faults, from all iniquity that is hidden in me; and give me a right answer
before Thy judgment-seat.
Yea, Lord, of Thy great mercy and immeasurable love for mankind.

ΜΙΚΡΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

Το Μικρό Απόδειπνο τελείται πάντα βράδυ πρίν τόν ύπνο και κλείνει με αυτό η περίοδος των καθ’ ημέραν ακολουθιών.
Στα μοναστήρια τελείται στο ναό.
Από τους πιστούς τελείται κατ’ οικον πρίν τον υπνο.

Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν.
Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι.
Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των αγαθών και ζωής χορηγός, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος, και σώσον, Αγαθέ, τας ψυχάς ημών.
Το Τρισάγιον
Αγιος ο Θεός, Αγιος Ισχυρός, Αγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς. (Τρις).
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών, Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν, Αγιε επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου. Κύριε ελέησον. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η Βασιλεία σου, γεννηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.
Κύριε, ελέησον ιβ’ (12).
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω Βασιλεί ημών Θεώ.
Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ τω Βασιλεί ημών Θεώ.
Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν αυτώ Χριστώ τω Βασιλεί και Θεώ ημών.
Ψαλμός Ν’ (50)
Ελέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου, και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισόν με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστί δια παντός. σοι μόνω ήμαρτον, και το πονηρόν ενώπιόν σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην, και εν αμαρτίαις εκίσσησέ με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπόν σου από των αμαρτιών μου και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το Αγιον μη αντανέλης απ’εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου, και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε, τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσίν σου. Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ, πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα. Τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Ψαλμός ΞΘ’ (69)
Ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες, Κύριε, εις το βοηθήσαι μοι σπεύσον. Αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου. Αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω, και καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοί μοι κακά. Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι, οι λέγοντές μοι: Εύγε, εύγε. Αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί σοί, πάντες οι ζητούντες σε, ο Θεός. Και λεγέτωσαν δια παντός. Μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν σου. Εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός, βοήθησόν μοι. Βοηθός μου, και ρύστης μου ει συ, κύριε, μη χρονίσης.
Ψαλμός ΡΜΒ’ (142)
Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσόν μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν σου πας ζων. Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου, εταπείνωσεν εις γην την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς, ως νεκρούς αιώνος, και ηκηδίασεν επ’εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασιν των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου. Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ’ εμού, και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι επί σοι ήλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν, εν η πορεύσομαι, ότι προς σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον, δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία, ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου, εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου. Και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου, και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος σου ειμί.
Δοξολογία
Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε, προσκυνούμεν σε, δοξολογούμεν σε, ευχαριστούμεν σοι διά την μεγάλην σου δόξαν. Κύριε Βασιλεύ, επουράνιε Θεέ, Πάτερ παντοκράτορ. Κύριε Υιέ μονογενές, Ιησού Χριστέ, και Αγιον Πνεύμα. Κύριε ο Θεός, ο αμνός του Θεού, ο Υιός του Πατρός, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, ελέησον ημάς, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου. Πρόσδεξαι την δέησιν ημών, ο καθήμενος εκ δεξιών του Πατρός, και ελέησον ημάς. Ότι συ ει μόνος Αγιος, συ ει μόνος Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού, Πατρός. Αμήν. Καθ’ εκάστην εσπέραν ευλογήσω σε, και αινέσω το όνομά σου εις τον αιώνα, και εις τον αιώνα του αιώνος. Κύριε, καταφυγή εγενήθης ημίν εν γενεά και γενεά. Εγώ είπα, Κύριε, ελέησόν με, ίασαι την ψυχήν μου ότι ήμαρτόν σοι. Κύριε, προς σε κατέφυγον, δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Ότι παρά σοι πηγή ζωής, εν τω φωτί σου οψόμεθα φως. Παράτεινον το έλεός σου τοις γινώσκουσί σε. Καταξίωσον, Κύριε, εν τη νυκτί ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς. Ευλογητός ει, Κύριε, ο Θεός των Πατέρων ημών, και αινετόν και δεδοξασμένον το όνομά σου εις τους αιώνας. Αμήν. Γένοιτο, Κύριε, το έλεός σου εφ’ ημάς καθάπερ ηλπίσαμεν επί σε. Ευλογητός ει, Κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου. Ευλογητός ει, Δέσποτα, συνέτισόν με τα δικαιώματά σου. Ευλογητός ει Αγιε, φώτισόν με τοις δικαιώμασί σου. Κύριε, το έλεός σου εις τον αιώνα, τα έργα των χειρών σου μη παρίδης. Σοι πρέπει αίνος, σοι πρέπει ύμνος, σοι δόξα πρέπει, τω Πατρί, και τω Υιώ, και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Το σύμβολο της πίστεως
Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού γεννηθέντα, ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο. Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών, και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου, και Μαρίας της Παρθένου, και ενανθρωπήσαντα. Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου, και παθόντα, και ταφέντα. Και αναστάντα τη τρίτη ημέρα κατά τας Γραφάς. Και ανελθόνται εις τους ουρανούς, και καθεζόμενον εκ δεξιών του Πατρός. Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς, Ου της Βασιλείας ουκ έσται τέλος. Και εις το Πνεύμα το Αγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν διά των Προφητών. Εις Μίαν, Αγία, Καθολικήν, και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Ομολογώ έν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών. Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών, και ζωήν του μέλλοντος αιώνος. Αμήν.
Αξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέρα των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, σε μεγαλύνομεν.
Το Τρισάγιον
Αγιος ο Θεός, Αγιος Ισχυρός, Αγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς.
Αγιος ο Θεός, Αγιος Ισχυρός, Αγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς.
Αγιος ο Θεός, Αγιος Ισχυρός, Αγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς. Κύριε ιλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών, Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν, Αγιε επίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν του ονόματός σου. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον. Κύριε, ελέησον.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η Βασιλεία σου, γεννηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον, και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών. Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού.
(εν συνεχεία λέγομεν το τροπάριον του Αγίου της ημέρας)
Κύριε, ελέησον μ’ (40).
Ο εν παντί καιρώ και πάση ώρα, εν ουρανώ και επί γης προσκυνούμενος και δοξαζόμενος Χριστός ο Θεός, ο μακρόθυμος, ο πολυέλεος, ο πολυεύσπλαχνος, ο τους δικαίους αγαπών και τους αμαρτωλούς ελεών, ο πάντας καλών προς σωτηρίαν δια της επαγγελίας των μελλόντων αγαθών. Αυτός, Κύριε, πρόσδεξαι και ημών εν τη ώρα ταύτη τας εντεύξεις, και ίθυνον την ζωήν ημών προς τας εντολάς σου. Τας ψυχάς ημών αγίασον, τα σώματα άγνισον, τους λογισμούς διόρθωσον, τας εννοίας κάθαρον, και ρύσαι ημάς από πάσης θλίψεως, κακών και οδύνης. Τείχισον ημάς αγίοις σου αγγέλοις, ίνα τη παρεμβολή αυτών φρουρούμενοι και οδηγούμενοι, καταντήσωμεν εις την ενότητα της πίστεως και εις την επίγνωσιν της απροσίτου σου δόξης, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι, και νυν, και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Την τιμιωτέραν των Χερουβίμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφίμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, σε μεγαλύνομεν.
Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Και σώσον και βοήθησον ημάς, Παναγία Παρθένε.
Ευχή εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον
Ασπιλε, αμόλυντε, αφθορε, αχραντε, αγνή Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα, η Θεόν Λόγον τοις ανθρώποις τη παραδόξω σου κυήσει ενώσασα, και την απωσθείσαν φύσιν του γένους ημών τοις ουρανίοις συνάψασα. Η των απηλπισμένων μόνη ελπίς, και των πολεμουμένων βοήθεια. Η ετοίμη αντίληψις των εις σε προστρεχόντων, και πάντων των Χριστιανών το καταφύγιον. Μη βδελύξη με τον αμαρτωλόν, τον εναγή, τον αισχροίς λογισμοίς, και λόγοις, και πράξεσιν όλον εμαυτόν αχρειώσαντα, και τη των ηδονών του βίου ραθυμία γνώμη δούλον γενόμενον. Αλλ’ ως του φιλανθρώπου Θεού Μήτηρ, φιλανθρώπως σπλαγχνίσθητι επ’ εμοί τω αμαρτωλώ και ασώτω, και δέξαι μου την εκ ρυπαρών χειλέων προσφερομένην σοι δέησιν, και τον σον Υιόν, και ημών Δεσπότην και Κύριον, τη μητρική σου παρρησία χρωμένη δυσώπησον, ίνα ανοίξη καμοί τα φιλάνθρωπα σπλάγχνα της αυτού αγαθότητος, και, παριδών μου τα αναρίθμητα πταίσματα, επιστρέψη με προς μετάνοιαν, και των αυτού εντολών εργάτην δόκιμον αναδείξη με. Και πάρεσό μοι αεί ως ελεήμων, και συμπαθής, και φιλάγαθος, εν μεν τω παρόντι βίω, θερμή προστάτις και βοηθός, τας των εναντίων εφόδους αποτειχίζουσα, και προς σωτηρίαν καθοδηγούσα με. Και εν τω καιρώ της εξόδου μου, την αθλίαν μου ψυχήν περιέπουσα, και τας σκοτεινάς όψεις των πονηρών δαιμόνων πόρρω αυτής απελαύνουσα. Εν δε τη φοβερά ημέρα της κρίσεως, της αιωνίου με ρυομένη κολάσεως, και της απορρήτου δόξης του σου Υιού και Θεού ημών κληρονόμον με αποδεικνύουσα. Ης και τύχοιμι, Δέσποινά μου, υπεραγία Θεοτόκε, δια της σης μεσιτείας και αντιλήψεως, χάριτι και φιλανθρωπία του μονογενούς σου Υιού, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω αυτού Πατρί, και τω Παναγίω, και αγαθώ, και ζωοποιώ αυτού Πνεύματι, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ευχή εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν
Και δος ημίν, Δέσποτα, προς ύπνον απιούσιν, ανάπαυσιν σώματος και ψυχής, και διαφύλαξον ημάς από του ζοφερού ύπνου της αμαρτίας, και από πάσης σκοτεινής και νυκτερινής ηδυπαθείας. Παύσον τας ορμάς των παθών, σβέσον τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού, τα καθ’ ημάς δολίως κινούμενα. Τας της σαρκός ημών επαναστάσεις κατάστειλον, και παν γεώδες και υλικόν ημών φρόνημα κοίμησον. Και δώρησαι ημίν, ο Θεός, γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν, καρδίαν νήφουσαν, ύπνον ελαφρόν, και πάσης σατανικής φαντασίας απηλλαγμένον. Διανάστησον δε ημάς εν τω καιρώ της προσευχής, εστηριγμένους εν ταις εντολαίς σου, και την μνήμην των σων κριμάτων εν εαυτοίς απαράθραυστον έχοντας. Παννύχιον ημίν την σην δοξολογίαν χάρισαι εις το υμνείν, και ευλογείν, και δοξάζειν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομά σου, του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Υπερένδοξε, αειπάρθενε, ευλογημένη Θεοτόκε, προσάγαγε την ημετέραν προσευχήν τω Υιώ σου και Θεώ ημών, και αίτησαι, ίνα σώση δια σου τας ψυχάς ημών.
Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Αγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι.
Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, Μήτηρ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.
Ευχή εις τον φύλακα Αγγελον
Αγιε Αγγελε, ο εφεστώς της αθλίας μου ψυχής και ταλαιπώρου μου ζωής, μη εγκαταλίπης με τον αμαρτωλόν, μηδέ αποστής απ’εμού δια την ακρασίαν μου. Μη δώης χώραν τω πονηρώ δαίμονι κατακυριεύσαι μου τη καταδυναστεία του θνητού τούτου σώματος. Κράτησον της αθλίας και παρειμένης χειρός μου, και οδήγησόν με εις οδόν σωτηρίας. Ναι, Αγιε Αγγελε του Θεού, ο φύλαξ και σκεπαστής της αθλίας μου ψυχής και του σώματος, πάντα μοι συγχώρησον, όσα σοι έθλιψα πάσας τα ημέρας της ζωής μου, και ει τι ήμαρτον την σήμερον ημέραν. Σκέπασόν με εν τη παρούση νυκτί και διαφύλαξόν με από πάσης επηρείας του αντικειμένου, ίνα μη εν τινι αμαρτήματι παροργίσω τον Θεόν. Και πρέσβευε υπέρ εμού προς τον Κύριον, του επιστηρίξαι με εν τω φόβω Αυτού, και άξιον αναδείξαι με δούλον της Αυτού αγαθότητος. αμήν.
Δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς.
Αμήν.

Ο παπα-Λευτέρης Νουφράκης και η λειτουργία στην Αγια-Σοφιά

Του Αντώνη Ε. Στιβακτάκη
Κάποτε μου μίλησε ο παππούς μου για ένα Κρητικό παπά, αληθινό παλικάρι, που το Γενάρη του 1919 λειτούργησε κάτω από τους χιλιόχρονους θόλους της Αγια-Σοφιάς!!
Τον γνώριζε καλά, γιατί ήταν στρατιωτικός ιερέας στη Μεραρχία που ανήκε και ο ίδιος, στη Μεραρχία εκείνη που αργότερα συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία κι έφτασε ως τις πύλες της Αγκυρας, ήπιε νερό από το Σαγγάριο!… Όμως αλίμονο! αυτό το δροσερό νερό μετατράπηκε λίγο αργότερα σε καυτό πύρινο ποτάμι πόνου και οδύνης, που έκαψε τις καρδιές όλων των Ελλήνων.
Στα λόγια του παππού μου δεν έδωσα τότε μεγάλη σημασία. Μου φάνηκε αυτό που μου ‘λεγε απίθανο, το θεώρησα σαν ένα παραλήρημα, απομεινάρι εκείνου του αβάσταχτου, του αφάνταστου πόνου που ένιωθε ο παππούς μου, όταν αναθυμόταν τα περασμένα, όταν άκουγε τις λέξεις Ιωνία, Σμύρνη, Πέργαμος, Αϊβαλί, Τραπεζούντα, Κερασούντα, Σαγγάριος, Εσκί Σεχήρ, Αφιόν Καραχισάρ, Πόλη, Αγια Σοφιά!! Οι λέξεις αυτές είχαν πάρει στο νου και στην καρδιά του παππού μου τη θέση ό,τι πιο ιερού και πιο νοσταλγικού είχε σ’ αυτή τη ζωή, ακόμη πιο ιερού και από τα ίδια τα παιδιά του, τα εγγόνια του, την ίδια του τη ζωή!
Δεκάδες φορές τον αντίκρισα με τα παιδικά μου μάτια να κλαίει – πολλές φορές ξεσπούσε σε γοερούς λυτρωτικούς λυγμούς – προσφέροντας αυτά τα άγια ονόματα, που ταυτίζονται με τη διαχρονική ιστορική πορεία και παρουσία του Γένους μας πάνω στη γη. Τότε δεν καταλάβαινα τίποτε ή σχεδόν τίποτε. Μονάχα μια ακαθόριστη απορία κυριαρχούσε στην ψυχή μου απ’ αυτή την ξεχωριστή στάση του παππού μου. Λίγο αργότερα κατάλαβα την καθοριστική επίδραση αυτών των δακρύων, αυτών των λυγμών στην δική μου ψυχή. Την καταλαβαίνω τώρα, θα την αισθάνομαι πάντα να κυριαρχεί σ’ όλο το είναι μου.
Ο παππούς μου βέβαια είχε δίκιο, όταν έλεγε πως τον Ιανουάριο του 1919 λειτουργήθηκε η Αγια-Σοφιά! Πρωταγωνιστής αυτού του συγκλονιστικού γεγονότος της εθνικής μας ζωής, το οποίο δυστυχώς αγνοούν πολλοί Έλληνες, ήταν ένα αληθινό παλικάρι, ένα βλαστάρι της λεβεντογέννας Κρήτης της οποίας τα ανδρεία παιδιά έδωσαν πάντα το μεγάλο παρόν σ’ όλους τους αγώνες του Γένους, από τα πανάρχαια χρόνια (Ιδομενέας, Νέαρχος κ.α.) ως τις μέρες μας (Μακεδονικός Αγώνας, Δρίσκο της Ηπείρου κ.α.) Αναφερόμαστε στον παπα-Λευτέρη Νουφράκη από τις Αλώνες Ρεθύμνου, ο οποίος υπηρετούσε ως στρατιωτικός ιερέας στη Β’ Ελληνική Μεραρχία, μια από τις δύο Μεραρχίες που συμμετείχαν στις αρχές του 1919 στο «συμμαχικό» εκστρατευτικό σώμα στην Ουκρανία. Η Μεραρχία αυτή στο δρόμο προς την Ουκρανία στάθμευσε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, την Πόλη των ονείρων του ελληνικού λαού, η οποία βρισκόταν τότε υπό «συμμαχική επικυριαρχία», ύστερα από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μια ομάδα Ελλήνων αξιωματικών με επικεφαλής το γενναίο κρητικό και μαζί του τον ταξίαρχο Φραντζή, τον Ταγματάρχη Λιαρομάτη, το Λοχαγό Σταματίου και τον Υπολοχαγό Νικολάου αγνάντευαν από το πλοίο την πόλη και την Αγια-Σοφιά, κρύβοντας βαθιά μέσα στην καρδιά τους το μεγάλο μυστικό τους, τη μεγάλη απόφαση που είχαν πάρει το περασμένο βράδυ, ύστερα από πρόταση και έντονη επιμονή του λιονταρόψυχου Κρητικού παπα-Λευτέρη Νουφράκη. Να βγουν δηλαδή στην πόλη και να λειτουργήσουν στην Αγια-Σοφιά.
Όλοι τους ήταν διστακτικοί, όταν άκουσαν τον παπα – Λευτέρη να τους προτείνει το μεγάλο εγχείρημα. Ήξεραν ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα.
Η Αγια-Σοφιά, ήταν ακόμη τζαμί, σίγουρα κάποιοι φύλακες θα ήταν εκεί, κάποιοι άλλοι θα πήγαιναν για προσευχή, δεν ήταν δύσκολο από τη μια στιγμή στην άλλη να γεμίσει η εκκλησία. Ύστερα ήταν και οι ανώτεροί τους που δεν θα έβλεπαν με καλό μάτι αυτή την ενέργεια, η οποία σίγουρα θα προκαλούσε θύελλα αντιδράσεων από τους «συμμάχους» για την «Προκλητικότητα» της. Ίσως μάλιστα να δημιουργείτο και διπλωματικό επεισόδιο που θα έφερνε σε δύσκολη θέση την Ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Όμως ο παπα-Λευτέρης έχει πάρει την απόφασή του, ήταν αποφασιστικός και κατηγορηματικός.
– Αν δεν έρθετε εσείς, θα πάω μοναχός μου! Μόνο ένα ψάλτη θέλω. Εσύ, Κωνσταντίνε (Λιαρομάτη), θα μου κάνεις τον ψάλτη;
– Εντάξει, παππούλη, του απάντησε ο Ταγματάρχης, που πήρε και αυτός την ίδια απόφαση, κι όλα πια είχαν μπει στο δρόμο τους.
Τελικά, μαζί τους πήγαν και οι άλλοι.
Το πλοίο που μετέφερε τη Μεραρχία είχε αγκυροβολήσει στ’ ανοιχτά, γι αυτό επιβιβάστηκαν σε μια βάρκα στην οποία κωπηλατούσε ένας Ρωμιός της Πόλης και σε λίγο αποβιβάστηκαν στην προκυμαία. Ο Κοσμάς, ο ντόπιος βαρκάρης, έδεσε τη βάρκα και τους οδήγησε από το συντομότερο δρόμο στην Αγια-Σοφιά. Η πόρτα ήταν ανοιχτή λες και τους περίμενε. Ο Τούρκος φύλακας κάτι πήγε να πει στη γλώσσα του, όμως τον καθήλωσε στη θέση του και τον άφησε άφωνο ένα άγριο κι αποφασιστικό βλέμμα του Ταξίαρχου Φραντζή. Όλοι μπήκαν μέσα σε ευλάβεια και προχώρησαν κάνοντας το σταυρό τους. Ο παπα-Λευτέρης ψιθύρισε με μεγάλη συγκίνηση: «Εισελεύσομαι εις τον οίκον σου, προσκυνήσω προς Ναόν Αγίον σου εν φόβω…».
Προχωρεί γρήγορα, δεν χρονοτριβεί. Εντοπίζει το χώρο στον οποίο βρισκόταν το Ιερό και η Αγία Τράπεζα. Βρίσκει ένα τραπεζάκι, το τοποθετεί σ’ αυτή τη θέση, ανοίγει την τσάντα του, βγάζει όλα τα απαραίτητα για τη Θεία λειτουργία, βάζει το πετραχήλι του και αρχίζει
– Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
– Αμήν, αποκρίνεται ο Ταγματάρχης Λιαρομάτης και η Θεία Λειτουργία στην Αγια-Σοφιά έχει αρχίσει. Μακάρι να μας αξιώσει ο Θεός να την ολοκληρώσουμε, σκέφτονται όλοι, και σταυροκοπιούνται με κατάνυξη. Οι αξιωματικοί μοιάζουν να τα ‘χουν χαμένα, όλα έγιναν τόσο ξαφνικά και φαίνονται απίστευτα.
Η Θεία Λειτουργία προχωρεί κανονικά. Η Αγια-Σοφιά ύστερα από 466 ολόκληρα χρόνια ξαναλειτουργείται!! Ο παπα-Λευτέρης συνεχίζει. Όλα γίνονται ιεροπρεπώς, σύμφωνα με το τυπικό της Εκκλησίας. Ακούγονται τα «ειρηνικά», το «Κύριε ελέησον», «ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού…», που γράφτηκε από τον ίδιο τον Ιουστινιανό με την προσταγή και την φροντίδα του οποίου χτίστηκε και η Αγια – Σοφιά. Ακολουθεί η Μικρή Είσοδος, το «Τη Υπερμάχω Στρατηγώ…», ο Απόστολος από τον Ταξίαρχο Φραντζή και το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα από τον παπα-Λευτέρη. Χρέη νεωκόρου εκτελεί ο Υπολοχαγός Νικολάου.
Στο μεταξύ η Αγια-Σοφιά αρχίζει να γεμίζει με Τούρκους. Ο παπα-Νουφράκης δεν πτοείται και συνεχίζει. Οι άλλοι κοιτάζουν σαστισμένοι πότε τον ατρόμητο παπά και πότε τους Τούρκους που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρακολουθούν σιωπηλοί μη μπορώντας ίσως να πιστέψουν στα μάτια τους, γιατί αυτό που γινόταν εκείνη την ώρα μέσα στην Αγια-Σοφιά, ήταν πραγματικά κάτι το απίστευτο.
Μετά το Ευαγγέλιο ακολουθεί το Χερουβικό από τον Ταγματάρχη Λιαρομάτη, ενώ ο παπα-Λευτέρης τοποθετεί το αντιμήνσιο πάνω στο τραπεζάκι, για να κάνει την Προσκομιδή. Οι Τούρκοι συνεχώς πληθαίνουν. Οι ώρες είναι δύσκολες, αλλά και ανεπανάληπτες, επικές. Ο παπα-Νουφράκης συνεχίζει. Βγάζει από την τσάντα ένα μικρό Αγιο Ποτήριο, ένα δισκάριο, ένα μαχαιράκι, ένα μικρό πρόσφορο κι ένα μικρό μπουκαλάκι με νάμα. Με ιερή συγκίνηση και κατάνυξη κάνει την προσκομιδή, ενώ ο Λιαρομάτης συνεχίζει να ψάλει το Χερουβικό. Όταν ολοκλήρωσε την Προσκομιδή, στρέφεται στον Υπολοχαγό Νικολάου, του λέει ν’ ανάψει το κερί για να ακολουθήσει η Μεγάλη Είσοδος. Ο νεαρός Υπολοχαγός προχωρεί μπροστά με το αναμμένο κερί και ακολουθεί ο παπάς βροντοφωνάζοντας: «Πάααντων ημών μνησθείη Κύριος ο Θεός…»
Στη συνέχεια ακολουθούν οι «Αιτήσεις» και το «Πιστεύω», το οποίο είπε ο Φρατζής .Στο μεταξύ η Αγια-Σοφιά, έχει γεμίσει με Τούρκους κι ανάμεσά τους υπάρχουν και πολλοί Έλληνες της Πόλης, που βρέθηκαν εκεί αυτή την ώρα και παρακολουθούν με συγκίνηση τη λειτουργία, χωρίς να τολμούν να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους «δια τον φόβον των Ιουδαίων» δηλαδή των Τούρκων. Μόνο κάποιες στιγμές δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα δάκρυα που τρέχουν από τους οφθαλμούς τους και για να μην προδοθούν φροντίζουν και τα σκουπίζουν πριν γίνουν «πύρινο» ποτάμι και τότε ποιός θα μπορούσε να τα συγκρατήσει.
Η Λειτουργία στο μεταξύ φτάνει στο ιερότερο σημείο της, την Αναφορά. Ο παπα-Λευτέρης με πάλλουσα από τη συγκίνηση φωνή λέει: «Τα σα εκ των Σω, Σοι προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα». Όλοι οι αξιωματικοί γονατίζουν και η φωνή του Ταγματάρχη Λιαρομάτη ακούγεται να ψέλνει το «Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοι ευχαριστούμεν Κύριε και δεόμεθά Σου ο Θεός ημών»., Σε λίγη ώρα η αναίμακτη θυσία του κυρίου μας έχει τελειώσει στην Αγια-Σοφιά, ύστερα από 466 ολόκληρα χρόνια!! Ακολουθεί το «Αξιον Εστί», το «Πάτερ ημών»… το «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε» και όλοι οι αξιωματικοί πλησιάζουν και κοινωνούν τα Αχραντα Μυστήρια. Ο παπα-Λευτέρης λέει γρήγορα τις ευχές και ενώ ο Λιαρομάτης ψέλνει το «Ειη το όνομα Κυρίου ευλογημένον…» καταλύει το υπόλοιπον της Θείας Κοινωνίας και απευθυνόμενος στον Υπολοχαγό Νικολάου του λέει: «Μάζεψέ τα γρήγορα όλα και βάλτα μέσα στην τσάντα». ‘Υστερα κάνει την Απόλυση!
Η Θεία Λειτουργία στην Αγια-Σοφιά, έχει ολοκληρωθεί. Ένα όνειρο δεκάδων γενεών Ελλήνων έχει γίνει πραγματικότητα. Ο παπα-Νουφράκης και οι τέσσερις αξιωματικοί είναι έτοιμοι να αποχωρήσουν και να επιστρέψουν στο πλοίο. Η Εκκλησία όμως είναι γεμάτη Τούρκους, οι οποίοι έχουν αρχίσει να γίνονται άγριοι, επιθετικοί συνειδητοποιώντας τι ακριβώς είχε συμβεί. Η ζωή τους κινδυνεύει άμεσα. Όμως δε διστάζουν, πλησιάζει ο ένας τον άλλο, γίνονται «ένα σώμα», μια γροθιά και προχωρούν προς την έξοδο.
Οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να τους επιτεθούν, όταν ένας Τούρκος αξιωματούχος παρουσιάζεται με την ακολουθία του και τους λέει: «Ντουρούν χέμεν.. (Αφήστε τους να περάσουν). Το είπε με μίσος. Θα ήθελε να βάψει τα χέρια του στο αίμα τους, όμως εκείνη τη στιγμή έτσι έπρεπε να γίνει, αυτό επέβαλαν τα συμφέροντα της πατρίδας του, δεν ήταν χρήσιμο γι αυτούς να σκοτώσουν τώρα πέντε Ρωμιούς αξιωματικούς μέσα στην Αγια-Σοφιά.
Δεν ξεχνά ότι στ’ ανοιχτά της Πόλης βρίσκονται δύο ετοιμοπόλεμες Ελληνικές Μεραρχίες κι ακόμη ότι η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται ουσιαστικά υπό την επικυριαρχία των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στους οποίους βέβαια δεν συμπεριλαμβάνονται οι Τούρκοι.
Στο άκουσμα αυτών των λόγων οι Τούρκοι υποχωρούν. Ο παπα-Νουφράκης και οι άλλοι αξιωματικοί βγαίνουν από την Αγια-Σοφιά και κατευθυνόμενοι προς την προκυμαία, όπου τους περιμένει η βάρκα.
Ένας μεγαλόσωμος Τούρκος τους ακολουθεί, σηκώνει ένα ξύλο και ορμά για να χτυπήσει τον παπα-Νουφράκη. Διαισθάνεται, ξέρει ότι αυτός ο παπάς είναι ο εμπνευστής, ο δημιουργός αυτού του γεγονότος.
Ο ηρωικός παπάς σκύβει για να προφυλαχθεί, αλλά ο Τούρκος καταφέρνει και τον χτυπά στον ώμο. Λυγίζει το σώμα του από τον αβάσταχτο πόνο, όμως μαζεύει τις δυνάμεις του, ανασηκώνεται και συνεχίζει να προχωρεί. Στο μεταξύ ο Ταγματάρχης Λιαρομάτης και ο Λοχαγός Σταματίου αφοπλίζουν τον Τούρκο, που είναι έτοιμος για να δώσει το πιο δυνατό κι ίσως το τελειωτικό χτύπημα στον παπά.
Ήδη, πλησιάζουν στη βάρκα. Μπαίνουν όλοι μέσα. Ο Κοσμάς μαζεύει τα σχοινιά και αρχίζει γρήγορα να κωπηλατεί. Σε λίγο βρίσκονται πάνω στο ελληνικό πολεμικό πλοίο ασφαλείς και θριαμβευτές. Βέβαια ακολούθησε διπλωματικό επεισόδιο και οι «σύμμαχοι» διαμαρτυρήθηκαν έντονα στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αναγκάστηκε να επιπλήξει τον παπα-Λευτέρη Νουφράκη. Όμως κρυφά επικοινώνησε μαζί του και «τον επαίνεσε και συνεχάρη τον πατριώτη ιερέα, που έστω και για λίγη ώρα ζωντάνεψε μέσα στην Αγια-Σοφιά τα πιο ιερά όνειρα του Έθνους μας».
Αυτό ήταν σε γενικές γραμμές το ιστορικό της Θείας Λειτουργίας που έγινε ύστερα από 466 χρόνια στην Αγια-Σοφιά από τον ηρωικό παπα – Λευτέρη Νουφράκη. Σίγουρα οι περισσότεροι Νεοέλληνες το αγνοούμε. Το όνομα του λιονταρόψυχου Κρητικού δε λέει τίποτε στο νου και στην καρδιά μας. Κι όμως αυτός ο απλός παπάς από τις Αλώνες Ρεθύμνου σήκωσε πάνω στους ώμους του και ζωντάνεψε, έστω και για λίγο, ένα από τα πιο επικά, πιο ιερά, πιο άγια όνειρα του Γένους.
Όσο κι αν έψαξα δε βρήκα πουθενά τίποτε που να θυμίζει στους Νεοέλληνες τον ηρωικό παπά και την παράτολμη ηρωική πράξη του. Δεν υπάρχει καμία προτομή του στο χωριό του, στην πόλη του Ρεθύμνου, στον περίβολο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης ή σε κάποια πλατεία της πρωτεύουσας της Ελλάδας. Κανένας δρόμος, έστω και ο πιο ασήμαντος, δε φέρει το επικό όνομά του. Καμία αναφορά δε γίνεται στη ζωή και στη δράση του στα πλαίσια της τοπικής ή της εθνικής μας ιστορίας. Τίποτε απ’ όλα δεν έχει γίνει! Όχι γι αυτόν.
Αυτός το χρέος του το έκαμε χωρίς να αποβλέπει σε κανενός είδους ανταπόδοση. Αλλά για μας, για μας που έχουμε ανάγκη από τέτοια ηρωικά πρότυπα, από ισχυρά στηρίγματα, για να, μπορέσουμε να κρατήσουμε και να διασώσουμε ό,τι είναι δυνατόν από την ταυτότητά μας, από τα ιδανικά του γένους μας, από την ίδια την ψυχή μας.
Σήμερα μάλιστα που φριχτή «νέα τάξη» πραγμάτων καταδυναστεύει και απειλεί τη ζωή μας, σήμερα που κινδυνεύουμε να χάσουμε την ταυτότητά μας μέσα στο μεγάλο χωνευτήρι λαών και πολιτισμών, που λέγεται «Ευρωπαϊκή Ένωση», σήμερα που οι Λουδοβίκοι της διεθνούς σκηνής και πραγματικότητας δεν κρατάνε πια ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα, αλλά «υπερασπίζονται» τα ανθρώπινα δικαιώματα όπου, όποτε και αν τους συμφέρει και τα καταπατούν βάναυσα και ανεπαίσχυντα, όταν η υπεράσπισή τους έρχεται σε αντίθεση με τις επιδιώξεις τους, είναι ανάγκη επιτακτική να προβάλλονται εθνικές μορφές σαν τον παπα-Λευτέρη Νουφράκη και παράτολμες ηρωικές πράξεις σαν τη Λειτουργία που τέλεσε στην Αγια-Σοφιά το Γενάρη του 1919. Είναι ανάγκη αυτές οι μορφές να υψώνονται ως σύμβολα γνήσιου και άδολου πατριωτισμού, αληθινού αγώνα κι αυτοθυσίας.
Γιατί τότε και μόνο τότε μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα αντέξουμε ως Έθνος στις συμπληγάδες της σύγχρονης ζοφερής «νέας αταξίας» που επικρατεί στη διεθνή σκηνή χωρίς να σέβεται τίποτε καταπατώντας κάθε έννοια δικαίου, καθετί που είναι αντίθετο με τα συμφέροντά της και τις επιδιώξεις της. Τότε σίγουρα θα εξακολουθήσουμε να υπάρχουμε και να αγωνιζόμαστε με ηρωισμό και αυτοθυσία για την αλληλεγγύη, τη συναδέλφωση και την ειρηνική συμβίωση όλων ανεξαιρέτως των λαών της γης, γιατί όλοι έχουν αναμφισβήτητα τα ίδια δικαιώματα στη ζωή και στην απολαβή των αγαθών, τα οποία τόσο πλούσια σκόρπισε σ’ αυτή τη γη το χέρι του Δημιουργού.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Κυριακού Ανδρέα, Λειτουργία στην Αγια-Σοφιά το Γενάρη του 1919, στο περ. «Τα Πάτρια» 1996, 4-5, 57-61 (αναδημοσίευση από το περ. «Ορθόδοξη Μαρτυρία», Κύπρος).
2. Κουβελα Γ.Δ., η Τελευταία Λειτουργία στην Αγια-Σοφιά, στο περ. «Σύνδεσμος», 1992, 259, 82.
3. Χατζή Ν.Μ., Η τελευταία Λειτουργία στην Αγια-Σοφιά, στο περ. «Σύνδεσμος» 1992, 262-263, 133
4. Από τις διηγήσεις του παππού μου Εμμανουήλ Γ. Γελασάκη (1897-1988). (31/5)
Σημείωση Αντ. Θ.Βασιλάκη : Οπως με πληροφόρησε ο έγγονος του αδελφού του παπά Νουφράκη, σήμερα (Καλοκαίρι 2001) κατασκευάζεται προτομή του ήρωα στο χωριό του.
(Γράφει ο Αντώνης Στιβακτάκης απο αυτά που του είπε ο παππούς του και όχι ο Ανδρ. Κυριακού , όπως αυθαίρετα έγραψαν, αντιγράφοντας από εδω κάποιες ιστοσελίδες. Το κείμενο πρωτοδημοσιευτηκε. στην εφημερίδα Ηρακλείου Κρητης «ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ») την 3/6/1998
St_Sophia

Τα θαύματα στη ζωή μας (Θεϊκά και Σατανικά)

Θαύμα ονομάζουμε το ανεξήγητο εκείνο γεγονός, που μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα σε μία κατάσταση, με ακατανόητο τρόπο. Κι εδώ όμως, όπως και σε όλες τις περιπτώσεις της ζωής μας, υπάρχει η αλήθεια και η πλάνη, το γνήσιο και το κάλπικο, το ωφέλιμο και το επιζήμιο, που μας αναγκάζουν να χωρίσουμε τα θαύματα σε δύο κατηγορίες: Στα Θεϊκά, τα οποία προέρχονται από τις Ενέργειες της Χάρης του Θεού και στα ψευτοθαύματα (ή αλλιώς θαύματα εντυπωσιασμού), εκείνα δηλαδή που γίνονται μέσω της επίκλησης διαφόρων δαιμόνων.

Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε τα Θαύματα που δημιουργούν στην καρδιά του πιστού μία κατάσταση ειρήνης και χαράς, χωρίς όμως ποτέ να αποβλέπουν στην επίδειξη και τον εντυπωσιασμό. Στην περίπτωση αυτή, τα αίτια που έλκουν τη Χάρη του Θεού, δεν είναι άλλα από την Πίστη, την ταπείνωση και την αγάπη, τα οποία στολίζουν τις ψυχές εκείνων που προκαλούν αυτά τα Θαύματα, αλλά και κάποιων από εκείνους που γίνονται αποδέκτες τέτοιων Θαυμάτων.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, είναι η πνευματική ωφέλεια που επιφέρουν στα άτομα, καθώς και το γεγονός ότι εκδηλώνονται κατά τη συντριπτική τους πλειοψηφία, σε χώρους σχετικούς με τη Χριστιανορθόδοξη Πίστη (ορισμένα μάλιστα κάθε χρόνο και σε συγκεκριμένες ημερομηνίες), αναδεικνύοντας έτσι την Ορθοδοξία σε μοναδική σωστή και αληθινή Πίστη, του μοναδικού αληθινού Θεού.

Στις περιπτώσεις που δεν γίνεται κάτι τέτοιο, δηλαδή που τα Θαύματα αυτά δεν γίνονται σε χώρους σχετικούς με τη Χριστιανορθόδοξη Πίστη, ο Θεός και πάλι ενεργεί θαυματουργικά με τη Χάρη Του, θέλοντας να δείξει ότι δεν εγκαταλείπει τα πλάσματά του, ανεξάρτητα από τα πιστεύω τους και τις θρησκείες που μπορεί να ανήκουν και πως τα προσκαλεί πάντα με αγάπη, για να γνωρίσουν την Αλήθειά Του.

Στη δεύτερη περίπτωση τώρα, έχουμε να κάνουμε με το τάγμα του Εωσφόρου και τα όργανά του (με όσους δηλαδή το ακολουθούν).

Όπως θα δούμε και παρακάτω, τα φαινόμενα αυτά είναι καθαρά δαιμονικά και έχουν σαν απώτερο σκοπό τη δαιμονοποίηση των ανθρώπων, διαμέσου πάντα του εντυπωσιασμού που τους προκαλούν, ενώ σε όλες τις περιπτώσεις αποφέρουν και μεγάλα χρηματικά ποσά ή ανταλλάγματα, σε εκείνους που τα πραγματοποιούν.

Ας ξεκινήσουμε όμως πρώτα να γνωρίσουμε τα Θαύματα, που προέρχονται από τις Ενέργειες της Χάρης του Θεού, μέσα από τα συγγράμματα του Ιεροδιακόνου Νεκταρίου του Ιεροσολυμίτη, ο οποίος περιγράφει και υποδεικνύει λεπτομερώς τα Θαύματα και τις τοποθεσίες, όπως επίσης και τις ημερομηνίες που τα περισσότερα από αυτά επαναλαμβάνονται.

«Μπορεί καμιά φορά να περνάει από το νου σου η εξής σκέψη. Υπάρχουν τόσες θρησκείες στη γη, Xριστιανοί, μουσουλμάνοι, βουδιστές, ινδουϊστές κ.λ.π. Ποιος έχει την Αλήθεια; Αλλά και οι Χριστιανοί είναι χωρισμένοι: Ορθόδοξοι, Παπικοί, Διαμαρτυρόμενοι… τι θα γίνουν οι άλλοι άνθρωποι; Εμείς μόνον κατέχουμε την Αλήθεια; Και σιγά-σιγά αυτή η συλλογιστική οδός μπορεί να οδηγήσει στους σκοτεινούς δρόμους της αμφιβολίας πρώτα και τέλος στο κανάλι της απιστίας. Εμείς όμως πέραν από μια θεωρητική απάντηση -που δεν είναι του παρόντος- σου προτείνουμε το εξής: Αν νομίζεις πως η Αλήθεια δια την Ορθόδοξη Πίστη είναι σημαντική υπόθεση, θα σου λέγαμε να κάνεις ένα ταξίδι το Πάσχα στα Ιεροσόλυμα. Εκεί θα δεις με τα μάτια σου ένα συνεχιζόμενο θαύμα : Την Τελετή του Αγίου Φωτός. Αν και έχουν περάσει ολόκληροι αιώνες το θαύμα αυτό συνεχίζεται. Κάθε χρόνο το Άγιο Φως ανάβει μόνο του στον Πανάγιο Τάφο με Θεϊκή Δύναμη.

Η Επιστήμη, η Τεχνολογία και η Λογική, δεν μπορούν να δώσουν καμιάν εξήγηση στο φαινόμενο αυτό, δεδομένου ότι το θαύμα είναι υπέρ την φύσιν και δεν επιδέχεται έρευνα. Εκεί παρευρίσκοντο χιλιάδες προσκυνητές από όλον τον κόσμο, για να δουν το μεγάλο αυτό γεγονός. Τη στιγμή που το Άγιο Φως εμφανίζεται τρέχει σαν αστραπή, ή σαν περιστέρι ή φτερουγίζει στα σβηστά κανδήλια και τα ανάβει. Ή ανάβει τα κεριά Χριστιανών ξαφνικά, ενώ αυτοί βρίσκονται πολύ μακριά. Μόλις πρωτοεμφανίζεται έχει χρωματισμό γαλάζιο, διαφορετικό από το σύνηθες φως. Τα τρία πρώτα λεπτά το Άγιο Φως δεν καίει. Μπορείς να το ακουμπήσεις στο πρόσωπό σου, στα μαλλιά σου, μπορείς να το πιάσεις με τα χέρια σου χωρίς να πάθεις τίποτε. Βλέπεις Παπάδες να το βάζουν στα γένια τους και να μην πιάνουν φωτιά! Πρώτα όμως από όλα αυτά ο Ορθόδοξος Πατριάρχης, αφού λεπτομερώς ψαχθεί από Εβραίους Αστυνομικούς, εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο και εκεί προσεύχεται για να κατέλθει το Άγιο Φως. Και αφού εμφανισθεί όπως το περιγράψαμε, ανάβει ο Πατριάρχης ένα μάτσο από 33 κεριά και το δίδει στους πιστούς. Να σημειωθεί όμως, πως το Άγιο Φως ανάβει μόνο στον Ορθόδοξο Πατριάρχη! Όσες φορές επεχείρησαν εκπρόσωποι άλλων δογμάτων και θρησκειών να το λάβουν, το Άγιο Φως δεν άναβε! Όταν κατά το έτος 1517 μ.Χ. οι Άραβες κατέκτησαν τα Ιεροσόλυμα, οι Αρμένιοι εθεώρησαν το γεγονός τούτο μεγάλη ευκαιρία. Ηθέλησαν δια ληστρικού τρόπου να αρπάξουν από τους Ορθοδόξους το προνόμιο του Αγίου Φωτός. Επλησίασαν λοιπόν, τον Αγαρηνό Διοικητή της Αγίας Πόλεως και του προσέφεραν άφθονο χρυσό. Η αίτησή των προς τον Αγαρηνό Διοικητή ήταν να απαγορεύσει την είσοδο στους Ορθοδόξους το Μέγα Σάββατο, για να πάρουν εκείνοι το προνόμιο του Αγίου Φωτός. Λύπη και στενοχώρια αφάνταστη για τους Ορθοδόξους πιστούς. Το Μέγα Σάββατο ανέτειλε και ο Πανίερος Ναός της Αναστάσεως εκλείσθη για τους Ορθοδόξους. Ο Πατριάρχης και ο Ιερός Κλήρος παρέμειναν έξωθεν του Ιερού Ναού. Ο Πατριάρχης γονάτισε στη βάση της κεντρικής κολώνας στην είσοδο του Ναού της Αναστάσεως. Προσευχήθηκε και από εκεί ξεπήδησε το Άγιο Φως, ανοίγοντας μια μεγάλη σχισμή η οποία φαίνεται ως σήμερα (βλέπε «Είδα το Άγιο Φως» του Αρχιμανδρίτη Σάββα Αχιλλέως). Το όλο γεγονός που αφορά το Άγιο Φως, έχει προβληματίσει πολλούς και τους οδήγησε τελικά εις την Πίστιν προς τον Χριστόν και την Αλήθεια.

Θα θέλαμε να σου πούμε επίσης για το Όρος Σινά. Εκεί θα βρεις, στους βράχους του Σινά, ζωγραφισμένη την Καιομένη Βάτο του Μωϋσή. Σπάζοντας οποιαδήποτε πέτρα, βλέπεις αποτυπωμένη στο εσωτερικό της πέτρας τη Βάτο του Μωϋσή.

Θα μπορούσαμε επίσης να σου πούμε για το ψάρι «Γουλιανός», που ζει στη λίμνη Γεννησαρέτ και πάνω στο κεφάλι του (κάτω από το δέρμα), έχει αποτυπωμένη τη Βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό!

Ένα άλλο θαύμα που μπορείς να δεις, γίνεται στη Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα. Εκεί όταν πεθαίνουν οι καλόγεροι, το σώμα τους δεν παγώνει ούτε ξυλιάζει, ούτε μυρίζουν σαν τα πτώματα που συνήθως συμβαίνει στους νεκρούς. Δεν τους θάβουν στο χώμα σε μνήματα, αλλά απλώς τους τοποθετούν σε ένα δωμάτιο, όπως είναι. Εκεί στο δωμάτιο, ούτε μυρίζουν, ούτε σκουληκιάζουν κατά την αποσύνθεση και τελικά κατά θαυμαστό τρόπο, λιώνουν σιγά-σιγά οι σάρκες τους και μένουν μόνο τα γυμνά κόκαλα. Πώς το εξηγείς εσύ αυτό το φαινόμενο;

Αν θα πήγαινες στο Άγιον Όρος στη Μονή Ιβήρων, εκεί θα έβλεπες την κανδήλα της Παναγίας να κινείται μόνη της δια Θεϊκής Δυνάμεως, προκειμένου να προειδοποιήσει ότι κάτι κακό θα συμβεί στην Ελλάδα ή στον κόσμο. Οι κινήσεις γίνονται για αρκετές ημέρες, όπως συνέβη και προ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όπως και το 1974 πριν εισβάλλουν οι Τούρκοι στην Κύπρο, αλλά και πολλές άλλες φορές.
Στην Πελοπόννησο και πιο συγκεκριμένα στη Βάστα Μεγαλόπολης, συναντάμε το Εκκλησάκι της Αγίας Θεοδώρας, το οποίο έχει χτιστεί μεταξύ του 1050 και του 1100 μ.Χ. Στη στέγη του στέκουν θαυματουργικά 17 πλατάνια (όσα και τα χρόνια της Αγίας Θεοδώρας που μαρτύρησε εκεί), τα οποία ζυγίζουν όσο 18 αυτοκίνητα Mercedes, χωρίς όμως οι ρίζες τους και οι βαρύτατοι κορμοί τους να στηρίζονται στο έδαφος, παρά μονάχα πάνω στη στέγη! Ορισμένα από αυτά τα πλατάνια μάλιστα, υπερβαίνουν κατά δύο και πλέον φορές το ύψος της μικρής αυτής Εκκλησίας! Έχουν έρθει από όλο τον κόσμο επιστήμονες για να εξετάσουν αυτό το φαινόμενο και η απάντηση που όλοι έχουν δώσει είναι μία: «Πρόκειται για Θαύμα».

Επίσης κοντά στην Τρίπολη, στο Μοναστήρι της Παναγίας της Μαλεβής, βρίσκεται μια αρχαία εικόνα της Παναγίας, που συνεχώς και μυστηριωδώς εξέρχεται από εκείνη Άγιο Μύρο. Το άρωμα αυτού του Μύρου είναι αρίστης ποιότητος. Η ευωδιά του Μύρου είναι ασυνήθης και η διάρκειά της για πολλά χρόνια, ενώ τα δυνατότερα αρώματα σε 48 ώρες εξατμίζονται.

Η Επιστήμη αδυνατεί να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό και όσες φορές προσπάθησαν να χημίσουν το Μύρο της Παναγίας της Μαλεβής, σε ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, δεν μπόρεσαν να δώσουν καμιάν ικανοποιητική απάντηση. «Πού βρήκατε αυτό το άρωμα;» ρωτούσε ένας Βούλγαρος χημικός κάποιον Έλληνα που πήγε στη Βουλγαρία για να το χημίσει, χωρίς όμως να αποκαλύψει ότι ήταν το Μύρο της Παναγίας και όταν ο Έλληνας του εξήγησε, ο Βούλγαρος χημικός έμεινε άφωνος! Το Μύρο αυτό είναι θαυματουργό. Πολλοί άνθρωποι με βαριές και ανίατες αρρώστιες, όπως καρκίνο στον εγκέφαλο, στο λαιμό, στο αίμα, στην κοιλιά, μόλις έβαλαν και εχρίσθησαν με αυτό το Άγιο Μύρο, βρήκαν αμέσως τη θεραπεία τους!

Θα σου έλεγα για ένα θαύμα που γίνεται στη νήσο Χίο στην ακροθαλασσιά, εκεί που μαρτύρησε η Αγία Μαρκέλλα. Εκεί όταν ο Ιερέας διαβάζει την Παράκληση της Αγίας, το νερό της θάλασσας αρχίζει να βράζει σα να του έβαλε δυνατή φωτιά, γεμίζει ατμούς και φυσαλίδες. Όταν όμως η Παράκληση τελειώσει, υποχωρεί το βράσιμο και επανέρχεται το νερό στη φυσική του κατάσταση.

Άλλα θαύματα που με αυτά συνδέονται εντυπωσιακά και τρομακτικά γεγονότα, που έκαναν τους ισχυρούς της γης και τους απίστους να υποτάξουν τη βούλησή τους, σε κάποια άλλη αόρατη και ακαταμάχητη δύναμη, είναι αυτά που τις τελευταίες δεκαετίες έχουν συμβεί σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Πιο συγκεκριμένα, έχουν καταγραφεί πολυάριθμα περιστατικά Ορθοδόξων Ναών που δεν γκρεμίζονται! Οι Εκκλησίες αυτές μόλις αντιμετώπισαν τον κίνδυνο κατεδάφισης, τον εξουδετέρωσαν με τρόπο που προκάλεσε δέος!

Αναφερόμαστε σε μία από τις πολλές αυτές περιπτώσεις, στην Εκκλησία της Αγίας Πέτκας (Παρασκευής), που βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της Σόφιας στη Βουλγαρία. Το 1963 αποφάσισαν οι αρμόδιοι να πλατύνουν το δρόμο και έπρεπε το Εκκλησάκι που εμπόδιζε να κατεδαφισθεί. Μόλις το Συνεργείο κατεδαφίσεως ετοιμάστηκε και η μπουλντόζα πήγαινε να το γκρεμίσει, όταν πλησίασε στο Ναό αμέσως έσπασε κάτι στη μηχανή και σταμάτησε. Επιχείρησαν πολλές φορές να το γκρεμίσουν αλλά οι μηχανές της μπουλντόζας έσπαζαν, προτού να το πλησιάσουν! Εν τω μεταξύ ο υπεύθυνος της επιχειρήσεως, όταν πληροφορήθηκε όλα τα ανωτέρω και έμαθε τις λεπτομέρειες και τα συμβάντα, του εφάνησαν όλα αυτά ανοησίες. Αγριεμένος τότε άρχισε να φωνάζει με θυμό και αφού πήρε ο ίδιος την μπουλντόζα, έβριζε με μανία και εβάδιζε με ταχύτητα προς την Εκκλησία για να την κατεδαφίσει. Αλλά όμως προτού πλησιάσει τον τοίχο, αμέσως σπάζει η μηχανή και σταματάει αυτομάτως, ενώ ξαφνικά ευρέθηκε και ο ίδιος ΝΕΚΡΟΣ! Επέθανε την ίδια στιγμή! Τότε κατέλαβε όλους φόβος και τρόμος μπροστά στο υπερφυσικό αυτό φαινόμενο και δεν απέμενε τίποτε άλλο, παρά να υποχωρήσουν στην ακαταμάχητη αυτή δύναμη και να ανακαλέσουν τη διαταγή της κατεδαφίσεως. Και έτσι, ο Ναός έμεινε άθικτος μέχρι σήμερα.

Ένα μεγάλο θαύμα που κάθε χρόνο γίνεται στο Όρος Θαβώρ (στα Ιεροσόλυμα), είναι εκείνο όπου κατά τη νύχτα της Εορτής της Μεταμορφώσεως (6 Αυγούστου με το Παλαιό Εορτολόγιο), εμφανίζεται μια Φωτεινή, Απαστράπτουσα Νεφέλη (χρώματος απαλού ερυθροκυανολεύκου), η οποία καλύπτει τον χώρο της Μονής, φωτίζει όλη τη νύχτα όλο το περιβάλλον και ευωδιάζει! Μετά το τέλος της Εορτής η Νεφέλη χάνεται.

Στην Εορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου με το Παλαιό Εορτολόγιο), κάθε χρόνο γίνεται άλλο ένα μεγάλο θαύμα. Τα νερά του ποταμού Ιορδάνη αλλάζουν ροή και γυρίζουν προς τα πίσω! Όπως δηλαδή ψάλλεται και στο Τροπάριο των Θεοφανείων.

Είναι τόσα πολλά τα θαύματα και τα υπερφυσικά φαινόμενα που γίνονται τώρα μάλιστα τελευταίως μέσα στο χώρο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που το σύντομο αυτό μέσον που διαλέξαμε για την επικοινωνία μαζί σου, δεν επαρκεί για να τα απαριθμήσουμε. Πάντως εμείς κάναμε τις δικές μας προσπάθειες για να σε βοηθήσουμε να γνωρίσεις την Αλήθεια, που είναι ο Χριστός και η Ορθόδοξος Εκκλησία Του, που τόσο συστηματικά και επίμονα πολεμείται, κακοποιείται και αποκρύπτεται… Αν θες μια οποιαδήποτε επικοινωνία με κάποιον πνευματικό άνθρωπο, οδηγό και συμπαραστάτη στη ζωή σου, δεν θα αργήσεις να τον βρεις. Αρκεί να θέλεις και ο Κύριος θα σε βοηθήσει. Πάντως τα πράγματα από τα σημερινά γεγονότα όπως τα βλέπεις είναι δύσκολα και ένας Παγκόσμιος Πόλεμος απειλεί την ανθρωπότητα. Ο Θεός μας προειδοποιεί να μετανοήσουμε, να εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας και να αλλάξουμε ζωή, γιατί έρχεται η Οργή Του για να τιμωρήσει την αποστασία και την αμαρτία του ανθρωπίνου γένους.

Τίθεται ένα ερώτημα το οποίο πρέπει να σε προβληματίσει ιδιαιτέρως: Πώς ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, που έγραψε την Ιερά Αποκάλυψη το έτος 95 μ.Χ. , γνώριζε ότι θα συμβεί το Τσερνομπίλ;

Στον τύπο, μετά την καταστροφή του Τσερνομπίλ, δημοσιεύθηκε η πιο κάτω ανταπόκρισις: «ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ: Ένα χωρίο της Αγίας Γραφής φαίνεται ότι άρχισε να στρέφει τους Σοβιετικούς προς τα Ιερά Κείμενα της Εκκλησίας, κι αυτό γιατί μέσα σε αυτά αναφέρεται το αστέρι «Άψινθος», που στα Ουκρανικά μεταφράζεται «Τσερνομπίλ»».

Το αστέρι αυτό προκαλεί τη μόλυνση των υδάτων και από όσους ήπιαν από τα νερά αυτά, πολλοί πέθαναν. Το χωρίο ανήκει στο μοναδικό προφητικό Βιβλίο της Αγίας Γραφής, την Ιερά Αποκάλυψη του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, όπου συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 8, χωρία 10-11 αναφέρονται τα εξής σε ελεύθερη μετάφραση: «Και σάλπισε ο τρίτος άγγελος και τότε έπεσε ένα μεγάλο αστέρι από τον ουρανό, που εκαίετο σα λαμπάδα, και έπεσε στο τρίτον των ποταμών και στις πηγές των υδάτων. Και το όνομα του αστεριού αυτού ήταν άψινθος. Και το τρίτον των υδάτων εμολύνθη και πολλοί πέθαναν από το νερό, διότι εδηλητηριάσθησαν». Επειδή λοιπόν, αυτό το μέρος ταυτίζεται με την περιγραφή της καταστροφής του Τσερνομπίλ, ακόμα και το όνομα του «αστέρα», έχει συνταράξει μεταφυσικά τους Ουκρανούς, οι οποίοι έχουν στραφεί τώρα και πάλι προς την Αγία Γραφή. Επίσης το 9ο Κεφάλαιο της Ιεράς Αποκαλύψεως (χωρία 1-12), προείπε τα γεγονότα του Κόλπου με καταπληκτική ακρίβεια. Και είναι αξιοσημείωτο ότι τα γεγονότα του Κόλπου, προφητεύονται μετά τα γεγονότα του «Τσερνομπίλ» (βλέπε «Τα αναμενόμενα παγκόσμια γεγονότα κάτω από το φως των προφητειών της Ορθοδόξου Εκκλησίας»).

Ένας είναι ο δρόμος. Η Πίστη και η Μετάνοια που μας ζητάει ο Κύριος και αλλάζοντας ζωή, να δώσουμε Δόξα στο Θεό. «Έρχου και ίδε» (Ιωάννη, 1,47)».

Μετά από όλα αυτά τα Θαυμάσια που αναφέρθηκαν παραπάνω, να ασχοληθούμε λίγο και με τα Θαύματα που γίνονται σε χώρους εκτός της Ορθόδοξης Πίστης, παραθέτοντας τρία πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα από την αρχαιότητα που αναδεικνύουν τις Προφητείες τριών ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν σε διαφορετικές περιοχές του πλανήτη ο καθένας.

Το κοινό σημείο αυτών των Προφητειών όμως, είναι η (εμμέσως πλην σαφώς) Ομολογία που απορρέει από αυτές, σύμφωνα με την οποία επιβεβαιώνονται τα λεγόμενα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, σχετικά με το Γεγονός ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Απεσταλμένος από τον Πατέρα Του και Θεό, με σκοπό να γνωρίσει η ανθρωπότητα την Αλήθεια (ότι δηλαδή ο Θεός είναι Ένας).

Η πρώτη Προφητεία υπάρχει μέσα στο ιερό βιβλίο του Ινδού ασκητή Βούδα (560 π.Χ.- 480 π.Χ.) και αναφέρεται σε ένα περιστατικό από τη ζωή του. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια ενός κηρύγματός του, κάποιος ενθουσιάστηκε τόσο πολύ από αυτά που τον άκουγε να λέει και παίρνοντας το λόγο τον ρώτησε αν είναι θεός. Η απάντηση του Βούδα ήταν Προφητική: «Όχι δεν είμαι. Ο Θεός θα γεννηθεί πεντακόσια χρόνια μετά»!

Η δεύτερη Προφητεία προέρχεται από τον Κομφούκιο (551 π.Χ.- 479 π.Χ.), έναν από τους μεγαλύτερους Κινέζους φιλοσόφους όλων των εποχών, ο οποίος έγραψε πεντακόσια περίπου χρόνια προ Χριστού στα βιβλία του που ονομάζονται «ηθικά» τα εξής: «Ένας Άγιος πρόκειται να αποσταλεί από τον ουρανό, που θα γεννηθεί στα μέρη της Ανατολής και θα γνωρίζει τα πάντα, έχοντας εξουσία στον ουρανό και στη γη»!

Την τρίτη Προφητεία τη συναντάμε σε μία από τις αμέτρητες επιπλήξεις του Σωκράτη (470 π.Χ.- 399 π.Χ.) προς τους Αθηναίους δωδεκαθεϊστές, ο οποίος αποδοκίμαζε πάντα τον ειδωλολατρικό χαρακτήρα της πλανεμένης τους πίστης (αυτή ήταν και η μία από τις δύο αιτίες της άδικης καταδίκης του σε θάνατο). Σε μία λοιπόν από αυτές τους επισημαίνει: «Κοιμάστε εσείς που πιστεύετε σε δώδεκα θεούς, γιατί ο Θεός είναι Ένας. Και κάποτε θα στείλει τον Απεσταλμένο Του κάτω στη γη για να σας ξυπνήσει»!

Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα το γεγονός, ότι ο Σωκράτης δεν ήταν ο μόνος ο οποίος απέρριπτε το δωδεκάθεο, καθώς η πλειοψηφία των φιλοσόφων της Αρχαίας Ελλάδας είχε και αυτή την ίδια άποψη.

Συμφωνώντας δε μαζί τους οι Άγιοι της Χριστιανικής Πίστης, ονόμαζαν τους αρχαίους θεούς (εκτός από είδωλα) και δαιμόνια και μάλιστα όπως θα δούμε στη συνέχεια, είχαν έρθει και σε αντιπαράθεση με αυτά.

Ας έρθουμε λοιπόν να δούμε ορισμένα από τα Θαύματα της Χριστιανικής Πίστης, στα οποία διαφαίνεται αναμφίβολα η Μοναδικότητα, η Αλήθεια και η Υπεροχή της, σε σχέση με τις υπάρχουσες θρησκείες. Αρχικά παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το βίο του Αγίου και Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου (275 μ.Χ.- 303 μ.Χ.), όπου περιγράφεται η στιγμή που ο Άγιος δέχεται να εισέλθει σε έναν ειδωλολατρικό ναό του Απόλλωνα, μαζί με τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό, καθώς και το τι ακριβώς επακολούθησε εκεί.

«Ο δε παρανομότατος βασιλιάς Διοκλητιανός, ήρθε το πρωί στο ναό του Απόλλωνα, πρόσταξε δε να φέρουν εκεί και τον Άγιο. Κι όταν αυτό έγινε είπε προς αυτόν ο βασιλιάς με πολλή ημερότητα και ταπείνωση: «Δεν είναι Γεώργιε μεγάλη φιλανθρωπία και πολλή καλοσύνη αυτό το οποίο κάνω εγώ, να αναμένω δηλαδή τη μετάνοιά σου και να μη σε θανατώνω; Ναι, ορκίζομαι στη δύναμη των μεγάλων θεών ότι για τη νεότητά σου και την ανδρεία σου, λυπάμαι να σε θανατώσω. Διότι επιθυμώ εάν μετανοήσεις να σε τιμήσω, να σε δοξάσω και να σε κάνω συγκάθεδρο της βασιλείας μου. Πες μου λοιπόν κι εσύ τη γνώμη σου, τι σκέφτεσαι;» Ο Άγιος απάντησε: «Έπρεπε βασιλιά, αυτήν την αγάπη την οποία δείχνεις τώρα, να την είχες δείξει πιο πριν, ώστε να μη με βασάνιζες τόσο απάνθρωπα».

Ο βασιλιάς όταν άκουσε τα λόγια αυτά, χάρηκε και είπε στον Άγιο: «Αν θελήσεις να με κάνεις πατέρα σου και να μου χαρίσεις τη χαρά αυτή, εγώ έχω σκοπό να σε ανταμείψω με πλούσια δώρα». Ο Άγιος απάντησε: «Αν θέλεις βασιλιά, ας εισέλθουμε στο ναό για να δω τους θεούς σου». Αμέσως τότε ο βασιλιάς, πρόσταξε τους άρχοντές του και όλο το λαό να εισέλθουν στο ναό, ενώ το πλήθος από τη χαρά του πολυχρόνιζε το βασιλιά.

Εισήλθαν δε όλοι στο βωμό και περίμεναν να δουν τι θέλει να κάνει ο Άγιος. Τότε ο του Χριστού Μάρτυρας Γεώργιος, σήκωσε το δεξί του χέρι προς το είδωλο του Απόλλωνα και είπε: «Θέλεις εσύ, είδωλο άψυχο, να λάβεις ως θεός θυσία από εμένα;» Λέγοντας δε τα λόγια αυτά έκανε και το Σταυρό του. Το δε δαιμόνιο, το οποίο κατοικούσε μέσα στο είδωλο, φώναξε με δυνατή φωνή: «Δεν είμαι εγώ θεός, ούτε άλλος κανείς από εμάς. Μόνο Αυτός ο Οποίος εσύ κηρύττεις, είναι Θεός Αληθινός. Εμείς κάποτε ήμασταν Άγγελοι και λόγω της υπερηφάνειάς μας γίναμε διάβολοι. Από τότε περιπαίζουμε τους ανθρώπους, από το μίσος που έχουμε για αυτούς και εκείνοι μας προσκυνούν ως θεούς». Λέει τότε ο Άγιος: «Γιατί λοιπόν παραμένετε τώρα εδώ, όπου παρευρίσκομαι και εγώ ο δούλος του Αληθινού Θεού;» Αμέσως τότε με τα λόγια αυτά του Αγίου, βοή και σύγχυση και κλάματα ακούστηκαν, τα οποία προέρχονταν από τα είδωλα του βωμού. Τότε τα είδωλα έπεσαν στη γη και συνετρίβησαν σε κομμάτια . Εκείνη τη στιγμή κάποιοι από τους ιερείς του ναού αλλά και άλλοι από το πλήθος, άρπαξαν τον Άγιο από το βωμό και χτυπώντας τον και σπρώχνοντάς τον, τον έβγαλαν έξω φωνάζοντας στο βασιλιά: «Σκότωσε αυτόν το βρωμιάρη και πλάνο, σκότωσέ τον πριν γκρεμίσει το ναό και εσένα, βασιλιά».

Η βοή δε από τις κραυγές του πλήθους έφτασε μέχρι το παλάτι. Και ακούγοντας αυτές τις κραυγές η βασίλισσα Αλεξάνδρα, δεν άντεξε πλέον άλλο να κρατάει την Πίστη της μυστική και θέλησε να την αποκαλύψει. Αμέσως λοιπόν αρχίζει να τρέχει στο δρόμο προς το ναό του Απόλλωνα και μην μπορώντας να διασχίσει το πλήθος, φώναζε λέγοντας: «Ο Θεός του Γεωργίου βοήθησέ με, διότι Εσύ είσαι ο Μόνος Αληθινός Θεός».

Όταν δε το πλήθος ησύχασε, κάλεσε ο βασιλιάς τον Άγιο και πολύ θυμωμένος του είπε: «Αυτή είναι η ευγνωμοσύνη σου, κακέ άνθρωπε; Κατ’ αυτόν τον τρόπο έμαθες να θυσιάζεις στους θεούς;» Ο Άγιος απάντησε: «Ναι, ανόητε βασιλιά, έμαθα να περιφρονώ τους θεούς, οι οποίοι δεν κατάφεραν να σώσουν τους εαυτούς τους από τον αφανισμό».

Ενώ όμως ο Άγιος έλεγε αυτά τα λόγια, έφτασε η βασίλισσα Αλεξάνδρα και μόλις είδε τον Άγιο δεμένο, έπεσε στα πόδια του και τον ευχαριστούσε, βρίζοντας το βασιλιά και περιγελώντας τα είδωλα. Έκπληκτος τότε ο βασιλιάς και μην μπορώντας να συγκρατήσει πλέον την ταραχή του, λέει στη βασίλισσα: «Τι έπαθες Αλεξάνδρα και ακολούθησες αυτόν το μάγο, απαρνούμενη την πίστη των μεγάλων θεών;» Η βασίλισσα απάντησε: «Μωρότατε, ασεβέστατε και παρανομότατε βασιλιά, τυφλώθηκες, σκοτίστηκες, πλανήθηκες και δεν πιστεύεις την Αλήθεια, ούτε μπορείς να καταλάβεις ότι ο Χριστός είναι ο Αληθινός Θεός».

Αυτά τα Θαυμαστά λοιπόν εποίησε ο Άγιος Γεώργιος με τη Χάρη του Θεού, μέσα στο ναό των ειδώλων του δωδεκαθέου, το οποίο κάποιοι στις μέρες μας προσπαθούν εσκεμμένα και εκ του πονηρού να επαναφέρουν, ως μοναδική προτεινόμενη «λύση» στα πνευματικά τους αδιέξοδα. Ένα ακόμη Θαύμα όμως που συνέβη για να λύσει την απορία ενός Μοναχού, έρχεται να καταδείξει τις προθέσεις των προγόνων μας, από τη στιγμή ακριβώς που διδάχτηκαν (!) το Χριστιανισμό.

Κάποιος Μοναχός στο παρελθόν είχε την εξής απορία: «Πώς είναι δυνατόν αυτό το μεγάλο πνεύμα της ανθρωπότητας, ο Πλάτων, να δίδασκε τη θεωρία της μετεμψύχωσης και μάλιστα να υποστήριζε ότι είναι δυνατή, η μετά θάνατον είσοδος μιας ανθρώπινης ψυχής σε ένα ζώο;» Αυτήν την απορία μάλιστα, την εξέφραζε πολύ συχνά σε διάφορες πνευματικές συζητήσεις που είχε, κατηγορώντας ανοιχτά τον Πλάτωνα για αυτές του τις αντιλήψεις. Μια μέρα ήταν ολομόναχος στο κελλί του, όταν ξαφνικά έκανε την εμφάνιση της μία λάμψη φωτός, μέσα από την οποία ήταν ορατά τα χαρακτηριστικά ενός άνδρα, που ήταν περιβεβλημένος από ένα χιτώνα και η εικόνα του παρέπεμπε στην αρχαιότητα. Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Μοναχός, έκανε το Σημείο του Σταυρού προς το μέρος εκείνο, θέλοντας έτσι να διαπιστώσει αν επρόκειτο για κάποιο πονηρό πνεύμα.

Το θέαμα όμως παρέμεινε αμετάβλητο, με τον άνδρα να απευθύνεται μετά από λίγο στο Μοναχό λέγοντας: «Γιατί με κατηγορείς χωρίς να γνωρίζεις; Είμαι ο Πλάτων και πρέπει να ξέρεις πως από άγνοια οδηγήθηκα σε κάποιες λανθασμένες εκτιμήσεις. Από τη στιγμή όμως που ο Χριστός, μετά τη Σταύρωση, κατέβηκε και κήρυξε στον άδη, όλοι εμείς οι φιλόσοφοι Τον πιστέψαμε και γίναμε Χριστιανοί»! Τέτοια Γεγονότα Θείων Αποκαλύψεων, υπάρχουν πάρα πολλά καταγεγραμμένα στους τόμους του «Γεροντικού».

Στη συνέχεια ερχόμαστε να επιλέξουμε δύο περιστατικά από τη ζωή του Γέροντα Παϊσίου του Αγιορείτη (1924-1994), ενός από τους πιο Φωτισμένους Γέροντες του εικοστού αιώνα, στα οποία γίνεται φανερή η ειδοποιός διαφορά που υπάρχει, ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το βουδισμό.

Κάπου στις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1970, επισκέφθηκαν το Άγιο Όρος μερικοί μοναχοί βουδιστές, με σκοπό να συναντήσουν το Γέροντα Παΐσιο για να του παρουσιάσουν τα «θαύματα» του βουδισμού. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αυτής, ο διερμηνέας τους ζήτησε από το Γέροντα να παρακολουθήσει μία επίδειξη των μοναχών, οι οποίοι θα κατόρθωναν με τη δύναμη (όπως είπαν) της πίστης τους, να υψωθούν από το έδαφος έως και πάνω από ένα μέτρο, χωρίς να πηδήξουν. Παρότρυναν δε το Γέροντα, να κάνει και αυτός το ίδιο εάν μπορούσε, για να τους αποδείξει με τη σειρά του τη Δύναμη της Πίστης του. Ο Γέροντας αφού τους ξεκαθάρισε πως η Ορθοδοξία, δεν αποδέχεται ως Θαύματα τέτοιες κινήσεις εντυπωσιασμού, δεσμεύτηκε πως με την Προσευχή που θα κάνει δεν πρόκειται να τους επιτρέψει να υψωθούν, όσο και αν προσπαθήσουν. Εκείνοι αποδέχτηκαν την «πρόκληση» και άρχισαν με πολύ ζήλο να διαλογίζονται, ενώ από την άλλη μεριά ο Γέροντας ξεκίνησε την Προσευχή. Τα λεπτά περνούσαν, έφτασαν τη μία ώρα, τις δύο και τέλος τις τρεις, με τους μοναχούς να μην καταφέρνουν απολύτως τίποτα. Κάποια στιγμή μετά από τις τρεις ώρες, οι μοναχοί εγκατέλειψαν την προσπάθεια εμφανώς καταβεβλημένοι, ενώ ένας από αυτούς είχε αρχίσει να βγάζει αλλόκοτες κραυγές, για να μεταφερθεί τελικά σε κατάσταση αλλοφροσύνης από τους υπόλοιπους μοναχούς, μακριά από το κελλί του Γέροντα. Το περιστατικό αυτό έχει καταγραφεί από τους βιογράφους του Γέροντα Παϊσίου και αναδεικνύει την Ορθοδοξία σε «Πυξίδα», χάρη στην οποία γίνεται εφικτή η κατανόηση του Θελήματος του Θεού.

Το επόμενο Γεγονός, μας έγινε γνωστό από μία διήγηση του Γέροντα Παϊσίου, που έγινε στις αρχές περίπου της δεκαετίας του 1980, όταν τον επισκέφθηκε ένας πολύ καλός οικογενειακός μου φίλος, άνθρωπος ευσεβής και σεμνός, ο οποίος γνώριζε προσωπικά το Γέροντα αρκετά χρόνια πριν το συγκεκριμένο περιστατικό.

Συγκεκριμένα, έχοντας αναπτύξει μία πνευματική συζήτηση, κατά τη διάρκεια μιας διαδρομής τους στο Άγιο Όρος, ο επισκέπτης παρατήρησε έναν Ασιάτη που φορούσε ένα μεγάλο Σταυρό στο στήθος και γεμάτος απορία ρώτησε το Γέροντα αν τον γνώριζε. Η απάντηση-διήγηση που ακολούθησε, είναι περίπτωση μοναδική από τη ζωή του μεγάλου αυτού Γέροντα:

«Αυτός ο άνθρωπος που βλέπεις, είναι ο Ιάπωνας κατασκευαστής ρολογιών Seiko, ο οποίος εδώ και μερικά χρόνια έχει βαπτιστεί χριστιανός ορθόδοξος. Κάποια στιγμή θυμάμαι είχε έρθει στο Άγιο Όρος και είχε ζητήσει από εμάς να του εξηγήσουμε, ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ του Χριστιανισμού και του βουδισμού. Όπως παραδέχθηκε μάλιστα, όσο κι αν έψαξε ο ίδιος, δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε ουσιαστικές διαφορές. Αρχικά του προτείναμε να γεμίσει από μόνος του δύο μπουκαλάκια με νερό και να μας τα φέρει. Αφού πήραμε το ένα από τα δύο, διαβάσαμε την Ευχή του Αγιασμού και του υποδείξαμε να το ξεχωρίσει από το άλλο, για να διαπιστώσει πως όσος καιρός και αν παρέλθει αυτό θα παραμείνει άθικτο, λόγω της Αγιοσύνης που με τη Χάρη του Αληθινού Θεού έχει αποκτήσει, ενώ το άλλο μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα φυσιολογικά θα αλλοιωθεί. Πραγματικά έτσι κι έγινε, εκείνος έφυγε παίρνοντας μαζί του και τα δύο μπουκαλάκια και επέστρεψε μετά από αρκετούς μήνες, φέρνοντας μαζί του μόνο το Αγιασμένο, καθώς όπως παραδέχτηκε το άλλο απόκτησε μια άσχημη μυρωδιά και αλλοιώθηκε, ενώ αυτό αντίθετα έμεινε ακέραιο, όπως ακριβώς τη στιγμή που το γέμισε.

Στη συνέχεια προχωρήσαμε σε μία πράξη, η οποία έγινε αφορμή για την οριστική μεταστροφή του στην Ορθοδοξία. Του βάλαμε σε ένα μικρό άθραυστο βαζάκι, μία μικρή ποσότητα Θείας Κοινωνίας και του ζητήσαμε να επιχειρήσει την ανάλυση των Στοιχείων Της, σε όποιο Χημείο του κόσμου επιθυμούσε εκείνος. Πέρασαν από τότε αρκετές ημέρες, ώσπου κάποια στιγμή τον είδαμε να έρχεται με μεγάλη χαρά προς το μέρος μας, ανακοινώνοντάς μας την απόφασή του να βαπτιστεί χριστιανός ορθόδοξος! Όταν ρωτήσαμε να μας πει, τι τον οδήγησε σε αυτή του την απόφαση, μας αποκάλυψε τα αποτελέσματα των αναλύσεων, τα οποία φυσικά εμείς γνωρίζαμε από πριν: Ότι δηλαδή, πρόκειται για Ανθρώπινο Σώμα και Αίμα, ενός Τέλειου Οργανισμού, στον Οποίο δεν ανιχνεύτηκε κανένα ίχνος ευπάθειας ή ασθένειας. Από τότε, μας επισκέπτεται πλέον ως χριστιανός ορθόδοξος, για να συμμετάσχει στα Μυστήρια και να προοδεύσει πνευματικά».

Σίγουρα στους περισσότερους, αυτά τα Γεγονότα προκαλούν μεγάλη έκπληξη και θαυμασμό. Σε εκείνους όμως που γνωρίζουν λίγα παραπάνω πράγματα για την Ορθοδοξία, όλα τα προαναφερόμενα εδραιώνουν την Πίστη τους στα Λεγόμενα του Κυρίου και ενδυναμώνουν την πεποίθησή τους, ότι η Παρουσία Του ανάμεσά μας είναι κάτι παραπάνω από δεδομένη.

Αφού λοιπόν γνωρίσαμε ορισμένα από τα Θαύματα, που προέρχονται από τις Ενέργειες της Χάρης του Θεού, θα προχωρήσουμε τώρα στην αντίπερα όχθη για να αναλύσουμε περιστατικά, που απασχόλησαν και απασχολούν ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της γης, προκαλώντας ερωτηματικά και διχογνωμίες ανάμεσα στους ανθρώπους. Και αυτή τη φορά όπως και προηγουμένως, τα συγγράμματα του Ιεροδιακόνου Νεκταρίου του Ιεροσολυμίτη (γραμμένα τη δεκαετία του 1990), γίνονται η αιτία για να αποκτήσουμε μία εμπεριστατωμένη άποψη, καθώς μας εισάγουν στο πνεύμα «περίεργων» υποθέσεων με «απρόβλεπτες» καταλήξεις.

«Στις μέρες μας βλέπουμε διάφορα περίεργα φαινόμενα από τις τηλεοράσεις, τα οποία εντυπωσιάζουν τον κόσμο δημιουργώντας πολλά ερωτηματικά.

Παράδειγμα πρώτο: Γνωστός είναι ο Δαβίδ Κόπερφιλντ που με τα μυστηριώδη «θαύματά» του, κατέπληξε την κοινή γνώμη έπειτα από τόσα υπερφυσικά φαινόμενα που παρουσίασε. Κατόρθωσε να κρύψει και να αφανίσει από τα μάτια των ανθρώπων, το τεράστιο άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Ο ίδιος πέρασε μέσα από το Σινικό Τείχος, κατόρθωσε να σχίζεται το σώμα του στη μέση και να χωρίζεται σε δύο κομμάτια, καθώς και άλλα πολλά μυστηριώδη φαινόμενα.

Παράδειγμα δεύτερο: Στο Star Channel στην εκπομπή του Γιώργου Τράγκα, είδαμε τον Ξανθό Μάγο να κάνει διάφορα εκπληκτικά πράγματα. Είδαμε να έχει περάσει μέσα από διάφορα τζάμια, έπειτα έκοβε το σώμα του με διάφορα αντικείμενα, κατάπινε ολόκληρα καρφιά, πρόκες κ.τ.λ.

Παράδειγμα τρίτο: Είναι γνωστή σε όλη την Ελλάδα η εμφάνιση στην τηλεόραση του υπνωτιστή Γκαζέλλα, ο οποίος έδενε τα χέρια πολλών τηλεθεατών και κατέπληξε τα πλήθη.

Παράδειγμα τέταρτο: Ένας Ολλανδός υπνωτιστής στη Ζυρίχη και ο βοηθός του Mivin Dajo, ανήκαν σε κύκλους πνευματιστών της Ολλανδίας. Αυτοί λοιπόν έκαναν επιδείξεις, συγκεντρώνοντας μεγάλα πλήθη λαού και προκαλώντας αίσθηση, που ποτέ πριν δεν είχε δημιουργηθεί στην πόλη αυτή της Ελβετίας. Ο υπνωτιστής ενώπιον πλήθους λαού, βύθιζε ένα μεγάλο ξίφος στο στήθος του βοηθού του. Στην αρχή όλοι νόμιζαν ότι πρόκειται για τρυκ, όπως για παράδειγμα συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις στο τσίρκο, όπου ένα πρόσωπο μπαίνει σε ένα κιβώτιο που τρυπιέται από όλες τις πλευρές με ξίφη. Τα ξίφη αυτά διπλώνονται και έτσι το πρόσωπο βγαίνει από μέσα αλώβητο και ζωντανό.

Η περίπτωση όμως του Mivin Dajo δεν ήταν τρυκ. Η απόδειξη ήρθε από τον καθηγητή Brunner του Πανεπιστημίου της Ζυρίχης, ο οποίος ζήτησε από τον υπνωτιστή να επαναλάβουν την παράστασή τους στην κλινική του, όπου και τους πέρασε από ακτίνες Χ.

Οι ακτίνες έδειξαν ότι το ξίφος διαπερνούσε πραγματικά το στήθος του ανθρώπου και έβγαινε από την άλλη μεριά χωρίς να βλάπτει τα ζωτικά όργανα, όπως την καρδιά και τα πνευμόνια.

Οι δύο Ολλανδοί υπνωτιστές είχαν κάνει το ίδιο πράγμα πεντακόσιες φορές ως τότε, σε διαφορετικές χώρες. Όταν άρχισαν οι καθημερινές εμφανίσεις στη Ζυρίχη, ομάδες πιστών άρχισαν να προσεύχονται για να σταματήσει ο Θεός αυτές τις επιδείξεις, οι οποίες προβλημάτιζαν πολύ κόσμο, που αναρωτιόταν με ποια δύναμη γίνονταν όλα αυτά τα παράξενα. Οι πιστοί ήταν βέβαιοι ότι πίσω από τους υπνωτιστές υπήρχαν δαιμονικές δυνάμεις. Το αποτέλεσμα: Κατά τη διάρκεια των προσευχών των πιστών, ο Mivin Dajo πέθανε! Αυτό, σήμανε και το τέλος των επιδείξεων. Δια της προσευχής, οι πιστοί αντιστάθηκαν στη δημόσια επίδειξη τέτοιων απόκρυφων και δαιμονικών ενεργειών.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο Mivin Dajo, δεν ένιωθε πόνο με τη διείσδυση του ξίφους μέσα του και όταν το ξίφος έβγαινε από το στήθος του, οι δύο πληγές δεν αιμορραγούσαν και έκλειναν μέσα σε δύο ώρες!

Όποιος νομίζει ότι τα φαινόμενα αυτά είναι καινούρια, κάνει λάθος. Γιατί στο εξωτερικό τακτικότατα εμφανίζονται από χρόνια σε διάφορα σόου. Την Κυριακή 19 Ιανουαρίου 1975, η Γερμανική τηλεόραση παρουσίασε τον Εβραίο Geller, ο οποίος ακούμπησε το δάκτυλό του σε ένα πηρούνι και το πηρούνι άρχισε να λυγίζει. Κατά τη διάρκεια δε του προγράμματος, χιλιάδες τηλεθεατές ανακάλυψαν ότι τα μαχαιροπήρουνά τους είχαν λυγίσει. Το κανάλι έλαβε δεκαεννέα χιλιάδες τηλεφωνήματα μετά το τέλος του προγράμματος. Ο Geller συνέχισε να επαναλαμβάνει το «παιχνίδι» του στην Αγγλική τηλεόραση και σε άλλες τηλεοράσεις του κόσμου, με τα ίδια αποτελέσματα. Όταν ρωτήθηκε δε, με ποια δύναμη προκάλεσε το λύγισμα τόσων χιλιάδων μαχαιροπήρουνων, δήλωσε ότι όλα αυτά έγιναν με μια δύναμη που είναι έξω από αυτόν!

Υπάρχουν χιλιάδες τέτοια φαινόμενα, που δεν μπορούμε να τα αναφέρουμε λόγω χώρου. Πρέπει όμως να ξέρουμε πως όλα αυτά τα φαινόμενα, που γίνονται με σκοπό τον εντυπωσιασμό του πλήθους και τα χρήματα, προέρχονται από το σατανά και είναι καθαρά δαιμονικά.

Όλα αυτά γίνονται με την επίκληση (κάλεσμα) διαφόρων δαιμόνων, με σκοπό τη μαζική σατανοποίηση του κόσμου που δεν πιστεύει στο Θεό. Το σχέδιο αυτό λέγεται Εωσφορική Πλανητική μύηση και είναι δόγμα της παγκόσμιας κίνησης «Νέα Εποχή», με σκοπό τη δημιουργία ενός Παγκόσμιου Κράτους και ενός Παγκόσμιου Άρχοντα. Ο Χριστιανός όμως πρέπει να τα αντιμετωπίζει όλα αυτά με Προσευχή, επικαλούμενος το Όνομα του Κυρίου, γιατί όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος «δεν υπάρχει δυνατότερο όπλο στον ουρανό και στη γη από το Όνομα του Χριστού». «Πας ος αν επικαλέσηται το Όνομα Κυρίου σωθήσεται» (Πράξεις Β’, 21).

Αυτό φαίνεται καθαρά στην περίπτωση του Ρώσου Αρχιμανδρίτη Ντρομπυζιάνιν, ο οποίος συμπτωματικά παρακολούθησε ένα δαιμονικό φαινόμενο, από κάποιον Ινδό μεγάλο φακίρη στην Κεϋλάνη. Ο Ρώσος Ιερομόναχος κατέβηκε με πολλούς επισκέπτες από το καράβι, οι οποίοι πήγαιναν να επισκεφτούν ένα φακίρη. Εκεί που πήγαιναν αντίκρισαν ένα καταπληκτικό θέαμα. Το καράβι τους που ήταν στο λιμάνι μακριά, άρχισε σιγά-σιγά να σχηματίζεται ολόϊδιο πάνω από τα δέντρα που καθόταν ο φακίρης. Φαινόταν δε ολόκληρο τόσο καθαρά, ακόμη και οι παραμικρότερες λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα να παρατηρήσουν μέχρι και ένα μικρό ζώο που είχαν στο πλοίο. Όλοι οι επιβάτες τότε ένιωσαν έκπληξη και θαυμασμό, και ανησυχία φώλιασε μέσα τους διότι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο.

Ο Ντρομπυζιάνιν θυμήθηκε τότε το Όνομα του Ιησού Χριστού και άρχισε να λέει συνέχεια το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Τότε παρατήρησε, ότι ενώ οι άλλοι επισκέπτες συνέχισαν να βλέπουν το καράβι και να νιώθουν θαυμασμό, ο ίδιος δεν έβλεπε απολύτως τίποτα. Με την επίμονη Προσευχή του Ιερέα, ο φακίρης άρχισε ξαφνικά να μην αισθάνεται καλά, η παράσταση της απάτης τελείωσε άδοξα και φυσικά το καράβι εξαφανίστηκε. Φεύγοντας ο φακίρης έριξε μια ματιά γεμάτη μίσος στον Ιερέα, δείχνοντας έτσι πως η αιτία της διακοπής αυτού του φαινομένου, ήταν η Προσευχή.

Σε παρόμοιες περιπτώσεις δαιμονικών φαινομένων, πρέπει πάντοτε να επικαλούμαστε το Όνομα του Ιησού Χριστού, όπως αναφέρει και η Αγία Γραφή. Πολλοί λένε πως και σε άλλες θρησκείες παρατηρούνται ορισμένα θαυμαστά φαινόμενα, και έχουν δίκιο. Η διαφορά όμως είναι, πως όσες φορές συγκρούσθηκαν Ορθόδοξοι με εκπροσώπους άλλων θρησκειών, πάνω σε τέτοια γεγονότα, αποδείχτηκε η Δύναμη της Ορθοδοξίας.

Στην Αφρική πρόσφατα πήγε ένας Έλληνας Ιεραπόστολος και κάποιος μάγος εκεί, του είπε ότι αυτός έχει δυνατότερη θρησκεία, γι’αυτό και δεν πιστεύει στο Χριστό. Άρχισε λοιπόν, μπροστά στα μάτια πολλών ανθρώπων να κάνει επιδείξεις, σπάζοντας πέτρες μόνο με το ανοιγοκλείσιμο του ματιού του!

Τότε ο Ιεραπόστολος πήρε ένα μικρό Σταυρό, Τον έβαλε πάνω σε μια πέτρα και είπε στο μάγο να προσπαθήσει να τη σπάσει, ενώ οι άνθρωποι του χωριού παρακολουθούσαν το θέαμα. Το αποτέλεσμα ήταν, να μην μπορέσει ο μάγος να σπάσει την πέτρα με το Σταυρό, παρά τις προσπάθειες που έκανε, γιατί εμπόδιζε την ενέργεια του σατανά η Δύναμη του Τιμίου Σταυρού. Μετά από αυτό το Θαύμα, όλο το χωριό πίστεψε και έγιναν Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι τέτοια ψευτοθαύματα σαν και αυτά που αναφέραμε παραπάνω, θα πολλαπλασιαστούν στις ημέρες μας όπως γράφουν οι Προφητείες, γι’αυτό ο Χριστιανός πρέπει να μένει με τη Μυστηριακή ζωή και την Προσευχή κοντά στο Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία, χωρίς να δίνει καμία σημασία σε αυτά τα φαινόμενα, διαφωτίζοντας συγχρόνως και τους άλλους συνανθρώπους του για να μην πλανηθούν».

Μετά από όλα αυτά τα διαφωτιστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, αφήσαμε για το τέλος ένα θα το χαρακτηρίζαμε «συμπερασματικό» Θαύμα, που κατόπιν Θείας Φώτισης έγινε γνωστό σε έναν Άγιο Γέροντα και που μας παραπέμπει στα Αγιασμένα Λόγια του Κυρίου μας: «Όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας».

Όπως είναι γνωστό, στη Χριστιανική Πίστη η αντιστοιχία των λέξεων σε αριθμούς, γίνεται πάντα στην Ελληνική Γλώσσα και επομένως σύμφωνα με την Ελληνική Αρίθμηση. Για παράδειγμα η λέξη Ιησούς, μετά από τη μετατροπή των γραμμάτων της σε αριθμούς, έχει ως άθροισμα τον αριθμό 888 (Ι=10, Η=8, Σ=200, Ο=70, Υ=400, Σ=200).

Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο, στους έσχατους καιρούς, θα γίνει φανερό στους ανθρώπους το πρόσωπο του αντίχριστου, αφού όπως μας αναφέρει η «Αποκάλυψη» του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ως άθροισμα το όνομά του θα έχει τον αριθμό 666.

Μία ανάλογη αντιστοιχία συμβαίνει και στο Θαύμα που θα παρουσιάσουμε παρακάτω. Όπως γνωρίζουμε το Ενδεικτικό Όνομα του Κυρίου μας, το Οποίο συναντάμε αιώνες προτού γεννηθεί στις Μεσσιανικές Προφητείες του Προφήτη Ησαΐα, είναι Εμμανουήλ και σημαίνει «ο Θεός είναι μαζί μας». Χρησιμοποιείται δε για να μας καταδείξει την Ιδιότητα, με την Οποία από Παιδί βρέθηκε ανάμεσά μας. Το «Ιησούς» (που σημαίνει Σωτήρας) αποτελεί το Βαπτιστικό Του Όνομα, το Οποίο φέρει από την όγδοη Ημέρα μετά τη Γέννησή Του, από την Ημέρα της Περιτομής Του. Η Περιτομή αποτελούσε στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης ένα Κομμάτι του σημερινού Βαπτίσματος.

Η αντιστοιχία λοιπόν που φανερώθηκε εκ Θαύματος στο Γέροντα αυτόν του Θεού, έχει να κάνει με τις λέξεις ΑΝΘΡΩΠΟΣ και ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ. Φανερώθηκε δε με τη μορφή της παρακάτω ερώτησης: «Αν αφαιρέσουμε από τον άνθρωπο το Χριστό, τι θα απομείνει στον άνθρωπο;» Η λέξη ΑΝΘΡΩΠΟΣ έχει ως άθροισμα τον αριθμό 1310 (Α=1, Ν=50, Θ=9, Ρ=100, Ω=800, Π=80, Ο=70, Σ=200), ενώ η λέξη ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ έχει ως άθροισμα τον αριθμό 644 (Ε=5, Μ=40, Μ=40, Α=1, Ν=50, Ο=70, Υ=400, Η=8, Λ=30).

Αν αφαιρέσουμε λοιπόν το Χριστό από τον άνθρωπο, θα έχουμε το εξής αποτέλεσμα:
1310 = ΑΝΘΡΩΠΟΣ
– 644
_____ = ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ (Ο Θεός είναι μαζί μας)
666

Ολοκληρώνοντας, κρίνουμε απαραίτητο να αναφέρουμε πως η Ορθοδοξία, μας καλεί να αποδεχτούμε την παρουσία των Θαυμάτων στη ζωή μας, μόνο ως αποτέλεσμα της Πίστης μας στο Θεό και όχι ως προϋπόθεση για να πιστέψουμε.

Αυτό σημαίνει πως δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να περιμένουμε ή να επιδιώκουμε κάποιο Θαύμα, με σκοπό να ενισχύσουμε την Πίστη μας ή να αποκαταστήσουμε τη Σχέση μας με το Θεό, αλλά εάν κάποια στιγμή αυτό γίνει να αποτελέσει για εμάς μία ακόμα Ευεργεσία Του, η οποία συμβαίνει πολλές φορές να είναι καρπός επιβράβευσης για τις αγαθές προθέσεις και ενέργειες, που θα πρέπει να μας χαρακτηρίζουν στα Θέματα της Πίστης αλλά και γενικότερα ως προσωπικότητες.

«Ασθενής και ωδιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει»: Η πιο παρεξηγημένη Ιερή Παροιμία

του Aρχιμανδρίτου Γεωργίου Xρυσοστόμου

«Σε ποιες περιπτώσεις μπορούμε θεμιτά και νόμιμα να καταλύσουμε την νηστεία;» είναι ένα σύνηθες ερώτημα πιστών προς τους ιερείς και ιδιαίτερα προς τους πνευματικούς – εξομολόγους. «Aσθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», είναι μια εξίσου συνηθισμένη απάντηση.

Πρόκειται όμως για μια παρεξήγηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι παροιμίες αποτελούν καταστάλλαγμα της μακρόχρονης εμπειρίας των ανθρώπων. Kαι για τον λόγο αυτό αναγνωρίστηκαν παντού και πάντοτε ως αναμφισβήτητες αλήθειες. Mία από τις παροιμίες αυτές είναι και η «ασθενής και ωδιπόρος (ή ωδειπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει». Mε απλούστερα λόγια: «Ο άρρωστος και η έγκυος γυναίκα δεν αμαρτάνει εάν δεν νηστέψει».

Σήμερα όμως, οι περισσότεροι παρανοούν την έννοια της παραπάνω ρήσης, είτε από άγνοια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, είτε από την ανορθόγραφη καταγραφή της λέξης ωδιπόρος (και όχι οδοιπόρος = ταξιδιώτης). Έτσι, η ρήση μετατράπηκε σε «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» δηλαδή: «Ο άρρωστος και ο ταξιδιώτης δεν έχει αμαρτάνει εάν δεν νηστέψει». Σύμφωνα με την παραπάνω λανθασμένη γραφή, ανάγνωση ή ερμηνεία, ο κάθε ταξιδιώτης (άσχετα εάν έχει ταξιδέψει με αεροπλάνο, πλοίο, τρένο ή αυτοκίνητο) μπορεί να καταλύσει κάθε νηστεία, χωρίς να αμαρτήσει.

Bέβαια εάν κάποιος δεν θέλει να νηστέψει, ας φάει, ό,τι θέλει. Δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Tο θέμα είναι να μην εφευρίσκουμε δικαιολογίες, για να δικαιολογήσουμε την αδυναμία μας. Aκόμη και εάν το κείμενο εννοούσε «οδοιπόρο» και όχι «ωδιπόρο», θα δικαιολογούνταν η κατάλυση μόνον στην περίπτωση που αυτός ο (τέλος πάντων) «οδοιπόρος» ήταν κάποιος που περπάτησε επί πολλές ώρες, κατάκοπος και εξαντλημένος από τις κακουχίες του ταξιδιού. Φτάνουμε όμως στο σημείο να απαλλάσσονται από τη νηστεία και όσοι πηγαίνουν μία εκδρομή. Δεν νηστεύουν με τη δικαιολογία ότι ταξίδεψαν.

Aλλά ας εξηγήσουμε τι σημαίνει το ορθό «ωδιπόρος». Πρόκειται για λέξη σύνθετη από την «ωδι» και «πόρος». Για τη λέξη «πόρος» λίγο – πολύ ξέρουμε ότι έχει διάφορες σημασίες, όπως στις λέξεις εύπορος, άπορος, οι πόροι του σώματος. Aκόμη έχουμε το μοναδικό νησί αρσενικού γένους, τον Πόρο. Πολλά χωριά με το όνομα Πόρος, διάφοροι οικισμοί, κάποιο βουνό στη Λευκάδα και μία νησίδα στον Πατραϊκό κόλπο, κοντά στο Aιτωλικό (βλ. περιοδικό Eπάλξεις, 2004).

H λέξη όμως «ωδι» προέρχεται από το ρήμα «ωδίνω», που έχει αρκετές σημασίες (κυριολεκτικά): Έχω ωδίνες, κοιλοπονώ, τίκτω, γεννώ, αλλά και (μεταφορικά) επιθυμώ πάρα πολύ να φάω, κάτι όπως η εγκυμονούσα, κάνω κάτι να τρέμει, σαν την ετοιμόγεννη γυναίκα (βλ. Aντιλεξικόν ή Oνομαστικόν της Nεοελληνικής Γλώσσης, εκδ. β’, Aθήναι 1990). Πόσες φορές λοιπόν έχουμε ακούσει ότι η έγκυος γυναίκα ζητά να φάει κάτι, για να μην «ρίξει» το παιδί, να μην αποβάλλει;

Δικαιολογείται έτσι η έγκυος να μην νηστέψει, αν το ζητά ο οργανισμός της, γιατί κινδυνεύει να αποβάλλει το παιδί της. Άλλωστε το ορθό «ωδιπόρος» έχει και εννοιολογική συνάφεια με το «ασθενής», καθώς και τα δύο αναφέρονται σε καταστάσεις σωματικής ανάγκης και αδυναμίας, που δικαιολογεί την κατάλυση της νηστείας. Γι’ αυτό και τίθεται μεταξύ των δύο λέξεων το συνδετικό «και», που συνδέει παρεμφερείς έννοιες, αλλιώς στην περίπτωση του «οδοιπόρου» θα υπήρχε το διαζευκτικό «ή», που συνδέει έννοιες εννοιολογικά διαφορετικές.
Έτσι, ο ταξιδιώτης δεν δικαιολογείται. Aκόμη και αν ο σοφός που είπε την παροιμία εννοούσε τον πολύ κατάκοπο, τότε θα την έλεγε διαφορετικά. Θα χρησιμοποιούσε ενδεχόμενα λέξεις, όπως: Καταβεβλημένος, εξαντλημένος, καταπονημένος, καταπληγωμένος κ.α.

Bέβαια οι δύσπιστοι πρέπει να έχουν πολύ καλή εγκυκλοπαίδεια, για να συμφωνήσουν μαζί μας. Πάντως θα έχουν ακούσει για τις ωδίνες του τοκετού και ίσως το «ώδινεν όρος και έτεκε μυν». Ίσως πάλι να έχουν αντίρρηση στο συντακτικό, γιατί το θέμα του ρήματος «ωδίνω» είναι «ωδιν» και συνεπώς «ωδιν + πόρος = ωδινπόρος». Aλλά το γράμμα «ν» πριν από το «π» εξαφανίζεται, γιατί δεν έχουμε λέξεις με συνεχόμενα τα γράμματα «ν» και «π». Aντίθετα, έχουμε συνεχόμενα τα «π» και «ν», όπως πνοή. Kάποιες φορές το «ν» μετατρέπεται σε «μ», όπως «σύν + πνοια = σύμπνοια».

Έπειτα από όλα αυτά, ιερείς, θεολόγοι, ιεροκήρυκες, εξομολόγοι και κάθε χριστιανός καλής θελήσεως, ας διαφωτίσουμε και τους υπόλοιπους ότι η σωστή παροιμία είναι: «Ασθενής και ωδιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει». Πρόκειται για μια παροιμία πολύ χρήσιμη στην εποχή μας. Είναι πολλοί εκείνοι που νηστεύουν, αλλά δεν λείπουν και εκείνοι που θέλουν να βρίσκουν «νόμιμες» υπεκφυγές, να ζαχαρώνουν το χάπι και να κάνουν την αδυναμία τους ανάγκη.

Επίκαιρο χειρόγραφο του θρυλικού Στρατηγού της Ελληνικής Επανάστασης Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), περί πατριωτισμού, Ορθοδοξίας, Κληρικών και άλλων

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν»

Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη».

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον.

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

Το χαρτί του πατέρα Κοσμά έβαλα και μου το εκαθαρόγραψαν. Και το εκράτησα ως Άγιον Φυλαχτόν, που λέγει μεγάλην αλήθειαν. Θα πω να μου γράψουν καλλιγραφικά και τον άλλον αθάνατον λόγον του, «τον Πάπαν να καταράσθε ως αίτιον». Θέλω να το βλέπω κοντά στα’ κονίσματά μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ανάξιοι λέγουν ότι αν τα φτιάξουμε με τον δικέρατον Πάπαν, θα ολιγοστέψουν οι κίντυνοι, τα βάσανα και η φτώχεια μας, τρομάρα τους.

Και είπαν οι άθρησκοι που εβάλαμεν εις τον σβέρκο μας να μη μανθάνουν τα παιδιά μας Χριστόν και Παναγίαν, διότι θα μας παρεξηγήσουν οι ισχυροί. Και βγήκαν ακόμη να’ ποτάξουν την Εκκλησίαν, διότι έχει πολλήν δύναμη και την φοβούνται. Και είπαν λόγια άπρεπα δια τους παπάδες.

Εμείς, με σκιάν μας τον Τίμιον Σταυρόν, επολεμήσαμεν ολούθε, σε κάστρα, σε ντερβένια, σε μπογάζια και σε ταμπούργια. Και αυτός ο Σταυρός μας έσωσε. Μας έδωσε την νίκη και έχασε (οδήγησε σε ήττα) τον άπιστον Τούρκον. Τόση μικρότητα στον Σταυρό, τον σωτήρα μας!

Και βρίζουν οι πουλημένοι εις τους ξένους και τους παπάδες μας, τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τους είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. Όχι μόνον δια να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλά και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας σαν λεοντάρια. Ντροπή Έλληνες!

Η Παγίδα της Δωρεάς οργάνων

» Για τους ανθρώπους μεγάλη δόξα στη ζωή είναι η γνώση, αλλά και κακό για όσους την χρησιμοποιούν άσχημα (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος) »

Ήταν καλοκαίρι του 1998 (πριν από οκτώ χρόνια δηλαδή), όταν αποφάσισα να γίνω δωρητής ιστών και οργάνων, με σκοπό να βοηθήσω ορισμένους συνανθρώπους μου μετά το θάνατό μου, από τη στιγμή που θα είχαν ανάγκη κάποιο από τα (άχρηστα πλέον για εμένα) όργανά μου.

Έτσι και έγινε και για αρκετό καιρό, παρέμενα ήσυχος (όσο όμως και αδιάφορος για να ερευνήσω πιο προσεκτικά το θέμα), πως έκανα το καθήκον μου σαν άνθρωπος όπως θα το ήθελε ο Θεός .

Εκείνος όμως που ορίζει αλλά και διαχωρίζει ποιο πραγματικά είναι το καλό, δεν με άφησε για πολύ καιρό στην ηρεμία της πλάνης μου, παρέχοντάς μου τα ερεθίσματα εκείνα έτσι ώστε να αρχίζω να προβληματίζομαι .

Στην αρχή , εντύπωση μου προκάλεσαν κάποιες συζητήσεις που είχα με δύο φιλικά μου πρόσωπα (γιατροί και οι δύο αλλά με διαφορετική ειδικότητα ο καθένας), σχετικά με ορισμένα «ύποπτα περιστατικά» που συνέβησαν στην Ελλάδα και σε άτομα που ήταν δωρητές ιστών και οργάνων, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους σε διάφορα νοσοκομεία! Μου ανέφεραν ενδεικτικά κάποιες «λανθασμένες» κινήσεις ορισμένων (οι οποίοι θέλουν να ονομάζονται γιατροί αλλά στην ουσία μόνο το συμφέρον της υγείας των δωρητών ιστών και οργάνων δεν υπηρετούν), που στάθηκαν αρκετές για να μετατρέψουν κάποιους ανύποπτους ασθενείς-δωρητές (των οποίων η κατάσταση της υγείας εξελισσόταν απόλυτα ομαλά) σε «αποθήκες ανταλλακτικών»!

Αφού τα κράτησα όλα αυτά σε κάποια άκρη του μυαλού μου, ύστερα από ένα μικρό χρονικό διάστημα άρχισε να διαφαίνεται ο δρόμος, που έμελλε να με οδηγήσει στην πηγή της αλήθειας .

Πιο συγκεκριμένα , καθώς ξεφύλλιζα μία εφημερίδα συνάντησα ένα άρθρο κάποιου Μητροπολίτη, το οποίο είχε ως θέμα τη δωρεά ιστών και οργάνων. Εκεί ο Σεβασμιότατος ανέφερε χαρακτηριστικά , πως «η πολυδιαφημισμένη αυτή πράξη είναι στην ουσία ένας φόνος, αφού για να είναι χρήσιμα τα όργανα που θα αφαιρεθούν πρέπει ο δότης να είναι ζωντανός!!! Ο άνθρωπος όμως σαν δισυπόστατο ον που είναι, αποτελείται από σώμα και ψυχή και κατά συνέπεια δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, ποιες μυστικές ενέργειες μπορεί να πραγματοποιεί με την αθάνατη ψυχή του (αν και κλινικά ή εγκεφαλικά «νεκρός»), εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αν δηλαδή έχει στραφεί προς τον Θεό για να ζητήσει συγχώρηση για τις αμαρτίες του, κατανοώντας τη ματαιότητα αυτού του κόσμου (πράγμα πολύ πιθανό αν αναλογιστούμε την τραγική σωματική του κατάσταση, την οποία ψυχικά αντιλαμβάνεται και βιώνει), αν εμείς διακόπτουμε βίαια κάτι τέτοιο, κάτι που για εκείνον αποτελεί την τελευταία προσπάθεια αποκατάστασης της Σχέσης του με τον Θεό, όπως επίσης και αν αιτείται μία ακόμα ευκαιρία Σωτηρίας, για να αξιωθεί να μετανοήσει πραγματικά όπως ο Κύριος ορίζει και προτρέπει, για να συγχωρήσει, να εξομολογηθεί, να μεταλάβει, να κάνει δηλαδή τις Πράξεις εκείνες οι οποίες είναι ικανές να τον οδηγήσουν στη Βασιλεία του Δημιουργού του. Ας σκεφτούμε πως αυτά τα αιτήματα δικαιούται να τα ζητήσει, αφού είναι ακόμα ζωντανός!».

Έπειτα από όλα αυτά, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς το πόσο πιθανό είναι να εισακούσει ο Θεός τα αιτήματα ενός τέτοιου ανθρώπου και να του επιτρέψει να επανακτήσει την υγεία του, έτσι ώστε να μπορέσει αυτοθελήτως να προετοιμαστεί κατάλληλα για το «Μεγάλο Ταξίδι».

Αξίζει επίσης να τονιστεί πως αυτή είναι μία μόνο από τις αιτίες, που ο Θεός μπορεί να καταστήσει υγιή και πάλι κάποιον που θεωρείται κλινικά ή εγκεφαλικά «νεκρός», αφού δεν είναι δυνατό να εξερευνήσουμε την Πνευματικότητα του Κυρίου, η Οποία παραμένει ακατανόητη αλλά και ασύλληπτη.

Έχοντας λάβει υπόψη μου όλα εκείνα που διάβασα στο συγκεκριμένο άρθρο, έκρινα πως θα ήταν αναγκαίο να ακούσω και την άποψη της ιατρικής και για το λόγο αυτό επισκέφθηκα ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας , το νοσοκομείο στο οποίο είχα γίνει δωρητής ιστών και οργάνων.

Εισερχόμενος εκεί κατευθύνθηκα προς την αρμόδια Υπηρεσία (Εξωνεφρικής Κάθαρσης και Μεταμοσχεύσεων), ζητώντας κάποιον υπεύθυνο για να συζητήσω λίγο μαζί του. Χωρίς να το επιδιώξω με παρέπεμψαν στον Διευθυντή της Υπηρεσίας, ο οποίος έδειξε πρόθυμος να με ακούσει.

Ξεκινώντας τη συζήτηση τον ρώτησα εάν ο δότης είναι ζωντανός κατά τη διάρκεια της αφαίρεσης των οργάνων του, καθώς και με ποιο τρόπο γίνεται η όλη διαδικασία .

Η απάντησή του ήταν απόλυτα διαφωτιστική: «Για να έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε τα όργανα ενός δότη, πρέπει οπωσδήποτε να του τα αφαιρέσουμε ενώ αυτός είναι ακόμα ζωντανός!!! Και για να είμαστε απόλυτα σίγουροι πως δεν πρόκειται να ξυπνήσει, ο αναισθησιολόγος τον υποβάλλει σε ολική νάρκωση(!), με σκοπό να διασφαλιστεί έτσι η ομαλή εξέλιξη της επέμβασης»!!!

Προσπαθώντας να συγκρατήσω τον εαυτό μου και εκτιμώντας παράλληλα την ειλικρίνειά του, τον ρώτησα όσο πιο ήπια μπορούσα αν κατά την άποψη της επιστήμης, υπάρχουν πραγματικά πιθανότητες να ξυπνήσει ένας τέτοιος ασθενής, αφού με τη μεγάλη πρόοδο που παρουσιάζει η ιατρική, ανθρώπους που σήμερα τους θεωρεί κλινικά ή εγκεφαλικά «νεκρούς», σε λίγα χρόνια μπορεί να τους δίνει ελπίδες επαναφοράς.

Και αυτή του η απάντηση όμως ήταν το ίδιο ειλικρινής αλλά και το ίδιο εξοργιστική με την προηγούμενη: «Για να τον υποβάλλουμε σε ολική νάρκωση ασφαλώς και υπάρχουν πιθανότητες να ξυπνήσει!!! Και όπως σωστά παρατήρησες, η ιατρική καθώς και γενικότερα η επιστήμη, λόγω της εξέλιξης είναι συχνά υποχρεωμένη να αναθεωρεί τις απόψεις της».

«Άρα πρόκειται για φόνο!» συμπέρανα και χωρίς να συνεχίσω άλλο τη συζήτηση, ζήτησα τη διαγραφή μου από τους καταλόγους των δωρητών ιστών και οργάνων του νοσοκομείου, για να πάρω τη διαβεβαίωση πως ύστερα από κάποιες ημέρες, θα λάμβανα το χαρτί της διαγραφής στο σπίτι μου (όπως και έγινε).

Το μέγεθος της αμαρτίας αυτής όμως, είναι πολύ μεγαλύτερο και δεν περιορίζεται μόνο στο φόνο της ιατρικής, αλλά προεκτείνεται και στον ίδιο το δότη με τη μορφή της αυτοκτονίας, αφού ο καθένας που αποφασίζει να δώσει τη συγκατάθεσή του για κάτι τέτοιο, στην πραγματικότητα εξουσιοδοτεί με τον πιο επίσημο τρόπο κάποιους που θέλουν να λέγονται γιατροί, κάποιους που γνωρίζουν ότι έχει πιθανότητες να ξυπνήσει και για το λόγο αυτό λαμβάνουν τα μέτρα τους για να μην ξυπνήσει, όχι να τον γιατρέψουν, αλλά να τον τεμαχίσουν ζωντανό! Και όπως μας προειδοποιούν οι Άγιοι με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, εκείνον που αυτοκτονεί δεν επιτρέπεται να τον κηδεύει η Εκκλησία, διότι ο Θεός τον κατατάσσει χωρίς Κρίση στους κολασμένους, σε εκείνους δηλαδή που θα οδηγηθούν οριστικά στην κόλαση κατά την Ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας.

Ας σταματήσουν λοιπόν τα παιχνίδια με τις ανθρώπινες ζωές κάποιοι «επιστήμονες», διότι είτε βρίσκονται στον κλάδο της Γενετικής (όπου και εκεί τα ίδια κάνουν με τα έμβρυα , τα οποία δεν τα θεωρούν ανθρώπους!), είτε βρίσκονται στις Μεταμοσχεύσεις, το ψέμα που χρησιμοποιούν ως άλλοθι είναι το ίδιο: « Όλα γίνονται για το καλό των ανθρώπων ».

Και ας φροντίσουμε να ενημερωνόμαστε περισσότερο και εμείς, προτού λάβουμε κάποια τόσο επικίνδυνη απόφαση, αλλά και να ενημερώνουμε παράλληλα και όσους δεν γνωρίζουν, διότι η αδιαφορία για ορθή και αντικειμενική ενημέρωση σε τόσο σοβαρά θέματα (θέματα κυριολεκτικά ζωής και θανάτου), μπορεί να αποδειχθεί η αιώνια Καταδίκη μας .

Τέλος, θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην αναφερθώ ως κατηχητής, σε μία ακόμη λανθασμένη απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία αποφάσισε να γίνουν τα μέλη της (τα οποία σέβομαι και τιμώ απόλυτα ως Ιερείς) δωρητές οργάνων!

Από το 1998, χρονιά κατά την οποία ανέλαβε τα καθήκοντα του Προέδρου της Ιεράς Συνόδου, ο Μακαριότατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κύριος Χριστόδουλος , η Ιερά Σύνοδος έχει λάβει (εκτός από την συγκεκριμένη) και άλλες τραγικές αποφάσεις, παντελώς αντίθετες με τους Αγίους και Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας, όπως για παράδειγμα: α) Να υποδεχθεί τον Πάπα ως αρχηγό Εκκλησίας (!), από τη στιγμή που όλοι οι Άγιοι της Πίστεώς μας αποκαλούν τον Πάπα αρχιαιρεσιάρχη (αφού από αυτόν προήλθε το Σχίσμα της Εκκλησίας, αλλά και οι μεγαλύτερες αιρέσεις που υπάρχουν σήμερα στον πλανήτη) και μας προτρέπουν να τον αποφεύγουμε (για το ρόλο που διαδραματίζει με το αξίωμά του τόσους αιώνες μέσα στο Χριστιανισμό, αλλά και για τα δεινά που του προκάλεσε και συνεχίζει να του προκαλεί, παραμένοντας αμετακίνητος στις αιρετικές απόψεις του και διατηρώντας έτσι διασπασμένο το Ποίμνιο του Χριστού), όπως κάποιος αποφεύγει το φίδι. β) Να καταργήσει τους Ιερούς Εξορκισμούς(!), που οι ίδιοι οι Άγιοι έχουν γράψει και παραδώσει στην Εκκλησία , με σκοπό την καταπολέμηση των δαιμονικών πνευμάτων, τα οποία κατακυριεύουν ορισμένους συνανθρώπους μας. γ) Να αποφεύγει τόσον καιρό να καταδικάσει τις πράξεις ορισμένων Ιερέων, όπως επίσης και να επιβάλλει σε εκείνους τις ποινές που προβλέπουν οι Ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας (ενώ είχε τα στοιχεία για κάτι τέτοιο), με αποτέλεσμα να σκανδαλιστούν εκατομμύρια πιστών, από τη στιγμή που οι εχθροί (και μη) του Χριστού, έφεραν στο φως της δημοσιότητας τα σκάνδαλα .

Βέβαια, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο μεγαλύτερος Προφήτης της Ορθοδοξίας, είχε επισημάνει στα Κηρύγματά του πως θα υπάρξουν σοβαρά παραπτώματα από Ιερείς στο μέλλον. Για τον λόγο αυτό δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνάμε την Προτροπή της Αγίας Γραφής, που μας διδάσκει «να πειθαρχούμε στον Θεό, περισσότερο από ό,τι πειθαρχούμε στους ανθρώπους».

Δόξα τω Θεώ που υπάρχουν ακόμη αρκετοί άξιοι Ιερείς στην πατρίδα μας, τους οποίους μπορεί να εμπιστευτεί ο πιστός λαός του Θεού, αφού ακολουθώντας την Αγία Γραφή και γενικότερα τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας, είναι σε θέση να καθοδηγήσουν με υπευθυνότητα και ασφάλεια το πλήρωμά Της.

Δωρεά οργάνων, η Απάτη με αποδείξεις: «Ο “εγκεφαλικός θάνατος” δεν είναι θάνατος» (Διακήρυξη επιστημόνων)

Των: Paul A. Byrne, πρώην Προέδρου του Ιατρικού Συλλόγου Ρωμαιοκαθολικών, Cicero G. Coimbra, Καθηγητού Κλινικής Νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο στη Βραζιλία, Robert Spaemann, Ομοτίμου Καθηγητού Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, Mercedes Arzú Wilson, Προέδρου του Αμερικανικού Ιδρύματος για την Οικογένεια και της Παγκόσμιας Οργάνωσης για την Οικογένεια.

Εισαγωγή

Στις 3 και 4 Φεβρουαρίου του 2005, η Παπική Ακαδημία Επιστημών σε συνεργασία με την Παγκόσμια Οργάνωση για την Οικογένεια, φιλοξένησαν Συνδιάσκεψη στο Βατικανό με θέμα τα «Σημεία του Θανάτου».

Το παρόν κείμενο είναι βασισμένο στις εργασίες που υποβλήθηκαν στην Παπική Ακαδημία Επιστημών, καθώς και στις συζητήσεις που έλαβαν χώρα κατά τη διημερίδα εκεί.

Η Συνδιάσκεψη συνεκλήθη από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο τον Β΄ με σκοπό την επανεξέταση των σημείων του θανάτου και την επαλήθευση, σε καθαρά επιστημονικό επίπεδο, της εγκυρότητας των κριτηρίων του «εγκεφαλικού θανάτου».

Σε μήνυμά του προς την Ακαδημία Επιστημών, ο Πάπας δήλωσε το Φεβρουάριο του 2005 ότι υποστηρίζει την πρακτική της μεταμοσχεύσεως οργάνων μόνο από νεκρούς και προειδοποίησε ότι οι μεταμοσχεύσεις είναι αποδεκτές μόνον, όταν διεξάγονται με τρόπο που εγγυάται το σεβασμό προς τη ζωή και τον άνθρωπο.

Το υπόβαθρο

Το 1968 τα κριτήρια του Χάρβαρντ για τον καθορισμό του «εγκεφαλικού θανάτου», δημοσιεύθηκαν στην Επιθεώρηση του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου με τον τίτλο «Ορισμός του μη αναστρέψιμου κώματος». Αυτό το άρθρο εστερείτο αποδεικτικών στοιχείων, τόσο από πλευράς επιστημονικής έρευνας, όσο και από πλευράς περιπτώσεων ασθενών. Γι’ αυτό και η πλειονότητα των επιστημόνων στη Συνδιάσκεψη της Ρώμης, δήλωσαν ότι τα κριτήρια του Χάρβαρντ δεν είχαν επιστημονική εγκυρότητα.

Το 2002 δημοσιεύθηκαν τα αποτελέσματα παγκόσμιας έρευνας στη Νευρολογία, σύμφωνα με τα οποία «δεν υπάρχει παγκόσμια ομοφωνία για τα διαγνωστικά κριτήρια» και αναγνωρίζεται η ύπαρξη «άλυτων θεμάτων παγκοσμίως».

Πράγματι, μεταξύ 1968 και 1978 κοινοποιήθηκαν τουλάχιστον 30 ανόμοια σετ κριτηρίων, στα οποία έκτοτε έχουν προστεθεί πολύ περισσότερα. Κάθε νέο σετ κριτηρίων τείνει να είναι λιγότερο αυστηρό από τα προηγούμενα και κανένα δεν βασίζεται στην επιστημονική μέθοδο της παρατήρησης και της επαληθεύσιμης υπόθεσης.

Πολλοί ιατροί, οι οποίοι αισθάνονται ότι παραβιάζεται ο Ιπποκρατικός Όρκος με την αποδοχή τόσο διαφορετικών μεταξύ τους κριτηρίων, αισθάνονται την ανάγκη να αποκαλύψουν την πλάνη του «εγκεφαλικού θανάτου», διότι διακυβεύεται η καλή φήμη του ιατρικού επαγγέλματος.

Φιλοσοφικοί στοχασμοί

Στην παρουσίασή του στην Παπική Ακαδημία Επιστημών ο Robert Spaemann, διακεκριμένος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, παρέθεσε τα λόγια του Πάπα Πίου του ΙΒ΄, ο οποίος διεκήρυττε ότι «η ανθρώπινη ζωή συνεχίζεται όταν οι βασικές λειτουργίες της εκδηλώνονται ακόμα και με τη βοήθεια τεχνητών διαδικασιών».

Ο καθηγητής Spaemann επεσήμανε ότι «η επιστήμη δεν προϋποθέτει πλέον τη φυσιολογική κατανόηση της ζωής και του θανάτου. Στην πραγματικότητα ακυρώνει τη φυσιολογική ανθρώπινη αντίληψη, ονομάζοντας νεκρά, ανθρώπινα όντα που γίνεται αντιληπτό ότι ζουν ακόμη.
Αυτή η νέα προσέγγιση στον ορισμό του θανάτου», συνέχισε ο Γερμανός επιστήμονας, «αντικατοπτρίζει διαφορετικές προτεραιότητες. Δεν είναι πια το όφελος του ασθενούς που βρίσκεται αντιμέτωπος με το θάνατο, αλλά τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων που ανακηρύττουν νεκρό, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, τον άνθρωπο που πεθαίνει. Αυτά τα συμφέροντα δεν είναι τα συμφέροντα του ασθενούς, αφού στοχεύουν στο να τον εξουδετερώσουν, ως υποκείμενο των δικών του συμφερόντων, το ταχύτερο δυνατόν».

Ο καθηγητής Spaemann παρέθεσε ακόμη τα λόγια Γερμανού αναισθησιολόγου: «Οι “εγκεφαλικά νεκροί” δεν είναι νεκροί, αλλά ασθενείς αντιμέτωποι με το θάνατο».

Ιατρικές αποδείξεις

Ο Dr Paul Byrne, νεογνολόγος από το Οχάϊο, κατέθεσε: «Όλα τα σημεία ζωής των δοτών είναι ακόμη παρόντα πριν τη λήψη των οργάνων· για παράδειγμα: Σταθερή θερμοκρασία σώματος και πίεση, η καρδιά χτυπάει, τα ζωτικά όργανα, όπως το συκώτι και τα νεφρά, λειτουργούν και ο δότης αναπνέει με τη βοήθεια αναπνευστήρα».
Και συνέχισε: «Μετά τον πραγματικό θάνατο τα μη διπλά ζωτικά όργανα δεν μπορούν να μεταμοσχευθούν. Αλλά η σημαντική ερώτηση είναι: Είναι ηθικά επιτρεπτό να τερματισθεί μια ζωή για να σωθεί μία άλλη; Στην ιατρική προστατεύουμε, διατηρούμε, παρατείνουμε τη ζωή και αναβάλλουμε το θάνατο. Ο στόχος μας είναι να διατηρήσουμε σώμα και ψυχή ενωμένα.

Η παρατήρηση της παύσεως της λειτουργίας του εγκεφάλου ή κάποιου άλλου σωματικού οργάνου, δεν αποτελεί ένδειξη καταστροφής αυτού του οργάνου, πόσο μάλλον θανάτου».

Η υπεράσπιση των κριτηρίων

Κάποιοι συμμετέχοντες στη Συνδιάσκεψη του Φεβρουαρίου υπερασπίσθηκαν τη χρήση των κριτηρίων του «εγκεφαλικού θανάτου».
Ο Dr Stewart Younger, από το Πανεπιστήμιο του Οχάϊο, παραδέχθηκε ότι οι «εγκεφαλικά νεκροί» δότες είναι ζωντανοί, αλλά ισχυρίσθηκε ότι αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί εμπόδιο για τη λήψη των οργάνων τους.

Ο Dr Conrado Estol , νευρολόγος από το Μπουένος Άϊρες, ο οποίος είναι υπέρ της απόκτησης οργάνων για μεταμοσχεύσεις, παρουσίασε ένα δραματικό βίντεο ενός ανθρώπου που είχε διαγνωσθεί «εγκεφαλικά νεκρός», ο οποίος προσπάθησε να ανασηκωθεί και να σταυρώσει τα χέρια του, παρόλο που ο Dr Estol διαβεβαίωσε το ακροατήριο ότι ο δότης ήταν πτώμα.

Ο Dr Didier Houssin, Γάλλος μεταμοσχευτής, αναγνώρισε τις δυσκολίες που προκύπτουν από τις διαφορές των ποικίλων κριτηρίων του «εγκεφαλικού θανάτου». Παρατήρησε ότι «ο θάνατος είναι ιατρικό γεγονός, βιολογική διαδικασία, φιλοσοφικό ζήτημα και επίσης κοινωνικό γεγονός. Είναι δύσκολο για μια κοινωνία να αποδεχθεί ότι ένας άνθρωπος είναι ζωντανός σε έναν τόπο και νεκρός σε κάποιον άλλο».

Ο Dr Jean Didier Vincent υποστήριξε την έννοια του «εγκεφαλικού θανάτου», αλλά ερωτηθείς για την περίπτωση μιας εγκύου που έχει διαγνωσθεί «εγκεφαλικά νεκρή» και συνεχίζει – με μηχανική υποστήριξη – την εγκυμοσύνη της, παράγοντας μάλιστα και γάλα για το αγέννητο παιδί της, παραδέχθηκε ότι μπορεί να υπάρχει ελάχιστη ορμονική παραγωγή στον εγκέφαλό της (δείγμα δηλαδή εγκεφάλου που λειτουργεί).

Η δοκιμασία της άπνοιας

Στην παρουσίασή του στη Συνδιάσκεψη ο Dr Cicero Coimbra, κλινικός νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο στη Βραζιλία, καταδίκασε έντονα τη σκληρότητα της δοκιμασίας της άπνοιας, κατά την οποία αποσύρεται η μηχανική αναπνευστική στήριξη από τον ασθενή μέχρι και 10 λεπτά, ώστε να προσδιορισθεί αν θα αρχίσει αυτός να αναπνέει αυτόνομα. Αυτό αποτελεί μέρος της διαδικασίας που ακολουθείται, πριν δηλωθεί ένας ασθενής με εγκεφαλική βλάβη «εγκεφαλικά νεκρός».

Ο Dr Coimbra διευκρίνισε ότι αυτή η δοκιμασία εμποδίζει σημαντικά την πιθανή ανάρρωση ενός ασθενούς με εγκεφαλική βλάβη και μπορεί να προκαλέσει ακόμη και το θάνατο. «Ένας μεγάλος αριθμός ασθενών με εγκεφαλική βλάβη, ακόμα και σε βαθύ κώμα, μπορούν να επανέλθουν σε μια φυσιολογική ζωή.
Ωστόσο, η δοκιμασία της άπνοιας (η οποία θεωρείται το πιο σημαντικό βήμα για τη διάγνωση του “εγκεφαλικού θανάτου”), μπορεί να επιφέρει μη αναστρέψιμη ενδοκρανιακή διαταραχή της κυκλοφορίας, ή ακόμα και καρδιακή παύση».

Ο Dr Coimbra κατέληξε ότι η δοκιμασία της άπνοιας θα έπρεπε να θεωρείται ανήθικη και να ανακηρυχθεί παράνομη ως μία απάνθρωπη ιατρική διαδικασία.
Αν οι συγγενείς πληροφορούνταν για τη σκληρότητα και τον κίνδυνο της διαδικασίας, δήλωσε, οι περισσότεροι θα αρνούνταν να δώσουν τη συγκατάθεσή τους.

Ο Dr Yoshio Watanabe, καρδιολόγος από την Ιαπωνία, συμφώνησε λέγοντας ότι αν οι ασθενείς δεν υποβάλλονταν στη δοκιμασία της άπνοιας, θα είχαν 60% πιθανότητα αποκατάστασης στη φυσιολογική ζωή, με έγκαιρη θεραπευτική υποθερμία.

Το ζήτημα της πιθανής ανάρρωσης ασθενών με εγκεφαλική βλάβη, απασχόλησε επίσης τον Dr David Hill, Βρετανό αναισθησιολόγο και λέκτορα στο Cambridge.

Ο Dr Hill παρατήρησε: «Θα πρέπει να τονισθεί, πρώτον, ότι κάποιες λειτουργίες, ή τουλάχιστον κάποια δραστηριότητα στον εγκέφαλο, ακόμη συνεχίζονται και δεύτερον, ότι ο μόνος σκοπός που δηλώνεται ένας ασθενής νεκρός, αντί για “πλησίον του θανάτου”, είναι η απόκτηση βιώσιμων οργάνων για μεταμόσχευση.
Η χρήση αυτών των κριτηρίων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ερμηνευθεί ως όφελος για τον ασθενή που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον θάνατο, αλλά μόνον (αντίθετα με τις Ιπποκρατικές αρχές) ως πιθανό όφελος για τον παραλήπτη των οργάνων αυτού του ασθενούς».

Η εξαπάτηση

Ο Dr Hill ανέφερε ότι η υιοθέτηση των κριτηρίων του «εγκεφαλικού θανάτου», έλυσε το παλαιότερο πρόβλημα των αποτυχημένων μεταμοσχευτικών προσπαθειών, λόγω της καταστροφής των οργάνων που λαμβάνονταν μετά το θάνατο του ασθενούς, «επιτρέποντας την απόκτηση ζωτικών οργάνων πριν την απόσυρση της μηχανικής υποστήριξης και χωρίς να υπάρχουν οι νομικές συνέπειες, που κανονικά θα ακολουθούσαν αυτήν την πρακτική».

Ο Dr Hill παρατήρησε ότι η αποδοχή του κόσμου για αυτά τα νέα κριτήρια οφείλεται στη σχετική διαφήμιση, αλλά και στην άγνοια για τις εμπλεκόμενες διαδικασίες.

«Δεν γίνεται γενικά αντιληπτό», είπε, «ότι η μηχανική υποστήριξη δεν αποσύρεται πριν ληφθούν τα όργανα, ούτε ότι χρειάζεται κάποια μορφή αναισθησίας στην οποία υποβάλλεται ο δότης κατά τη διάρκεια της εγχείρησης.
Όσο όμως αυξάνεται η γνώση των διαδικασιών», επεσήμανε, «τόσο η άρνηση των συγγενών για αφαίρεση οργάνων αυξάνεται, όπως για παράδειγμα στη Βρετανία, όπου το ποσοστό άρνησης αυξήθηκε από 30% που ήταν το 1992, σε 44% το 2004».

Μάλιστα ο Dr Hill ανέφερε ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει αυξανόμενη πίεση των πολιτών να υπογράψουν και να έχουν πάντα μαζί τους κάρτες δωρητών, που εξουσιοδοτούν τους γιατρούς να χρησιμοποιήσουν τα ζωτικά τους όργανα.

Σήμερα μόνο το 19% του πληθυσμού της χώρας έχουν εγγραφεί ως δωρητές οργάνων, αλλά τα έντυπα κυκλοφορίας των οχημάτων, οι αιτήσεις για άδεια οδήγησης και λοιπά δημόσια έγγραφα έχουν ειδικά «κουτάκια», όπου οι πολίτες καλούνται να δώσουν εκ των προτέρων τη συγκατάθεσή τους· ακόμα και τα παιδιά ενθαρρύνονται να υπογράψουν.

Όλα αυτά τα έγγραφα αναφέρουν ότι τα όργανα μπορούν να ληφθούν «μετά το θάνατό μου», αλλά δεν υπάρχει πουθενά ορισμός του τι ορίζεται ως «θάνατος». Η αποδοχή των μεταμοσχεύσεων στηρίζεται στην έλλειψη κατανόησης που έχει ο κόσμος για τη διαδικασία.

Ο επίσκοπος στο Lincoln (Νebraska), Fabian Bruskewitz, τόνισε ότι «κανείς αξιοσέβαστος, κατηρτισμένος θεολόγος, δεν έχει πει ότι οι λόγοι του Ιησού “μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού” (Ιωάννης, 15,13), αποτελούν εντολή ή ακόμη άδεια για συγκατάθεση προς αυτοκτονία, ώστε να συνεχισθεί η γήινη ζωή κάποιου άλλου».

Ο επίσκοπος παρατήρησε ότι η σύγχρονη τεχνολογία, επιτρέπει στους γιατρούς να παρακολουθήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα «στα εξωτερικά ένα ή δύο εκατοστά του εγκεφάλου». Και ρωτά: «Έχουμε λοιπόν ηθική βεβαιότητα, η οποία θα μπορούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί αποδεικτική, σχετικά με την ύπαρξη, πόσο μάλλον με την παύση της εγκεφαλικής δραστηριότητας;».

Υπό το φως των σημαντικών ερωτημάτων για την εγκυρότητα των κριτηρίων του «εγκεφαλικού θανάτου», ο Καθηγητής Φιλοσοφίας Josef Seifert υποστήριξε ότι θα πρέπει να επικαλεσθούμε την αληθινή και εμφανή ηθική αρχή, ότι «ακόμα και μια ελάχιστη λογική αμφιβολία να υπάρχει, ότι οι πράξεις μας σκοτώνουν ένα άλλο ανθρώπινο ον, θα πρέπει να απέχουμε από αυτές».

Σημείωση: Το κείμενο μέχρις εδώ ανήκει στους τέσσερις επιστήμονες που αναφέρονται στην αρχή του άρθρου και αποτελεί ουσιαστικά μια έκθεση των εργασιών της Συνδιασκέψεως που συνεκάλεσε ο Πάπας. Το κείμενο με τα συμπεράσματα που ακολουθεί, υπογράφεται από μια ευρύτερη ομάδα επιστημόνων. Τα ονόματά τους ευρίσκονται στο τέλος της Διακηρύξεως.

Τα συμπεράσματα μετά την εξέταση των κριτηρίων του «εγκεφαλικού θανάτου»

1. Από τη μια πλευρά η Εκκλησία αναγνωρίζει, συνεπής προς την παράδοσή της, ότι η ιερότητα όλης της ανθρώπινης ζωής από τη σύλληψη έως το φυσικό τέλος, πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή και να υποστηρίζεται. Από την άλλη, μια κοσμική κοινωνία τείνει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα της ζωής.

2. Οι Ρωμαιοκαθολικοί υπήρξαν πάντοτε αντίθετοι προς την καταστροφή της ανθρώπινης ζωής πριν τη γέννησή της, διαμέσου εκτρώσεως και εξίσου καταδικάζουν τον πρόωρο τερματισμό της ζωής ενός αθώου δότη, ώστε να παραταθεί η ζωή κάποιου άλλου διαμέσου της μεταμοσχεύσεως μη διπλών ζωτικών οργάνων.
«Είναι ηθικώς ανεπίτρεπτο να επέλθει ακρωτηριασμός που θα προκαλέσει την αναπηρία ή ακόμη και το θάνατο ενός ανθρώπου, ακόμη και για να καθυστερήσει ο θάνατος άλλων. Δεν είναι ποτέ θεμιτό να σκοτώσουμε έναν άνθρωπο για να σώσουμε κάποιον άλλον».

3. «Ούτε μπορούμε να παραμείνουμε σιωπηλοί ενώπιον άλλων ύπουλων, αλλά όχι λιγότερο σοβαρών μορφών ευθανασίας».

4. «Ο θάνατος ενός ανθρώπου αποτελεί μοναδικό γεγονός, που συνίσταται στην πλήρη διάλυση του ενός και ενιαίου συνόλου που είναι το πρόσωπο. Ο θάνατος είναι το αποτέλεσμα του χωρισμού της ψυχής από το σώμα του ανθρώπου».

5. Η παραδοχή της μοναδικής αξιοπρέπειας του ανθρωπίνου προσώπου έχει μία επιπλέον συνέπεια: Τα ζωτικά όργανα, που δεν βρίσκονται στο σώμα διπλά, μπορούν να αφαιρεθούν μόνο μετά το θάνατο, δηλαδή από το σώμα κάποιου που είναι σίγουρα νεκρός. Αυτή η απαίτηση είναι αυτονόητη, διότι το να ενεργήσουμε διαφορετικά θα σήμαινε σκόπιμα να προκαλέσουμε το θάνατο του δότη, για να διαχειρισθούμε τα όργανά του.
Ο φυσικός ηθικός νόμος αποκλείει την αφαίρεση προς μεταμόσχευση ζωτικών μη διπλών οργάνων, από ένα πρόσωπο που δεν είναι σίγουρα νεκρό. Η δήλωση του «εγκεφαλικού θανάτου» δεν είναι επαρκής, ώστε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ένας ασθενής είναι σίγουρα νεκρός. Ούτε είναι επαρκής για να καταλήξουμε σε ηθική βεβαιότητα.

6. Πολλοί στην ιατρική και επιστημονική κοινότητα ισχυρίζονται, ότι τα κριτήρια του «εγκεφαλικού θανάτου» είναι επαρκή για να οδηγηθούμε σε ηθική βεβαιότητα, σχετικά με τον ίδιο το θάνατο. Όμως, αυξανόμενες ιατρικές και επιστημονικές αποδείξεις αντικρούουν αυτόν τον ισχυρισμό.
Τα νευρολογικά κριτήρια μόνα τους δεν είναι αρκετά για να οδηγήσουν σε ηθική βεβαιότητα σχετικά με το θάνατο, και είναι απολύτως ανίκανα να οδηγήσουν σε απτή βεβαιότητα ότι έχει επέλθει ο θάνατος.

7. Είναι καταφανές ότι δεν υπάρχει ένα νευρολογικό κριτήριο, κοινό για τη διεθνή επιστημονική κοινότητα, για να ορίσει το βέβαιο θάνατο. Αλλά χρησιμοποιούνται διαφορετικά σετ νευρολογικών κριτηρίων, χωρίς να υπάρχει παγκόσμια ομοφωνία.

8. Τα νευρολογικά κριτήρια δεν είναι επαρκή για τη δήλωση του θανάτου, όταν λειτουργεί το καρδιοαναπνευστικό σύστημα. Αυτά τα νευρολογικά κριτήρια ελέγχουν την απουσία ορισμένων συγκεκριμένων εγκεφαλικών αντανακλαστικών.

9. Η δοκιμασία της άπνοιας – η απομάκρυνση της αναπνευστικής στήριξης – διατάσσεται ως μέρος της νευρολογικής διάγνωσης και κατά παράδοξο τρόπο, εφαρμόζεται για να διασφαλίσει τη μη αναστρεψιμότητα. Όμως, η δοκιμασία της άπνοιας βλάπτει την έκβαση, ή προκαλεί ακόμη και το θάνατο, σε ασθενείς με βαριά εγκεφαλική βλάβη.

10. Υπάρχουν συντριπτικές ιατρικές και επιστημονικές αποδείξεις, ότι η πλήρης και μη αναστρέψιμη παύση όλης της εγκεφαλικής δραστηριότητας (στον εγκέφαλο, στην παρεγκεφαλίδα και στο στέλεχος του εγκεφάλου), δεν αποτελεί απόδειξη θανάτου. Η πλήρης παύση της εγκεφαλικής δραστηριότητας δεν μπορεί να αξιολογηθεί επαρκώς. Η μη αναστρεψιμότητα αποτελεί πρόγνωση και όχι γεγονός υποκείμενο σε ιατρική παρατήρηση.

11. Η διάγνωση του θανάτου με νευρολογικά κριτήρια μόνον, αποτελεί θεωρία και όχι επιστημονικό γεγονός. Δεν αρκεί για να εξαλειφθεί η υπόθεση ύπαρξης ζωής.

12. Κανένας απολύτως νόμος δεν πρέπει να προσπαθεί να καταστήσει θεμιτό αυτό που είναι εγγενώς κακό. «Επαναλαμβάνω για άλλη μια φορά, ότι ένας νόμος που παραβιάζει το φυσικό δικαίωμα ενός ανθρώπου στη ζωή είναι άδικος και, ως τέτοιος, δεν είναι έγκυρος ως νόμος.
Γι’αυτό το λόγο κάνω επείγουσα έκκληση σε όλους τους πολιτικούς αρχηγούς να μην περνούν νόμους, οι οποίοι αψηφώντας την αξιοπρέπεια του ανθρωπίνου προσώπου, υποσκάπτουν το ίδιο το οικοδόμημα της κοινωνίας».

13. Ο τερματισμός μιας αθώας ζωής, αναζητώντας τη σωτηρία μιας άλλης, όπως στην περίπτωση της μεταμόσχευσης μη διπλών ζωτικών οργάνων, δεν μετριάζει το κακό της αφαίρεσης μίας αθώας ανθρώπινης ζωής. Το κακό δεν πρέπει να γίνεται, ακόμα και όταν μπορεί να προκύψει καλό από αυτό.

ΟΙ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΕΣ:

1. J. A. Armour, ιατρός, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Sacred Heart, Montreal, Quebec.

2. Fabian Bruskewitz, επίσκοπος στο Lincoln, Nebraska.

3. Paul A. Byrne, πρώην πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρωμαιοκαθολικών, Αμερική.

4. Pilar Mercado Calva, καθηγητής, Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Anahuac, Μεξικό.

5. Cicero G. Coimbra, καθηγητής Κλινικής Νευρολογίας, Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο Σάο Πάολο, Βραζιλία.

6. William F. Colliton, συνταξιούχος καθηγητής Μαιευτικής και Γυναικολογίας, Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου George Washington, Virginia.

7. Joseph C. Evers, κλινικός ιατρός, αναπληρωτής καθηγητής Παιδιατρικής, Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Georgetown, Washington, DC.

8. David Hill, ομότιμος διευθυντής αναισθησιολογίας στο νοσοκομείο Addenbrooke και λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, Αγγλία.

9. Ruth Oliver, ψυχίατρος, Kingston, Ο­ntario.

10. Michael Potts, Πρόεδρος του Τμήματος Θρησκείας και Φιλοσοφίας, Methodist College, Fayetteville, North Carolina.

11. Josef Seifert, καθηγητής Φιλοσοφίας στη Διεθνή Ακαδημία Φιλοσοφίας, Vaduz, Λιχτενστάϊν, επίτιμο μέλος της Ιατρικής Σχολής του Παπικού Ρωμαιοκαθολικού Πανεπιστημίου στο Σαντιάγκο, Χιλή.

12. Robert Spaemann, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Μονάχου, Γερμανία.

13. Robert F. Vasa, επίσκοπος στο Baker, Oregon.

14. Yoshio Watanabe, Διευθυντής Καρδιολογίας, Γενικό Νοσοκομείο Nagoya Tokushukai, Ιαπωνία.

15. Mercedes Arzú Wilson, Πρόεδρος του Αμερικανικού Ιδρύματος για την Οικογένεια και της Παγκόσμιας Οργάνωσης για την Οικογένεια.

Σημειώσεις

1) Θεωρούμε τη Διακήρυξη αυτή ιδιαίτερα σημαντική. Από αυτήν προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο προηγούμενος Πάπας και το Βατικανό, παρά την αντίθετη θέση που είχαν το 2000, επανεξέτασαν το θέμα του «εγκεφαλικού θανάτου» σε ειδική Συνδιάσκεψη και το 2005 καταδίκασαν τις μεταμοσχεύσεις από «εγκεφαλικά νεκρούς».
Οι ζυμώσεις για το θέμα του «εγκεφαλικού θανάτου» θα πρέπει να συνεχισθούν στην Ελλαδική Εκκλησία. Το ανοικτό και ταπεινό φρόνημα επιβάλλει να δεχόμαστε και ανατροπή των αποφάσεων, όπου χρειάζεται. Παρακαλούμε να ανασταλεί η προγραμματισμένη εκστρατεία συνεργασίας της Οργανώσεως «Αλληλεγγύη» της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, με τον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (Ε.Ο.Μ.) για την προώθηση της δωρεάς οργάνων, μέχρι να επανεξετασθεί το θέμα και να ληφθεί σχετική απόφαση από Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη.

2) Το πρωτότυπο και πλήρες κείμενο της Διακηρύξεως στα Aγγλικά, υπάρχει στη διεύθυνση: http://www.cwnews.com/news/viewstory.cfm?recnum=37837.

Πηγή: Περιοδικό «ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ»
Τεύχος 45 (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2005)

Μαγεία – Δαιμονισμός και Απολύτρωση του Αρχιμανδρίτου και Εξορκιστού Πατρός Σάββα Αχιλλέως

Μαγεία – Δαιμονισμός και Απολύτρωση
του Αρχιμανδρίτου και Εξορκιστού Πατρός Σάββα Αχιλλέως

H ανθρωπότης ολόκληρος μαστίζεται από θεωρίας πολλών ει­δών. Ταλαιπωρείται από συστήματα φιλοσοφικά, υλιστικά, ορθολογιστικά κ.ο.κ. Από αυτά τα συστήματα εκπηγάζουν συμπεράσμα­τα, αποφάσεις, γνώμαι. Άλλα εξ αυτών χαρακτηρίζουν την πάλη της συνειδήσεως ως έλεγχο, που προέρχεται από κάποια σύγκρουσιν του αγαθού και του κακού.

H αμαρτία δια τα φιλοσοφικά αυτά συστήματα είναι απαράδεκτος. Εάν δε, καταλήξουν στην απόφαση παραδοχής της αμαρτίας, αποφαίνονται ότι είναι άσκηση της ελευθέρας βουλήσεως του ανθρώπου. Να πράξη δηλαδή, το καλόν ή το κακόν.

Άλλοτε όμως διατυπώνουν άλλη θεωρία και δεν παραδέχονται την ύπαρξιν του κακού. Το κακόν λέγουν, δεν υπάρχει. Όλος ό κόσμος είναι καλός! Τέλος καταλήγουν, αφού διαπιστωθεί η ύπαρξις και το μέγεθος του κακού, ότι η παρουσία του αγαθού και του κακού έχουν την ιδίαν πηγή. Ως συμπέρασμα όλης αυτής της αλλοπρόσαλλης θεωρίας είναι η άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου.

Πονηρά πνεύματα λέγουν και διάβολος και σατανάς, δεν υπάρχουν. Επίσης ισχυρίζονται, ότι η κόλασις είναι ανύπαρκτος! Ως εκ τούτου οι αόρατες πνευματικές δυνάμεις του σκότους, που επιδρούν ποικιλοτρόπως επί των ανθρώπων, δια τον ορθολογισμό είναι ανύπαρκτοι.

Τέλος, το συνοθύλευμα τούτο και το αποτέλεσμα των πάσης φύσεως θεωριών των ορθολογιστών έχει ως εξής: Διάβολος ή σατα­νάς ή εωσφόρος ή Βεελζεβούλ ή Βελίαρ και πονηρά πνεύματα ή δαίμονες κ.τ.λ., είναι δήθεν η προσωποποίησις του κακού. Δηλαδή, οσάκις ο άνθρωπος θέλει να δώσει όνομα εις την ύπαρξιν του κακού αναφέρει ένα όνομα εξ αυτών και δι’ αυτού του ονόματος προσωποποιεί το κακό.

Λέγουν ακόμη, ότι η φαντασία την οποίαν τρέφει εις μεγάλον βαθμό ό άνθρωπος, τον παρασύρει εις φαντασιώσεις. Το να επιζητεί επιμόνως να προλάβει το κακό, δημιούργησε τον μύθο της πραγματικής οντότητας και της υπάρξεως του σατανά.
Δεν απέχει της πραγματικότητας η παραδοχή, ότι κατά τον μεσαίωνα υπάρχουν φοβερές δεισιδαιμονίες. Αλλά τούτο δεν σημαίνει ανυπαρξία του διαβόλου.

Οι αντιθέσεις σε κάθε είδους θέσεις που επικρατούν δημιουρ­γούν και ανάλογα προβλήματα. Δια να εύρουν την λύσιν των χρειάζεται μόνον η ΑΛΗΘΕΙΑ. Επί του θέματος της φιλοσοφικής αρνήσεως της υπάρξεως του διαβόλου και της δεισιδαιμονίας των πολλών, η ΑΛΗΘΕΙΑ υπάρχει μόνο στην Αγίαν Γραφή.

Λυπηρό είναι το γεγονός, ότι άνθρωποι, που ασχολούνται με την επιστήμη της Θεολογίας, καθηγητές και ερευνητές οι ίδιοι της Αγίας Γραφής, αρνούνται την ύπαρξη του διαβόλου. Παρερμηνεύοντες τα χωρία της Αγίας Γραφής, καταλήγουν στα συμπεράσματα όλως ορθολογιστικά. Αρνούμενοι την ύπαρξη αοράτου πνευματικού κόσμου που αντιπροσωπεύει το κακόν, την ύπαρξη δηλαδή του διαβόλου ή σατανά, υποστηρίζουν τούτο με σαθρά και γελοία επιχειρήματα.

Δεν είναι όμως προσβολή δι’ αυτούς να προσγειωθούν εκ του ύψους της υπερηφάνειας στην ταπείνωσιν. Τότε λαμβάνοντες χάριν από τον Θεόν, που δίδει χάριν στους ταπεινούς, θα αντιληφθούν ότι η ύπαρξις του διαβόλου μαρτυρείται εις πλείστα χωρία της Αγίας Γραφής. Άλλωστε, δια ποιον λόγον κατήλθεν εκ των ουρανών ό Υιός και Λόγος του Θεού; Δια ποιον λόγον εγένετο άνθρωπος; Ποια αφορμή εδόθη στον Θεόν, δια να σταυρωθεί εκουσίως υπέρ ημών; Άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου σημαίνει άρνηση της ενανθρωπήσεως του Σωτήρος του κόσμου, του γλυκύτατου Ιησού.

Το συμπέρασμα είναι, ότι η άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου είναι μεγάλη βλασφημία κατά του ιδίου του Θεού. Η παραδοχή εκ μέρους της Εκκλησίας της υπάρξεως αοράτου πνευματικού κόσμου, δηλαδή αγαθών και πονηρών πνευμάτων, αγγελικού κόσμου και δυνάμεων του σκότους, υποστηρίζεται σαφώς υπό της Αγίας Γραφής. Χαρακτηριστικό της ακλονήτου αυτής ΑΛΗΘΕΙΑΣ είναι, ότι πάντες οί πατέρες της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων και των μετά ταύτα, ασκητικοί πατέρες, νηπτικοί πατέρες, αναχωρητές πατέρες, μεγάλοι πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας και τοπικοί Σύνοδοι, οί πάντες και τα πάντα ομιλούν περί δαιμόνων, σατανά, πονηρών πνευμάτων και σκοτεινών δυνάμεων.

Επίσης, περί της υπάρξεως των αγαθών πνευμάτων, δηλαδή των αγγελικών ταγμάτων του ουρανού, παρέχει πλείστας μαρτυρίας η Αγία Γραφή, Παλαιά και Νέα. Αναφέρονται δε και αγγελικά ονόματα, ως των Αρχαγγέλων Μιχαήλ, Γαβριήλ, Ραφαήλ.

Περί της εν ουρανοίς απροσδοκήτου αναταραχής και αναστατώσεως, ομιλεί ό Απόστολος Ιούδας ό Αδελφόθεος. Περιγράφει την υπερήφανο στάση μιας μερίδας των ουρανίων δυνάμεων. Αυτοί λέγει, «δεν διαφύλαξαν την αρχική αυτών αγνότητα και αγιότητα, το ψηλό αγγελικόν αξίωμα…». Δι’ αυτό τονίζει ότι ό Παντοδύναμος Θεός, «εις κρίσιν μεγάλης ημέρας δεσμοίς αϊδίοις υπό ζόφον τετήρηκεν», δηλαδή τους έχει φυλάξει δεμένους με τα αιώνια και σκοτεινά δεσμά της βαρείας ενοχής των, δια να δικαστούν κατά την μεγάλην εκείνη ημέρα της κρίσεως (Ιούδ. 6 και Β’ Πέτρ. 2,4 και Εφεσ. 6,11).

Το ανύπαρκτο έως τότε βαρύ αμάρτημα της υπερηφάνειας, δημιούργησε την τάξιν των πονηρών πνευμάτων. Η αγαθότητα των αγγελικών τούτων δυνάμεων, μετεβλήθη σε άκρα κακίαν και πονηρία. Η λάμψη του ουρανίου φωτός, που περιέβαλλε τα φωτόμορφα πρόσωπα των αγγέλων μετεβλήθη σε σκότος δια τους αποστάτας.

Δια της πτώσεως δε ταύτης δημιουργήθηκε το αντίθετο στρατόπεδο, το εχθρευόμενο δια παντός τα έργα του Θεού. Πάσα αρετή καταδιώκεται έκτοτε. Το Θέλημα και πάσα Θεϊκή Εντολή του Δημιουργού έχει αντιμέτωπο τον διάβολο.

Την αλήθεια αυτήν της Αγίας Γραφής, πολλοί δεν παραδέχονται αλλά απορρίπτουν. Επιζητούν δε, να θεμελιώσουν την θεωρίαν των επί της ιδιότητος της άκρας αγαθότητας και τελειότητας και αγάπης του Θεού. Ό Θεός, λέγουν, είναι πηγή αγαθότητας. Η πηγή αυτή δεν πηγάζει πονηρία και κακίαν. Πώς λοιπόν, προήλθε εκ της Θεϊκής ταύτης πηγής τόση πονηρία και τόση κακία και περιεβλήθησαν ταύτην τα πρόσωπα των αγγέλων; Είναι δυνατόν οί άγγελοι να είναι έμβλημα κακίας;

Επί του σημείου τούτου δυνάμεθα δι’ ολίγων να απαντήσουμε:
Οι άγγελοι του ουρανού είχον, όπως και κάθε άνθρωπος το ανεκτίμητο δώρο της ελευθερίας. Η ηθική αυτή ελευθερία έδιδε στους αγγέλους την ευκαιρία να παραμείνουν αιωνίως μετά του Θεού ή να απομακρυνθούν απ’ Αυτού. Όπως απαράλλακτα και εις τον άνθρωπον. Υπήρχε η ελευθέρα βούλησις του ανθρώπου και η δυνατότητα να μην πεθάνει αλλά να παραμείνει αθάνατος. Να αμαρτήσει ή να μην αμαρτήσει. Ο Θεός σέβεται το δώρο τούτο της ελευθερίας.

Τόσον όμως οι άγγελοι, τα λειτουργικά αυτά πνεύματα, όσον και οι άνθρωποι έκαναν κακήν χρήσιν της ελευθερίας των. Φυγάδευσαν την επικρατούσαν ειρήνη. Αληθώς βασίλευεν απέραντος ειρήνη τόσον εις τους αγγέλους του ουρανού, όσον και εις τους πρώτους ανθρώπους, τον Αδάμ και την Εύα.
Αλίμονο όμως! Εισέρχεται πρώτον στους αγγέλους το αμάρτημα της υπερηφάνειας. Το φρικτότερο πασών των αμαρτιών αμάρτημα. Πώς εισήλθεν; Μυστήριον μέγα παραμένει η εμφάνισις της αμαρτίας.

Υπερηφανεύεται ό ωραιότερος των αγγέλων. Ό Εωσφόρος λέγει εν τη διάνοια αυτού. «Αναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστω» (Hσαΐου 14,14). Το αμάρτημα τούτο είναι μέγα. Εξεδίωξε την επικρατούσαν ειρήνη των ουρανίων δυνάμεων. Σύγχυσις και αναταραχή. Τα αγγελικά ουράνια τάγματα διαχωρίζονται. Το μεν ένα μέρος παραμένει ασάλευτο στην αρετή. Επικρατεί σε αυτό η ειρήνη. Το δε έτερον ακολουθεί τον Εωσφόρο. Αποδέχεται τα υπερήφανα διανοήματά του. Θορυβείται, ταράσσεται, εκπίπτει εκ του ουρανού εις την γην.

«Πώς έπεσε εκ του ουρανού ό Εωσφόρος, ό πρωΐ ανατέλλων; Συνετρίβη εις την γην ό αποστέλλων προς πάντα τα έθνη;» (Ησαΐου 14,12). Έπεσε ευθύς ως αστραπή. «Εθεώρουν τον σατανά ως αστραπή εκ του ουρανού πεσόντα» (Λουκ. 10,18).

Μέτωπο εχθρικό δημιουργήθηκε έκτοτε κατά του Θεού και του ανθρώπου. Επί κεφαλής όλων των δαιμόνων ευρίσκεται ως αρχηγός ό «γέρο διάβολος», ως αποκαλούν τον Εωσφόρο οι δαίμονες. Είναι ό ανώτερος όλων κατά «την δύναμιν, την εξουσία, την νοημοσύνη». Φέρει διάφορα ονόματα ό αντίδικος. Σατάν ή σατανάς (δηλαδή εχθρός, αντίδικος, αντικείμενος), διάβολος, δηλαδή ό διαβάλλων. Πονηρός, ό άρχων των δαιμόνων, ό άρχων της εξουσίας του αέρος. Βεελζεβούλ, αρχαίος όφις (ό πλανήσας την Εύα), δράκων. Η Αγία Γραφή ομιλεί περί αυτού πλείστος όσας φοράς και τον ονομάζει με ένα από τα ονόματα ταύτα.

Εχθρός άσπονδος κατά του Θεού και του ανθρώπου παραμένει έκτοτε ό διάβολος. Το μίσος του κατά του ανθρώπου, δεν περιγράφεται. «Εάν με άφηνε, λέγει, (εννοεί τον Θεόν) μόνον ένα λεπτό της ώρας ελεύθερον θα εξαφάνιζα ολόκληρο τον πλανήτη της γης».

Μετεβλήθη ή δημιουργήθηκε ο διάβολος;

Εις το ερώτημα τούτο υπάρχει Σύγχυση. Ως εκ τούτου η απάντηση δεν υπάρχει εκτός της Αγίας Γραφής. Ό ορθολογισμός, ό υλισμός, η απιστία, η αθεΐα και οποιοδήποτε άλλο σύστημα και θεωρία δίδουν διαφόρους απαντήσεις. Ημείς όμως την απάντηση έχομεν εκ της πηγής της αληθείας, δηλαδή, εκ του λόγου του Θεού. Η Αγία Γραφή, οί πατέρες και η δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, παρου­σιάζουν την ύπαρξιν των πονηρών πνευμάτων και ότι «ταύτα επλάσθησαν εν αρχή ως και οι λοιποί άγγελοι αγαθοί». Ό διάβολος ήτο αγαθός άγγελος και πάντα τα πονηρά πνεύματα. «Εξέπεσαν δε εκ του αρχικού ύψους αυτών υπερηφανευθέντες».

Πώς επλανήθη ό άνθρωπος από τον διάβολο;

Η πτώση του διαβόλου είχε συνέπεια και ως προς τον άνθρωπον. Ό πεπτωκός και πονηρός πλέον Εωσφόρος «συνέλαβε το σχέδιο της παραπλανήσεως του ανθρώπου».
Η όλη εικόνα του διαβόλου αποκλείει να δημιουργήθηκε υπό του Θεού ως κακός. Αντιθέτως, όταν δημιουργήθηκε, περιεκοσμήθη υπό αγιότητας από τον Θεόν. Πλην όμως εγένοντο οί πρώην αγαθοί άγγελοι, «επινοηταί του κακού και διέστρεψαν εαυτούς ανεπανορθώτως και ούτω κατέστησαν πηγή και ζώσα αρχή του κακού».

Επιβουλεύονται έκτοτε την σωτηρίαν του ανθρώπου. Δεν δύνανται όμως να κατανικήσουν και να αφανίσουν τον άνθρωπον. «Διότι η δύναμις του διαβόλου είναι περιορισμένη και παρά πάντα «τον θύμο» αυτού, «μείζων ό εν ημίν» Κύριος ή «ό εν τω κόσμω» διάβολος, ό γεννηθείς δε εκ του Θεού τηρεί εαυτόν και ό πονηρός ούχ άπτεται αυτού» (Α’ Ιωάν. 3,8 , Ιούδ. 6 , Β’ Πέτρ. 2,4 , Α’ Τιμ. 3,6 , Εφεσ. 2,2 , Α’ Ιωάν. 3, 12-13 , Β’ Κορινθ. 2,10 , Α’ Πέτρ. 5,8 , Β’ Κορ. 4,4 , Αποκ. 20,10 , Ιακώβ. 4,7 , Αποκ. 12,11 , Α’ Ιωάν. 4,4 και 5,18).

Την άρνηση της υπάρξεως του διαβόλου «των νεωτέρων θεολογούντων» απορρίπτει δια των λόγων του ό Απόστολος και Θεολό­γος Ιωάννης: «Εις τούτο εφανερώθη ό Υιός του Θεού, ίνα λύση τα έργα του διαβόλου» (Α’ Ιωάν. 3,8). Δεν θα υπήρχε ανάγκη να έλθει εις τον κόσμον ό Υιός του Θεού, εάν ό διάβολος δεν είχε δημιουργήσει αμαρτωλά έργα εις βάρος του ανθρώπου.

Η πτώση των δαιμόνων και η μεταβολή αυτών από αγαθών πνευμάτων εις πονηρά πνεύματα, είναι «φρόνημα καθολικό και ομόφωνο πάντων των πατέρων και Εκκλησιαστικών συγγραφέων». Καθ’ ότι οι δαίμονες δημιουργήθησαν υπό του Θεού «ουκ εν τη κα­τασκευή έχοντες το ακάθαρτο», «ουδέ φύσει πονηροί γεγονότες, αλλ’ αγαθοί όντες και επ’ αγαθώ γενόμενοι και μηδόλως εν εαυτοίς παρά του Δημιουργού κακίας εσχηκότες ίχνος», «αυθαίρετον όμως εν τούτω έχοντες την ζωήν και επ’ αυτοίς κειμένη την εξουσίαν ή παραμένει εν τω Θεώ ή αλλοτριωθήναι του αγαθού», ουκ «έμειναν εν οίς αυτούς εποίησε και διέταξεν ό Θεός, αλλ’ ενύβρισαν», «εκπεσόντες των ουρανών» (Ιδε Δογμ. Π. ΤΡΕΜΠΕΛΑ, σελ. 443, Τόμ. Α’).

Τα πονηρά πνεύματα έχουν την δυνατότητα να παρενοχλούν τους ανθρώπους όχι μόνον έξωθεν, υποβάλλοντες εις αυτούς μύριους αισχρούς λογισμούς αλλά και να εισέρχονται και να διεισδύουν εντός αυτών. Έχουν ακόμη την δυνατότητα να αναμειγνύουν τας πο­νηρίας αυτών εις τα έργα εκείνων, που ως υπηρέται του Θεού υπηρε­τούν το Θεϊκό σχέδιο επί της γης. Αγωνίζονται δε παντοιοτρόπως, όπως παραπλανήσουν αυτούς και τους παρασύρουν εις την απώλεια και τον αιώνιο θάνατο.

Γενικώς εργάζονται μετά μανίας εναντίον των ευσεβών και πι­στών ανθρώπων. Μετέρχονται πάσα δολιότητα, πάσα πανουργία, πάσα μέθοδο και πάσα κακίαν, δια να παραπλανήσουν τους ανθρώπους και να τους περιπλέξουν εις αφάνταστους περιπε­τείας.

Οι δαίμονες δεν είναι τυφλά και αλόγα όντα. Δεν είναι ανύπαρκτοι ή ζωώδεις υπάρξεις. Είναι πνεύματα λογικά, οντότητες με πανουργία αφάνταστο. Δια τούτο βλέπομε να ομιλούν, να απαντούν εις τας ερωτήσεις, να παρακαλούν, να ζητούν και να ικετεύουν όπως μη απέλθουν πρόωρος εις την άβυσσο της κολάσεως. Τους βλέπουμε ακόμη να υποτάσσονται, να φοβούνται, να τρέμουν, να χρησι­μοποιούν το ανθρώπινο σώμα όπου εισέρχονται και κατοικούν δια να ομιλούν δια μέσω αυτού, να εκδηλώνονται ποικιλοτρόπως και να κάνουν σατανικά θαύματα. Υποκρίνονται δε και υποδύονται άλλοτε τον ρόλο του άρρενος και άλλοτε τον ρόλο του θήλεως, όπως χαρακτηριστικώς επισημαίνει ό Μ. Βασίλειος όταν λέγει: «Φοβήθητι, φύγε, δραπέτευσον, αναχώρησον δαιμόνιον ακάθαρτον… ή ως άρσεν, ή ως θήλυ…» (Ιδε Εξορκ. Μ. Βασιλείου).

Ό αρχέκακος διάβολος, ως θα είπωμεν λεπτομερέστερων εις την συνέχεια, δεν διακρίνεται ευκόλως, όταν εισέλθη εις τον άνθρωπο. Εμφανίζεται κατ’ αρχάς ως μία μικρά ασθένεια, η οποία συν τω χρόνω αυξάνεται και παραμένει απροσδιόριστος. Ολίγον δε κατ’ ολίγον από φυσιολογική ασθένεια, που εθεωρείτο κατ’ αρχάς, εμφανίζεται ετέρα δύναμις εντός του οργανισμού του ανθρώπου, που τον κατευθύνει εις πράξεις αποστροφής και αφανισμού. Είναι δε ικανά τα πονηρά πνεύματα να κάνουν τοιαύτην κατοχή εις τον ανθρώπινο οργανισμό και να ενισχύονται με περισσότερες δυνάμεις κατα­λήψεως του ανθρώπου, με χιλιάδες δαιμόνων. Η λεγεώνα, που κατοικούσε εις τον δαιμονισμένο των Γαδαρηνών, είναι ενδεικτική. Έχομε περιπτώσεις, που αντί της μιας λεγεώνας υπάρχουν δύο και τρεις λεγεώνες δαιμονίων εντός του ανθρώπου.

Ολόκληρος ό οργανισμός του ανθρώπου καταλαμβάνεται υπό των δαιμόνων. Άπτονται τότε του νευρικού συστήματος. Του αίματος, των σπονδύλων, των φλεβών, των αρθρώσεων, των οφθαλμών, των αρτηριών, των ονύχων, των τριχών της κεφαλής.

Ίσως πάσα νευρική διαταραχή να είναι έργο επιδράσεως του διαβόλου επί του ανθρωπίνου οργανισμού. Είναι «ό απτόμενος των νεύρων και των αρτηριών» ως επισημαίνεται χαρακτηριστικώς υπό των ευχών της Εκκλησίας.

Παρατηρούνται περιπτώσεις ασθενών, που εκδηλώνουν παντε­λή άρνηση οιασδήποτε κινήσεως. Αρνούνται να αναπτύξουν και την παραμικρά πρωτοβουλία. Τονίζομε ιδιαιτέρως εκ πείρας, ότι αι περιπτώσεις δαιμονισμού, ως επί το πλείστον, έχουν ως αιτία την αμαρτία. Η αμαρτία συνοδεύεται πάντοτε από την πλάνη, το ψεύδος και την εν γένει απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεόν.

Δεν είναι εύκολος η απελευθέρωση από τους όνυχας ενός τοιού­του ασπόνδου εχθρού, ως είναι ό διάβολος. Όταν λάβει εξουσίαν, διότι άνευ της αδείας του Θεού ούτε εισέρχεται εις τον άνθρωπο ούτε εξέρχεται από αυτόν, και εισέλθει εις τον ανθρώπινο οργανισμό ό διάβολος λόγω της αμαρτίας, δεν είναι εύκολος η εκδίωξις αυτού. Τα βάσανα της κολάσεως, το πυρ το αιώνιο, το σκότος το εξώτερον και το ψηλαφητό δεν υπάρχουν εις την γη. Δια τον σκοπό τούτον επαναπαύεται ό διάβολος εις τον άνθρωπο. Τον κατατρώγει ολίγον κατ’ ολίγον έως να καταλάβει την ψυχή του. Παραχωρείται δε, η άδεια εις τον διάβολο να εισέλθει εις τον άνθρωπο δια παιδαγωγικούς κυρίως λόγους. Δια της δοκιμασίας αυτής ό άνθρωπος πλησιάζει τον Θεόν. Αναγκάζεται δια της δοκιμασίας να κατασπασθή την προσευχήν, την νηστεία, τον εκκλησιασμό, την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Ιερών βιβλίων. Έργον το οποίον ουδέποτε θα επιχειρούσε εάν ό διάβολος δεν καταπίεζε την ζωή του.

Τας μεθόδους του διαβόλου έχομε παρακολουθήσει εις μέγα πλήθος περιπτώσεων. Αναρίθμητες είναι οι παγίδες του, προκειμέ­νου να κυριαρχήση επί του ανθρώπου. Διαθέτει πείρα χιλιετιών και είναι ό παμπόνηρος πρόθυμος να ειπεί 999 αληθείας, δια να αναμίξει με αυτάς ένα ψεύδος και να γίνει πιστευτός.
Αυτό το ψευδός είναι δυνατόν να κατακρημνίσει πάσα προηγούμενη αλήθεια. Αλλάζει δε ό παμπόνηρος διαρκώς μορφές. Τώρα γίνεται φίλος και σύμμαχος του αντιπάλου του. Μετ’ ολίγον εχθρός και επίβουλος αυτού. Τώρα επαινεί και εντός ολίγου δυσφημεί. Την μίαν στιγμήν ανυψώνει και εντός ολίγων δευτερολέπτων καταβιβάζει τον αντίπαλό του έως του Άδου. Την αγιότητα με την οποίαν στεφανώνει τον αντίπαλο και μαχόμενο εναντίον του, μετ’ ολίγον μεταβάλλει εις απόγνωσιν και ειρωνεία αφάνταστο.

Εάν στην προσπάθειά του ό διάβολος, να κατακρημνίσει τον αντίπαλό του στην απώλεια πετύχει του σκοπού του, τότε το ψεύδος που απεδέχθη ό καταπολεμών αυτόν μεταβάλλεται εις όλεθρο και καταστροφή. Ό διάβολος εις πλείστας περιπτώσεις έχει επιτυχία. Η μεγαλυτέρα επιτυχία του διαβόλου, διάσπαρτος εις τους περισσοτέρους ανθρώπους, είναι η βεβαιότητα που κατόρθωσε να ενσπείρει εις τας ψυχάς των, ότι δεν υπάρχει.

Τότε η επιτυχία του διαβόλου είναι εξασφαλισμένη άνευ αμφιβο­λίας. Αυτήν την επιτυχία του διαβόλου ανατρέπει πλήρως και εκ του ασφαλούς το φως του Ευαγγελίου. Η αλήθεια περί της υπάρξεως του διαβόλου αποκαλύπτεται πλήρως υπό του Ευαγγελίου. Αυτή η Ευαγγελική αλήθεια, το φως της Αγίας Γραφής, τα Θεόπνευστα λόγια, αυτά προφυλάττουν τον άνθρωπο από τον διάβολο. Δια της μελέτης της Αγίας Γραφής, ό άνθρωπος αποφεύγει τας παγίδας του διαβόλου.

Λέγει ό Χρυσόστομος ότι στο σπίτι εκείνο όπου είναι Ευαγγέλιον, εκεί δεν εμβαίνει ό διάβολος. «Ει γαρ εν οικία ένθα αν Ευαγγέλιο ει κείμενον, ου τολμήσει προσελθείν ό διάβολος πολλώ μάλλον ψυχής νοήματα τοιαύτα περιφερούσης ούχ άψεται ποτέ, ουδέ επιβήσεται δαίμων ούχ αμαρτίας φύσις» (Ομιλ. 32, εις το κατά Ιωάν.). Οι δε παλαιοί Χριστιανοί, είχον και από τον λαιμό τους κρεμασμένα μικρά Άγια Ευαγγέλια εις προφύλαξή τους και μάλιστα οι γυναίκες και τα παιδιά, ως μαρτυρεί ό αυτός Χρυσόστομος (Ιδε Χρηστοήθεια των Χριστιανών Ν. Αγιορ., σελ. 228-229).

Είναι φανερό, ότι ό διάβολος ουδέποτε οπισθοχωρεί ειμή μόνον εν τω Ονόματι ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, εις το Οποίον «πάν γόνυ κάμπτει επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων». Το Όνομα, το υπέρ παν Όνομα του Ιησού αποτελεί ακατανίκητο δύναμιν κατά του διαβόλου. Είναι άξιον ιδιαιτέρας προσοχής η παρατήρησις του αγίου Ιουστίνου και μάρτυρος, ό οποίος επιγραμματικώς αναφέρει ότι «ανα­ρίθμητοι δαιμονιζόμενοι ανά τον κόσμον ολόκληρο θεραπεύθηκαν από Χριστιανούς, οί οποίοι εξώρκιζον εν τω Ονόματι του Ιησού Χριστού…». Τούτο μετά μεγάλης χαράς ανέφεραν οι μαθηταί, όταν επέ­στρεψαν εκ της περιοδείας των, που απεστάλησαν υπό του Κυρίου: «Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσονται ημίν εν τω ονόματί Σου».

Φάρμακο απολυτρώσεως εκ της καταδυναστείας του διαβόλου είναι η πίστις εις τον σταυρικό θάνατον του Χριστού και το Θεϊκό Του Αίμα, που εχύθη επί του Γολγοθά. Με το μέγα τούτο εφόδιο, όταν ό άνθρωπος χρησιμοποίηση την θέλησίν του και αντισταθεί στον διάβολο, κατά την αποστολική επιταγήν «αντίστητε τω διαβόλω και φεύξεται αφ’ ημών» (Ιάκωβ. 4,7), απελευθερώνεται από τα δεσμά του.

«Ό Θεός δεν ενεργεί εις τον άνθρωπο άνευ της συγκαταθέσεώς του, ούτε υποκαθιστά την θέλησή του και την συγκατάθεσή του δια της Θεϊκής Του ενεργείας». Ό Θεός συμμαχεί μετά του ανθρώπου και γίνεται συνεπίκουρος και συνεργάτης του κατά του διαβόλου, ό­ταν ό άνθρωπος Τον επικαλεσθεί και ζητήση την βοήθειάν Του. Ό Θεός δεν θαυματουργεί άνευ της συγκαταθέσεως του ανθρώπου. Αναγνωρίζει ό Θεός, ότι είναι αδύνατος ό άνθρωπος και συγκαταβαί­νει. Δηλαδή, κατέρχεται από τους ουρανούς εις βοήθειαν του ανθρώπου καθ’ ότι ό άνθρωπος αδυνατεί να ανέλθει εις τους ουρανούς. Πα­ραμένει εις μίαν απόσταση άνωθεν και αναμένει τον άνθρωπο να ανέλθει, δια της πίστεώς του και της απολύτου εμπιστοσύνης του εις τον Θεόν. Τότε, ανερχομένου του ανθρώπου και συγκαταβαίνοντος του Θεού, ενώνεται η πίστις με την Χάριν του Θεού και αμέσως επιτελείται το θαύμα.

Ακατανίκητο επίσης φάρμακο κατά του Διαβόλου παραμένει πάντοτε η συνταγή που εδόθη απ’ ευθείας υπό του μόνου ιατρού των ψυχών και των σωμάτων. Ό Θεός διαβεβαίωσε τους μαθητάς Του, ότι το γένος τούτο του διαβόλου «εν ουδενί εξέρχεται ειμή εν προσευχή και νηστεία», που συνοδεύονται δια της ακλονήτου πίστεως.

Έχομε δύο ειδών προσευχάς, τας οποίας εάν δεν χρησιμοποιήσει ό πάσχων υπό των πονηρών πνευμάτων, δεν απελευθερώνεται. Είναι:

α) Η ατομική ή προσωπική προσευχή, που ολοκληρώνεται με την λεγομένη προσωπική προσπάθεια και
β) η προσευχή της Εκκλησίας.

Δια τον σκοπό αυτόν, η Εκκλησία οφείλει να αναπτύξει όλη την δύναμίν της, που της εδόθη πλουσίως υπό του Θεού εις τον τομέα τούτον. Έχει υποχρέωση. Και είναι μέγα το αμάρτημα της αρνήσεώς της, να μη βοηθάει δηλαδή και να μη συμπαρίσταται και να μη συμπάσχει μετά των ασθενών προσώπων, που δοκιμάζονται φρικτώς από την κυριαρχία των ακαθάρτων πνευμάτων.

Η Άρνηση, ό φόβος, η κόπωση, η αδιαφορία καταδικάζον­ται από τον δικαιοκρίτη Θεό. Δεν επιτρέπεται ό στρατιώτης του Μεγάλου Βασιλέως, που έλαβε ως Ακατανίκητο όπλον την χάριν της ιεροσύνης, να βλέπει τον παμπόνηρο εχθρό της Εκκλησίας του Χριστού και να οπισθοχωρεί ή να παραδίδει τα όπλα. Ό διάβολος μόνον απειλεί. Ουδέποτε καταβάλλει τον στρατιώτη του Χριστού, όταν ό στρατιώτης ενός τοιούτου αοράτου και σημαντικού πολέμου είναι αποφασισμένος να πολεμήσει.

Εκείνος που πιστεύει εις την παντοδυναμία του Θεού, ουδέπο­τε καταβάλλεται υπό του εχθρού. Διότι «ό Θεός της ειρήνης συντρί­ψει τον σατανά υπό τους πόδας ημών εν τάχει» (Ρωμ. 16,20). Οι σκοτεινές δυνάμεις δεν είναι εις θέση να καταβάλουν το θάρρος και την τόλμη εκείνου, που πιστεύει στην παντοδυναμία του Θεού. Διότι έχει σύμμαχο, υπερασπιστή και βοηθό και σκεπαστή τον παντοδύναμο Θεόν, «και πεποιθώς επ’ Αυτώ τροπούται τούτον», κατανικά δηλαδή ολοσχερώς τον διάβολο.

ΚΑΙ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ

(Ακολουθούν συγκλονιστικές μαρτυρίες από το στρατόπεδο των δαιμόνων)

– Μόλις ανοίξουν τα βιβλία μας (Σολομωνική και άλλα με μαγείας και επικλήσεις δαιμονίων) εμείς είμεθα παρόντες.

– Όλους τους άλλους αιτιώνται, ουδέποτε όμως εμένα υπο­πτεύονται. Όλοι οι άλλοι είναι αιτία, και εμένα που είμαι η πραγμα­τική αιτία, ούτε με αναφέρουν, και εγώ κάνω ανενόχλητος τη δου­λειά μου.

– Πώς θα εμφανισθώ εις τον αρχηγό μου και να ειπώ ότι απέτυχα; Προτιμώ να με κτυπά και να με παιδεύει εδώ ό Θεός σου, παρά να πέσω στα χέρια του αρχηγού μου.

– Ούτε εισέρχομαι ούτε εξέρχομαι μόνος μου από τον άνθρωπο. Εάν ΕΚΕΙΝΟΣ, δεν μου επιτρέψει, ουδεμία κίνηση δύναμαι να κάνω μόνος μου. Έχει το σχέδιό Του και με κρατά να σας παι­δεύω. Με τα ιδικά μας κλωτσοκοπήματα έρχεσθε κοντά Του. Προτι­μά να υποφέρετε εδώ ολίγον χρόνον, για να μη παιδεύεσθε αιώνια, μαζί μας. Μόνον όταν βεβαιωθεί, ότι δεν θα Τον αποχωρισθείτε, τότε μας διώχνει.

Οι δαίμονες προς αρχάριο μάγο:

– Μη φοβάσαι. Είσαι δικός μας. Αυτά που διαβάζεις, (διάβαζε «ΜΙΚΥ ΜΑΟΥΣ») εμείς τα βάζομε στο μυαλό εκείνων, που τα τυπώνουν σε βιβλία. Αυτά τα συνεχή μαγικά, που δείχνουν οί τηλεοράσεις, τους μάγους και τις μάγισσες, εμείς τα υποδεικνύαμε, για να δαιμονίζουμε τα βρέφη και όσους τα βλέπουν…

– Όπως και όσα κι αν σου πω και σου περιγράψω, είναι αδύνατον να συλλάβης τι υποφέρομε, όταν αυτή η φωτιά συναντηθεί με μας μέσα του (εννοεί ό δαίμονας το άρρωστο άτομο, που Κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων). Αν ανάψουν όλα τα πετρέλαια της Αραβίας και όλα τα πετρέλαια του κόσμου, δεν φθάνουν τη φωτιά, που μας κατακαίγει όταν Κοινωνεί αυτός… (δηλαδή ό ασθενής).

– «Δεν θέλω να κινείται ούτε μία ανθρωπινή σκιά επάνω εις τον πλανήτη της γης», λέγει αφρίζων ό διάβολος με απερίγραπτο κακία.

– Κάνω τόσον όμορφα την κάθε μου ενέργεια, που είναι αδύνατον να με ανακαλύψεις, πότε και πώς ενεργώ.

– Σάς υπόσχεται ΕΚΕΙΝΟΣ τον Παράδεισον και δεν Τον ακολουθείτε. Σας υπόσχομαι εγώ την Κόλασιν και όλοι έρχεσθε μαζί μου.

– Εγώ κάνω ακατάπαυστα το καθήκον μου και σας πολεμώ. Εσείς κάνετε το καθήκον σας να με καταπολεμείτε όπως εγώ σας καταπολεμώ;

– Το όνομά μου είναι διάβολος. Αυτό σημαίνει, ότι τίποτε άλλο δεν μπορώ να κάνω, ειμή μόνον να διαβάλλω. Δεν αναγκάζω κανένα. Εσείς διατί έρχεσθε μόνοι σας σε μένα;

ΟΜΙΛΟΥΝ ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ

Εις το κεφάλαιο τούτο έχομε ως παραδείγματα τους μεγάλους ασκητές της Εκκλησίας μας. Ό μέγας Αντώνιος μάχεται κατά των δαιμόνων και δεν παραλείπει να μνημονεύει και να εξιστορεί τις παγίδες των δια την συμμόρφωση και ψυχική ωφέλεια των πιστών. Εις την συνέχεια όλοι οί ασκητικοί πατέρες αναφέρουν, τι οι δαίμονες ομολογούσαν όταν καταπιέζονταν, είτε δια να παρασύρουν εις την πλάνη τους πολεμούντας αυτούς, είτε δια να προκαλέσουν εντυπώσεις.

Ημείς πιστεύομεν, ότι ό διάβολος είναι ψεύστης και πηγή του ψεύδους και πατήρ του ψεύδους. Γνωρίζομεν, ότι ό ψεύστης και παμπόνηρος πολλάς φοράς λέγει την αλήθεια, δια να παρασύρει τους ακούγοντας εις το ψεύδος του. «Ου γαρ αυτού τα νοήματα αγνοούμε» (Β’ Κορ. 2, 11).

Από αυτάς τας αληθείας, τας οποίας εν τη πανουργία του λέγει ό διάβολος, θα παραθέσωμεν ορισμένας, πιστεύοντας ότι θα βοηθήσουν τους αναγνώστες.

Περί Πίστεως (ομιλεί το πνεύμα το ακάθαρτο)

– «Εάν δεν πιστεύεις σε αυτό που κρατάς, (εννοεί τον Τίμιον Σταυρόν), ούτε φοβούμαι ούτε υπολογίζω τίποτε. Και αν ακόμη φορτωθείς και Εκείνον, που έχεις εκεί μέσα (εννοεί τον Εσταυρωμένο που είναι εις το Ιερόν όπισθεν της Αγίας Τραπέζης), πάλιν εγώ δεν φοβούμαι, αφού δεν πιστεύεις τι βαστάζεις».

Εξ αυτού δυνάμεθα ημείς να είμεθα προσεκτικοί. Εάν χωρίς πίστιν έχομεν τον σταυρόν κρεμάμενο στο στήθος μας, εάν τον κρατούμε μεγάλο ή μικρό στο χέρι μας, εάν τυπώνωμεν το σημείο του σταυρού επάνω μας – προ πάντων όσοι με ταχύτητα και με βιασύνη, απρόσεκτα, χωρίς καν να είναι το σημείον του σταυρού — ό διάβολος δεν φεύγει. Μάλλον έρχεται καταγελών και εμπαίζων ημάς.

Περί της δύναμης των αγίων Εικόνων

– «Οποιαδήποτε εικόνα, είτε μικρή είναι είτε μεγάλη, με καταδιώκει εάν την πιστεύεις. Εάν όχι, δεν φοβούμαι και δεν τρομάζω» ομολογεί όφις ό κακούργος.

Μην αναμένεις, αγαπητέ αναγνώστα, να εύρης την τάδε ή την τάδε εικόνα, δια να προσευχηθείς. Όσον μικρή και ασήμαντη — όπως νομίζομε — και αν είναι οποιαδήποτε εικόνα, οποιουδήποτε Αγίου θαυματουργεί και εκδιώκει τούς δαίμονας. Αρκεί εσύ και εγώ να έχομε πίστιν, ακράδαντον πίστιν.

Περί Προσευχής

«Δεν φοβούμαι και δεν αποχωρώ με την παπαγαλία σας. Εγώ φοβούμαι και τρέμω την προσευχήν, που βγαίνει από καρδιά γεμάτη δάκρυα. Διαφορετικά εγώ γελώ και σας κοροϊδεύω. Το όπλο, που τρέμω, είναι η προσευχή μετά δακρύων».

Η προσευχή που γίνεται απλώς με το στόμα, ουδέποτε στοιχίζει στον δαίμονα. Η προσευχή που γίνεται και πηγάζει από την καρδίαν και συνοδεύεται με δάκρυα, εισακούεται εις τον Θρόνον του Θεού και κατακαίγει τους δαίμονας. Εκείνος, που προσεύχεται συνεχώς, άλλοτε νοερώς και άλλοτε κατά μόνας, δεν αφήνει έδαφος ελεύθερον να πλησίαση ό δαίμονας. Αυτό τονίζει ό Απόστολος Παύλος (Α’ Θεσ. 2,17).

Περί της Θείας Χάριτος και της Σκέπης του Θεού

– «Εάν δεν σας έσκεπε την ώραν, που είσθε εις τον Θρόνον Του (εννοεί τον Θείον Άμβωνα) και κηρύττετε τα λόγια Του, θα σας έκανα να σας περιγελά όλος ο κόσμος».

Πόση έχθρα έχει ό διάβολος εναντίον των ομιλούντων τον λόγον του Θεού, δεν δυνάμεθα να περιγράψομε. Η Θεία Χάρις του Θεού, η Πανάχραντος Θεοτόκος, οι Άγιοι και οί Άγγελοι περιφρουρούν και διαφυλάττουν την ώραν του θείου κηρύγματος τον κήρυκα του θείου λόγου. Γι’ αυτό αφρίζει και τρίζει τους οδόντας του ό διάβολος, διότι δεν έχει την δύναμη να πλησιάση. Προ πάντων τούτων, δια να έχει πλούσια την Θείαν Σκέπην ό ιεροκήρυκας χρειάζεται να είναι ταπεινός και προετοιμασμένος. Τότε έχει επιτυχία εις το έργον του προς Δόξαν Θεού.

Περί των σατανικών βιβλίων της Μαγείας

– «Μόλις ανοίξουν τα βιβλία μας, είμεθα παρόντες».

Βιβλία δικά του ό διάβολος εννοεί κάθε σατανικό βιβλίο, που χρησιμοποιούν οί μάγοι, δια να προσκαλούν εις βοήθειάν των τους δαίμονας. Την πρώτη θέση κατέχει το βιβλίο, που λέγεται «Σολομωνική». Η συγγραφή του βιβλίου τούτου απεδόθη εις τον Σολομώντα. Τούτο όμως είναι παντελώς αβάσιμο και αστήρικτο. Μάλλον οι μάγοι, δια να επιτύχουν την διάδοσή του, απέδωσαν την συγγραφή του βιβλίου τούτου εις τον Σολομώντα. Σύγχρονος τρόπος μεταδόσεως της μαγείας είναι η ΜΑΓΕΙΑ της Τηλεοράσεως με διαβολικά καθαρώς κινούμενα σχέδια, με ονομασία ό ΜΑΓΟΣ ή η ΜΑΓΙΣΣΑ και «ΜΙΚΥ ΜΑΟΥΣ».

Τα ίδια σχέδια υπάρχουν αποτυπωμένα εις ειδικά βιβλία. Πολλά μικρά παιδιά έφθασαν δαιμονισμένα εις την Εκκλησία εξ αυτών των πηγών. Είναι καθαρή και εξακριβωμένη παγίδα του διαβόλου, δια να δαιμονίζει τα παιδιά! Ας προσέξουν οι γονείς. «Εμείς τα βάζουμε — λέγουν οί δαίμονες, δια να σας κάνουμε δικούς μας».

Περί των Παγίδων του διαβόλου

– «Όλους τους άλλους αιτιώνται, εις κάθε των πρόβλημα, ουδέποτε όμως υποπτεύονται εμένα. Όλοι οι άλλοι είναι η αιτία των προβλημάτων που δημιουργούνται και εμένα που τα δημιουργώ, που είμαι η πραγματική αιτία, ούτε με αναφέρουν».

Εάν δώσωμεν λίγη προσοχή θα αντιληφθούμε ότι στην ζωήν μας μας πταίουν όλοι οι άλλοι. Εις την πραγματικότητα όμως οί άλλοι γίνονται όργανα του διαβόλου. Όπισθεν κάθε αιτίας των προβλημάτων που δημιουργούνται είναι ό διάβολος που ενεργεί. Αυτόν προ πάντων να καταπολεμούμε και όχι τα αποτελέσματα. Την ρίζαν, όχι τους κλάδους. Αιτία παντός κακού και πάσης πονηράς πράξεως είναι πάντοτε ό μισόκαλος διάβολος.

Περί της Κακίας του διαβόλου

– «Είναι διαφορετικό να με βλέπεις να βασανίζω άλλους, από το να μου επιτρέψει να έλθω και να βασανίζω εσένα».

Πόσοι και πόσοι εις τα άσυλα και τας νευρολογικάς κλινικάς βασανίζονται υπό του δαίμονος! Πόσοι και πόσοι από τας μαγείας και την κακίαν των μάγων και των φθονερών ανθρώπων βασανίζονται και υποφέρουν! Και ημείς, που βλέπομεν αυτούς να πάσχουν, άλλοτε λέγομεν, ότι είναι σκηνοθετημένες πλάνες, άλλοτε ότι είναι ένα μεγάλο ψεύδος, και άλλοτε ότι γίνονται από σκοπού, δια να προκαλέσουν οι πάσχοντες την περιέργεια των αφελών… Ό διάβολος όμως δεν είναι αστείον πείραμα ή αιτία γέλωτος. Μόνον όσοι υπέφεραν και όσοι υποφέρουν γνωρίζουν τι θα ειπεί διάβολος. Ημείς ας προσευχώμεθα δια τους αδελφούς μας και ας παρακαλούμε τον Θεόν, να μην επιτρέψει εις ημάς μίαν τοιαύτην δοκιμασία.

Ό Εωσφόρος κατατυραννάει τούς δαίμονας

– «Πώς θα εμφανισθώ εις τον αρχηγό μου και να ειπώ ότι απέτυχα; Προτιμώ να με κτυπά εδώ ό Θεός σου (εννοεί την ουράνιον τιμωρία που υφίσταται), παρά να πέσω εις τα χέρια του αρχηγού μου».

Εκ της διαβολικής αυτής ομολογίας φαίνεται η κακία μεταξύ των δαιμόνων. Η απέραντος αγάπη των Αγγέλων του ουρανού έχει αντίθετο την κακία και την εκδίκησιν των δαιμόνων. Την άκρα αγάπη, που τρέφει ό Θεός προς τους Αγγέλους, την άκρα κακίαν και εκδίκησιν, που τρέφει ό Εωσφόρος προς τους δαίμονας.

Θεέ μου, απάλλαξέ μας της κακίας του διαβόλου και της αιωνίου κολάσεως.

Περί της Πτώσεως των πιστών

– «Εγώ κατεξευτέλισα και έρριψα γρανίτες και θα γνωρίσεις εσύ ποτέ τας πονηρίας μου;»

Μη ποτέ καυχηθεί άνθρωπος, ότι γνωρίζει τας παγίδας του διαβόλου. «Ειμή ότι Κύριος ην εν ημίν, τίς ικανός σώος φυλαχθήναι, εκ του εχθρού άμα και ανθρωποκτόνου;» Διαθέτει πείρα ό διάβολος χιλιάδων ετών. Από της ημέρας της πτώσεώς του έως σήμερον. Ημείς;

Η Παγίδα της Υπερηφανείας

– «Είσαι — λέγει ό παμπόνηρος δαίμων, ό εκλεκτός του Θεού. Δι’ αυτό σε εξέλεξε να μας πολεμάς. Είναι τόσον ευχαριστημένος ό Θεός σου, που σε καμαρώνει, γιατί είσαι ενώπιόν Του δίκαιος…».

Χρησιμοποιεί ό διάβολος εις μεγάλον βαθμό την παγίδα της κολακείας και υπερηφανείας. Και εν τη επιτυχία του, ό άνθρωπος αποκόπτεται από τον Θεόν. Χάνει την Θείαν Χάριν. Και αποκτά την αιώνιο κόλασιν. Ό Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακώβ. 4, 6) και (Α’ Πέτρ. 5, 5).

Άνευ του Θελήματος του Θεού δεν γίνεται ΤΙΠΟΤΕ

– «Ούτε εισέρχομαι ούτε εξέρχομαι μόνος μου — λέγει ό πονηρός δαίμονας. Εάν Εκείνος δεν μου το επιτρέψει, ουδεμία κίνηση μπορώ να κάνω μόνος μου. Έχει το σχέδιό Του και με κρατά να σας παιδεύω. Με τα δικά μας κλωτσοκοπήματα έρχεσθε κοντά Του. Γι’ αυτό μας επιτρέπει να σας παιδεύομε. Προτιμά να υποφέρετε εδώ ολίγον χρόνον, για να μη παιδεύεσθε αιώνια μαζί μας. Μόνον όταν βεβαιωθεί, ότι δεν θα τον αποχωρισθείτε, τότε μας διώχνει».

«Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιωάν. 15,5). Αυτή η αλήθεια εφαρμόζεται πλήρως στην περίπτωσιν των δοκιμαζομένων υπό του διαβόλου. Ουδέ χιλιοστόν του ανθρωπίνου οργανισμού δύναται να εγγίση ό διάβολος, αν ό Θεός δεν του επιτρέψει. Το θαύμα επιτελείται μόνον, όταν δια της δοκιμασίας ωριμάση ο άνθρωπος και αντιληφθεί πόσον κακούργος είναι ό διάβολος, που με προθυμία εργαζόμεθα εις τους αμαρτωλούς αγρούς του.
Η ειλικρινής αγάπη προς τον Θεόν και η νέκρωσις και η ειλικρινής απάρνησις της αμαρτίας, επιφέρει το θαύμα.

Η αποστολή του διαβόλου και οι μάγοι

– «Εσείς με καταδιώκετε — ομολογεί ό κακούργος διάβολος — και εκείνοι (εννοεί τους μάγους) με στέλλουν και με ξαναστέλλουν, «κλωτσοσκούφι» με κάνατε».

Τι θα γίνει εις το τέλος; Όταν διώχνεται ό διάβολος με τη δύναμη της Εκκλησίας, επιστρέφει μετά πολλής μανίας εις τους μάγους, που τον διατάζουν να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Πόσοι και πόσοι μάγοι, δεν εύρον ακαριαίον θάνατον, όταν ό διάβολος επιστρέφων αφέθη ελεύθερος από τον Θεόν να εκδικηθεί. Αν ξέρανε οι μάγοι ότι ό διάβολος εκδικείται αυτούς τους ιδίους, ουδέποτε θα συμμαχούσαν με τον σατανά. Το δε φοβερότερο πάντων, δεν είναι η πρόσκαιρη εκδίκηση, αλλά η αιώνια κόλαση.

Σημειώνουν και ΚΑΤΑΓΡΑΦΟΥΝ οι δαίμονες

– «Είμαι από πάνω σου και σε παρακολουθώ – λέει ό παμπόνηρος και μισόκαλος. Προσέχω τα μάτια σου, τη γλώσσα σου, τα έργα σου. Έχω μια πενάρα και καταγράφω λεπτομερώς την ημέρα, την ώραν, το δευτερόλεπτο, τα άτομα, , τον τόπον. Ό,τι καταγράψω, θα σου τα φανερώσω αν δεν προφθάσεις να τα σβήσεις» (εννοεί με το μέγα Μυστήριο της Εξομολογήσεως).

Πόσοι δεν γνωρίζουν την άγρυπνο παρακολούθηση του διαβόλου! Παραμονεύει από ώραν εις ώραν να εύρη ευκαιρία να κερδίσει έδαφος. Ό φόβος και ό τρόμος πρέπει να κατέχουν την ζωήν μας δια να σωθώμεν. «Μετά φόβου και τρόμου την εαυτών σωτηρίαν κατεργάζεσθε» (Φιλιπ. 2, 12).

Η εξομολόγηση πρέπει να είναι ζώσα και ενεργός, δια να εξαλείφει πάσα αμαρτία της ψυχής μας.

Βλασφημεί ό διάβολος εντός του Ιερού Ναού;

– «Όσον και αν Τον βλασφημούμε εμείς – λένε οι δαίμονες, δεν μας υπολογίζει και δεν μας λαμβάνει υπ’ όψιν. Όταν εσείς Τον βλασφημείτε, τότε λυπείται και τότε πονεί διά τας πληγάς που Του ανοίγετε».

Απαθής παραμένει ό Κύριός μας και Θεός μας, όταν ό διάβολος βλασφημεί το Άγιον και Υπερύμνητον Όνομά Του. Όπως κατά τον ίδιον τρόπον απαθής παραμένει και η Πανάχραντος Παναγία μας και οί Άγιοι Άγγελοι και οί Άγιοι της Εκκλησίας μας. Η λύπη και ό πόνος προξενείται εις τον Θεόν και εις την Παναγίαν μας μόνον, όταν ημείς βλασφημούμε το ΥΠΕΡ ΠΑΝ ΟΝΟΜΑ του Θεού μας και των Αγίων της Εκκλησίας μας.

Πουθενά δεν βρίσκεται τόσο κοντά Παράδεισος και κόλαση, όσο στην Εκκλησία

Καθώς λέγει μία πιστή ψυχή, «η αγιότητα, η χαρά και η ουράνια καθαριότητα. Και δίπλα η φοβερή αιχμαλωσία του ανθρώπου στην αμαρτία, στη μανία της κόλασης».

Η ίδια πιστή ψυχή λέγει: «Όσο ιερότερος ό χώρος, τόσο μεγαλύτερα τα βάσανα των δαιμόνων, αλλά και τόσο πιο βαθιά ή κάθαρσή τους».

Ο διάβολος συνεργεί στην Μετάνοια;

– «Με τα δικά μας κτυπήματα έρχεσθε σεις εις την αγκάλη Του. Αν δεν είμεθα εμείς, ποιος από σας θα ήρχετο εις την Εκκλησία Του;»

Άθελά του ό παγκάκιστος συνεργεί εις μετάνοιαν. Πλήθος ασθενών παραδέχονται μετά δακρύων, ότι η δοκιμασία, που παρεχώρησεν ό Θεός να υποστούν, εγένετο αιτία μετανοίας. Δια αυτής γνωρίσαμεν και αγαπήσαμε τον Θεόν, ομολογούν.

«Εν θλίψει εμνήσθημέν Σου Κύριε». «Εν ημέρα θλίψεώς μου τον Θεόν εξεζήτησα, ταίς χερσί μου νυκτός εναντίον αυτού, και ουκ ηπατήθην» (Ψαλμ. 76, 3).

ΑΞΙΩΣΕΙΣ του διαβόλου

Ομιλώντας το δαιμόνιο προς τον Θεόν δια τον αμαρτωλό λέγει:

«Βλέπεις πόσον αγαπά εσένα και πόσον αγαπά εμένα; Άρα δεν είναι με το δικό σου μέρος, αλλά με το δικό μου. Τα έργα του είναι έργα μου. Ουδεμία σχέση έχουν με το ιδικό Σου Θεϊκό Θέλημα».

Οι αυθάδεις αυτές αξιώσεις του διαβόλου έναντι του Θεού είναι αποτέλεσμα των δικών μας πράξεων. Ό διάβολος είναι ό κατήγορός μας προς τον Θεόν.

Από τον Θεόν ό διάβολος απαιτεί να του παραχωρήσει άδεια καταλήψεως του ανθρώπου, διότι τα έργα μας δεν είναι του Θεού, αλλά του διαβόλου. Κύριε σώσον ημάς. «Κύριε, μη απορρίψης ημάς από του προσώπου Σου…» (Ψαλμ. 50,13).

Ο λειτουργός του Θεού και οι μάγοι

– «Δι’ αυτούς — λέγει το πονηρό δαιμόνιον — που τους έχω εγώ και κάνουν τα μαγικά μου, να προσεύχεσαι πάντοτε και ουδέποτε να τους καταράσαι. Διότι αν για σας Εκείνη (εννοεί την Παναγία μας) κλαίει μίαν φοράν, δια τους μάγους κλαίει δύο φοράς, διότι γνωρίζει πού θα πάνε».

Το θλιβερό κατάντημα των μάγων δεν δύναται ανθρώπινος νους να το συλλάβη. Σύμβουλοι στον παρόντα κόσμον και σύμμαχοι και όργανα των μάγων είναι οι δαίμονες, με ανταλλαγή την αιώνιο και αθάνατο ψυχήν του καθ’ ενός, που μεταχειρίζεται την μαγεία. Πόσον, αλήθεια, πόσον πρέπει ό κάθε πιστός να προσεύχεται για αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους.

Όταν ό Κύριος προσηύχετο δια τους σταυρωτάς Του έδωκε παράδειγμα προς μίμησιν εις ημάς. Όπως εκείνοι δεν γνώριζαν τι έπρατταν και οι μάγοι «ουκ οίδασι τι ποιούσι».

Οι απειλές του διαβόλου κατά του πολεμούντος αυτόν

– «Τα έβαλες-λέγει το δαιμόνιο στον εξορκιστή που το πολεμάει – εναντίον ολοκλήρου της κολάσεως. Αλλά και εμείς δεν μένομεν ήσυχοι. Όπως μας καίγεις εδώ εις την γην καθημερινώς, έτσι σου καίομε και εμείς το όνομά σου εις την κόλασιν».

Ο πολεμών τον διάβολο πρέπει να γνωρίζει, ότι απέναντί του υπάρχει ό διάβολος, εχθρός αόρατος, που έχει μόνον ένα σκοπό: Να εμβάλλει φόβον.

Κύριε δώσε μας την Χάριν Σου, «ίνα ό φοβερός φοβηθεί και φύγη και ό φοβίζων και απειλών ημάς φοβούμενος φανεί».

Η μυστηριώδης «ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ» Θεού και διαβόλου

– «Όπως και όσα αν σου περιγράψω – ομολογεί το πνεύμα το ακάθαρτον – είναι αδύνατον να συλλάβεις τι υποφέρομε εμείς οι δαίμονες, όταν αυτή η φωτιά συναντηθεί με μας μέσα του (εννοεί ό πονηρός διάβολος μέσα στον ασθενή και οχλούμενο υπό των ακαθάρτων πνευμάτων). Αν ανάψουν όλα τα πετρέλαια της Αραβίας και όλα τα πετρέλαια της οικουμένης, δεν φθάνουν την φωτιά, που μας κατακαίγει όταν Κοινωνεί αυτός…(εννοεί ό δαίμονας το δαιμονισμένο άτομο)».

Η μυστηριώδης «ΣΥΝΥΠΑΡΞΗ» του Θεού μετά του διαβόλου μέσα εις τον ασθενή είναι μέγα πρόβλημα. Ποια η σχέση μεταξύ φωτός και σκότους; Θεού και Βελίαρ; Και όμως! Παραδόξως ό Πανάγαθος Θεός, εις τα περιστατικά αυτά, εκδηλώνει την άμετρον ιδιότητα της ΥΠΟΜΟΝΗΣ απέναντι του δαίμονος.

Όπως όταν ό άνθρωπος διαπράττει το μεγαλύτερον έγκλημα της αμαρτίας. Και τότε εφαρμόζε­ται δια τον αμαρτωλό άνθρωπο η Μακροθυμία του Θεού. Διότι αποσκοπεί ό Θεός εις την σωτηρίαν του ανθρώπου και όχι στην απώλειά του.

Στην περίπτωσιν του δαιμονισμένου ανθρώπου, οποιοσδήποτε και αν είναι, αναμένει την μετάνοιάν του. Και όταν ή μετάνοια είναι ειλικρινής, τότε εξαφανίζεται ό διάβολος.
Εάν ό Θεός εξεδίωκε αυτομάτως με την μετάδοση της Θείας Κοινωνίας τον διάβολο, έκαστος θα αμάρτανε ασυστόλως και θα διελογίζετο: «Και αν έλθει ό διάβολος μέσα μου, εγώ θα Κοινωνήσω και αμέσως θα φύγει!».

Κατ’ αυτόν τον τρόπον όμως, ουδείς δαιμονισμένος θα υπήρχε και θα υπερεπερίσσευεν η αμαρτία. Ό φόβος της καταλήψεως υπό του διαβόλου είναι ένας λόγος αποφυγής της αμαρτίας.

Η απερίγραπτος ΚΑΚΙΑ του διαβόλου κατά του ανθρώπου

– «Δεν θέλω να κινείται ανθρώπινη σκιά επί του πλανήτου της γης. Εάν με άφηνε – συνεχίζει ό κακούργος δαίμονας – μόνον ένα λεπτό της ώρας, θα καταπόντιζα ολόκληρη τη γη».

Ποιος δύναται να περιγράψει την κακία του διαβόλου κατά του ανθρώπου; Αυτήν την κακία του παγκάκιστου δαίμονος ουδέποτε την έλαβε υπ’ όψιν ό κοσμικός άνθρωπος. Και το σημαντικότερον πάντων, ουδέποτε προσπαθεί να αποφύγει τα πονηρά και διαβολικά έργα.

Δώσε Κύριε, δώσε Φώτιση στον κόσμον Σου.

Η άμετρος ΠΟΝΗΡΙΑ του διαβόλου

– «Κάνω τόσον όμορφα τη δουλειά μου, που είναι αδύνατον να με ανακαλύψεις πότε και πώς ενεργώ».

Η άμετρος πονηρία του διαβόλου δεν ανακαλύπτεται ευκόλως. Ο,τιδήποτε κακό, είναι του διαβόλου. Πόσον όμως κρύπτεται ό αυτουργός της πονηρίας, δεν υποπτεύεται ό άνθρωπος. Ουδέποτε ό ποιών το κακόν είναι μόνος του. Όπισθεν κάθε μιας πράξεως, που είναι αντίθετος των εντολών του Θεού, υποκρύπτεται ό μισόκαλος δαίμονας.

Τα ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ του διαβόλου

– «Δεν φεύγω, όσο ξύλο και αν τρώγω. Έχω δικαιώματα», φωνάζει με κομπασμό και υπερηφάνεια ο διάβολος.

Όπως εις την περίπτωσιν των δαιμονισμένων στην χώρα των Γεργεσηνών, χρησιμοποιεί ό διάβολος την γλώσσα της παρακλήσεως (Μάρκ. 5, 6-7) προς τον Κύριον, ούτω και τώρα. Γνωρίζει, ότι ό Θεός δεν θα τον ανεχθεί επί πολύ ακόμη, και προβαίνει εις παρακλήσεις και ικεσίας. Χρησιμοποιεί το όπλον της υποκρισίας. Οι υποκριτικές παρακλήσεις του επιμαρτυρούν την αδυναμία και την κακίαν του.

Η ανυποχώρητος ΕΠΙΜΟΝΗ του διαβόλου

– «Δεν υποκύπτω εύκολα όπως εσείς – λέγει με πολλήν ειρωνεία ό υπερήφα­νος δράκοντας. Εγώ μάχομαι με όλη μου την δύναμιν να κρατηθώ. Εκείνος, που θα μείνει τελευταίος, εκείνος θα κερδίσει την μάχην».

Μη νομίσωμεν, ότι ό διάβολος υποχωρεί με την πρώτη μάχη. Είναι εις πολλάς περιπτώσεις ανυποχώρητος. Όταν προσέξομε πόση επιμονή έδειξε εναντίον του Κυρίου στην έρημον, τότε θα αντιληφθούμε το διαβολικό πείσμα. Αλλά θα υποχωρήσει καταντροπιασμένο το σκοτεινό δαιμόνιο όταν και ημείς επιμένουμε αντιτάσσοντας εις αυτό τας δυνάμεις μας, τας οποίας ενισχύει δια της Χάριτός Του ό Θεός. Δεν πρέπει να υποχωρήσουμε ούτε να υποκύψουμε στις πανουργίες του διαβόλου. Το «αντίστητε τω διαβόλω» δεν έχει την έννοια της ολιγόλεπτης μάχης. Αλλά της διαρκούς και πεισματώδους μάχης και τότε επέρχεται ή νίκη.

Ο διάβολος ΟΜΟΛΟΓΕΙ…

– «Αν γνώριζα το κακόν που θα μου έκανε – παραδέχεται ο διάβολος, δεν θα Τον σταύρωνα…».

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ του Κυρίου. Όπλον αήττητον. Όπλον ακαταμάχητο. «Φρίττει γαρ και τρέμει – ό διάβολος – μη φέρων καθαράν αυτού την δύναμιν».

«Σταυρός ό φύλαξ πάσης της οικουμένης…». Συνεπώς, ό Σταυρός, ως Σύμβολο, ως Σχήμα, ως Τύπος, ως Ουσία, ως Νόημα Ζωής, κατέχει δεσπόζουσα θέσιν εν τη Εκκλησία και παντού εντοπίζεται (Ιδε ΒΙΒΛΙΟΝ, «ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΣΤΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟΥ», Επιμέλεια Αρχιμανδρίτου ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου).

Ο διάβολος ΕΙΡΩΝΕΥΕΤΑΙ…

– «Σάς υπόσχεται ΕΚΕΙΝΟΣ τον Παράδεισον – λέγει καταγελών ημάς ό διάβολος, δια το κατάντημά μας – και δεν Τον ακολουθείτε. Σάς υπόσχομαι εγώ την κόλασιν και όλοι έρχεσθε μαζί μου».

Τι είναι ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ; Σε απασχόλησε ποτέ η σκέψις; Ότι όταν πεθάνεις, εμπρός σου εκτείνεται ένας ατελείωτος αιώνιος κόσμος; Εάν κερδίσωμεν την Βασιλείαν του Θεού, κερδίσαμε το πάν. Εάν όμως κολασθούμε, χάσαμε το πάν.

«Τι γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίσει τον κόσμον όλον, και ζημιωθεί την ψυχήν αυτού;» (Μάρκ. 8, 36).

Ο διάβολος ΔΕΝ ΠΑΥΕΙ να μας καταπολεμά. «Εγώ κάνω ακατάπαυστα το καθήκον μου και σας καταπολεμώ – λέγει ό κακούργος και αρχέκακος δαίμονας. Εσείς κάνετε το καθήκον σας να με καταπολεμείτε όπως εγώ σας καταπολεμώ;».

Ο διάβολος ημέρας τε και νυκτός καταπολεμεί τον κάθε άνθρωπο. Προ πάντων τους πιστούς. Καταστρώνει σχέδια την νύκτα, δια να τα εφαρμόσει την ημέρα. «Σκέπτομαι, σκέπτομαι, τι άλλο να σου κάνω» λέγει ό διάβολος.

Αν γνωρίζαμε, ότι εις κάθε βήμα της ζωής μας ό διάβολος παραμονεύει να μας προξενήσει κακόν, θα ήταν διαφορετική η ζωή μας.

Το όνομά μου είναι ΔΙΑΒΟΛΟΣ…

– «Το όνομά μου είναι διάβολος – λέγει ό πανούργος δαίμονας. Αυτό σημαίνει ότι τίποτε άλλο δεν μπορώ να σας κάνω, ειμή μόνον να διαβάλλω. Δεν αναγκάζω κανένα. Εσείς διατί έρχεσθε μόνοι σας σε μένα;»

Ποιος δύναται να υποστηρίξη ότι ό διάβολος τον εξανάγκασε προς διάπραξη της αμαρτίας; Ό κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να αποφασίσει το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ. Όπως ό Θεός παροτρύνει τον άνθρωπο να αποφύγη το κακόν και να πράξη το καλόν, κατά τον ίδιον τρόπον ό διάβολος παροτρύνει τον άνθρωπο να απαρνηθεί το καλόν και να διαπράξη το κακόν.

«Ιδού – λέγει ό Θεός, παρέθηκά σοι πυρ και ύδωρ ου αν θέλεις, εκτενείς την χείρα σου» (Σοφ. Σειρ. 15,16).

Ώστε μόνοι μας εκλέγουμε τον Παράδεισον ή την κόλασιν. Ουδείς μας πταίει.

Ο διάβολος ΠΑΡΑΔΕΧΕΤΑΙ…

– Είσαι, πονηρέ δαίμονα, το σκότος της κολάσεως.
– Είμαι, απαντά με πολλή υπερηφάνειαν ό διάβολος.
– Είσαι η λάσπη και η ακαθαρσία της κολάσεως.
– Είμαι, απαντά με πολλή αναισχυντία.
– Είσαι η εφεύρεση παντός κακού στον κόσμον.
– Είμαι, απαντά με διαβολική καύχηση. Είμαι και δεν αρνούμαι. Έχεις τίποτε άλλο να μου ειπείς; Τώρα ερωτώ εγώ – λέγει ό παμπόνηρος και παγκάκιστος δαίμονας. Εφ’ όσον είμαι ό,τι μου είπες, και ό,τι δεν μου είπες, διατί μόνοι σας έρχεσθε και κολυμπάτε μέσα εις το δικό μου βρώμικο και ακάθαρτο νερό;

Χρειάζονται σχόλια; Ο ουρανός, η γη, η θάλασσα μολύνθηκαν από τα βρώμικα και ακάθαρτα νερά των δικών μας πράξεων. Τι μας απομένει; Ή η μετάνοια, ή η Θεία Δίκη και Τιμωρία.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ο διάβολος;

– «Είμαι – λέγει ό διάβολος, ελεύθερος. Με άφησε ελεύθερον. Ουδείς θα μείνει άθικτος. Όλοι θα περάσετε από το κόσκινό μου…».

«Ιδού ό σατανάς εξητήσατο υμάς του σινιάσαι ως τον σίτον». Ιδού ό σατανάς, όπως άλλοτε περί του Ιώβ, ούτω και δια σας τώρα ζήτησε να σας ταράξει και να σας κλονίσει, όπως κοσκινίζεται και σείεται το σιτάρι μέσα εις το κόσκινον (Λουκ. 22,31).

«Και εβλήθη ό δράκων, ό όφις ό μέγας ό αρχαίος, ό καλούμενος Διάβολος και ό Σατανάς, ό πλανών την οικουμένη όλη, εβλήθη εις την γην, και οι άγγελοι αυτού μετ’ αυτού εβλήθησαν». Και ερρίφθη ό δράκων ό μεγάλος, ό παλαιός όφις, που παρέσυρε εις την παράβασιν τους πρωτοπλάστους, ό καλούμενος διάβολος και ό σατανάς, ό οποίος πλανά την οικουμένη όλη, ερρίφθη εις την γην, και οι σκοτεινοί άγγελοί του ερρίφθησαν και αυτοί μαζί με αυτόν».

Είναι κοινή ομολογία ότι τα σημεία των καιρών προειδοποιούν, ότι κάτι φοβερόν αναμένει τον πλανήτη της γης. Ας είμεθα λοιπόν Έτοιμοι…

ΠΕΣΕ ΝΑ ΜΕ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗΣ…

– «Πάψε πια να μας πολεμάς – λέγει ό κακούργος και αρχέκακος όφις. Έλα να συμμαχήσουμε μαζί. Πέσε να με προσκυνήσης και Ό,τι μου ζητήσης, θα σου το δώσω. Χρυσάφι όσο θέλεις. Πλούτη, θέσεις, αξιώματα…».

– Αποτάσσομαι σοι, Σατανά, και πάσι τοις έργοις σου, και πάσι τοις αγγέλοις σου, και πάση τη λατρεία σου, και πάση τη πομπή σου. Πτού σου καταραμένε και αφορισμένε από τον Επουράνιό μου Θεόν.

Ο ίδιος παρέμεινε και παραμένει ό διάβολος και θα παραμένει από τότε, που πολέμησε τον Κύριόν μας εις την έρημο, έως της σήμερον και έως της συντέλειας του κόσμου. Αυτόν τον άσπονδο εχθρόν του ανθρώπου πρέπει να πολεμήσωμεν, δια να λάβωμεν τον στέφανον της νίκης.

Θα μεταχειριστεί τα πάντα

Δεν είναι δυνατόν, να παραγνωρισθεί η πραγματικότης. Αυτό δηλαδή, που τονίσθηκε περισσότερον παρά άλλοτε, ότι ό Αντίχρι­στος θα μεταχειριστεί τα πάντα, δια να παραπλανήση τους ανθρώπους της γης. Θα ποιήση εικόνα και θα δώσει πνεύμα πλάνης εις αυ­τήν και θα «λαλήση η εικών του θηρίου». Θα εξαναγκασθούν οί άνθρωποι να προσκυνήσουν την εικόνα, και «όσοι εάν μη προσκυνήσωσι τη εικόνι του θηρίου», θα έχει την εξουσία ό Αντίχριστος «ίνα αποκτανθώσι», δηλαδή, να φονευθούν (Αποκ. 13,15).

Θα δώσει «χάραγμα» εις τους ανθρώπους. Το χάραγμα θα είναι ή επί της δεξιάς χειρός ή επί των μετώπων των ανθρώπων. Ό διαχωρισμός των οπαδών του Χριστού και των οπαδών του Αντιχρίστου θα αρχίσει εκ της τροφής. Η αγορά και η πώληση τροφών. Το σημείον τούτο θα είναι κρίσιμο. Πολλοί θα υποκύψουν, διότι δεν θα γνωρίζουν, ότι και αυτός ό Αντίχριστος δεν θα έχει εις το τέλος τροφή δια να δώσει εις τους οπαδούς του.

Το χάραγμα, η σφραγίδα του Αντιχρίστου, θα δώσει την ευκαιρία μόνον εις τους σφραγισμένους «να αγοράζουν ή να πωλούν» (Αποκ. 13,17).

Εν συνεχεία θα προχωρήση ο Αντίχριστος στην διακίνηση του νομίσματος. Θα δεσμεύση το χρήμα, το νόμισμα. Θα έχει δε δικαίωμα μόνον ό σφραγισμένος να χρησιμοποιεί το ειδικό νόμισμα, το κοινόν εις τα έθνη. Τότε, με την ιδία σφραγίδα θα δικαιούται να μετακινείται από τόπου εις τόπον δι’ όλων των μέσων. Θα διακοπή δηλαδή, η μετακίνησις των αρνουμένων την σφραγίδα του Αντιχρίστου.

Ειδική ταυτότητα ή ειδική κάρτα θα είναι το έτερον σημείον του διαχωρισμού των πιστών από τους απίστους. Τότε όσοι θα χρησιμοποιούν την ειδική κάρτα θα είναι οί νομοταγείς εις το κράτος. Όσοι θα αρνηθούν, θα είναι οί παράνομοι. Από του σημείου τούτου θα αρχίσει ο διωγμός και το μαρτύριο.

Τα θαύματα και η πλάνη του Αντιχρίστου θα πολλαπλασιασθούν. Ό κόσμος θα είναι βυθισμένος εις το σκότος και όλο και περισσότερον θα περιπατεί εις το σκότος, και όλο και περισσότερον διαρκώς εις τας τάξεις του «ανόμου». Το αποκορύφωμα θα είναι η παγκόσμιος κυριαρχία του «ανθρώπου της αμαρτίας, του υιού της απωλείας» (Β’ Θεσ. 2,3).

Χρειάζεται προσοχή

Δια την ύπαρξιν του διαβόλου δεν χωρεί ουδεμία αμφιβολία. Η ενανθρώπησις του Κυρίου σκοπό είχεν την απελευθέρωσιν του ανθρώπου εκ της δυναστείας του διαβόλου. Η επί γης Εκκλησία του Χριστού κατεργάζεται την σωτηρίαν κάθε ψυχής. Όταν ομιλούμε περί σωτηρίας, προϋποτίθεται η ύπαρξις εχθρού. Ο εχθρός ποιος; Ο σατανάς και διάβολος, ο «πλανών την οικουμένη όλη…» (Αποκ. 12,9).

Η ύπαρξις κακών πνευμάτων μαρτυρείται από όσους λυτρώθηκαν από αυτά. Η προσωπική των εμπειρία, τα βάσανα που υπέστησαν, η πάλη που διεξήγαγαν, ό αγώνας που υπεβλήθησαν δεν αφήνουν αμφιβολίες δια την ύπαρξιν δαιμόνων. Ούτε δίδουν υπόνοια να φανταστή κανείς, ότι υπέφεραν ή ότι ηθέλησαν οι ίδιοι να υποφέρουν για επίδειξη. Δεν είναι δυνατόν, να ισχυριστεί κάποιος, ότι όσα υπέφεραν αυτά τα άτομα ήταν εικονικά, ότι ενεφανίζοντο στον κόσμον με επιτηδειότητα, δια να κινήσουν υπέρ αυτών τον οίκτον ή την συμπάθεια.

Απεριόριστος προσοχή επιβάλλεται να υπάρχει εις την παρούσαν ζωήν εκ μέρους των πιστών. Ο διάβολος καραδοκεί δια να εισέλθει εις την ψυχήν και να την θανατώση. Είναι ανθρωποκτόνος και ψυχοκτόνος. Εργάζεται χωρίς ανάπαυλα. Ούτε τη μέρα ησυχάζει ούτε νύκτα αναπαύεται. Μυριάδες μυριάδων οι παγίδες του και αυτός είναι έτοιμος να συλλάβει το θύμα του και να το εκδικηθεί.

Έναντι αυτού του αοράτου εχθρού ημείς είμεθα παντελώς ανίσχυροι. Δια τούτο επιβάλλεται όπως αναθέσωμεν πάσαν την ζωήν μας εις τον Κύριον Ιησούν.

«Πάσαν την μέριμνα ημών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλει περί ημών, νίψατε, γρηγορήσατε. Ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη» (Α’ Πετρ. 5,7-8).

Οι θετικοί παράγοντες προς απελευθέρωση εκ του πονηρού πνεύματος

Θετικοί παράγοντες δια την προσέλκυση της Χάριτος του Θεού είναι αυτοί:

α. Το Ακατανίκητο όπλο της ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ.
β. Η ανάγνωσις και η μελέτη της ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ.
γ. Η βαθιά μελέτη του Λόγου του Θεού.
δ. Μελέτη και ανάγνωση ιδιαιτέρως των Ψαλμών του Δαυίδ.
ε. Καθημερινή ανάγνωση των πατερικών κειμένων της Εκκλησίας. Οι άθλοι και τα μαρτυρολόγια των Αγίων.
στ. Η εξομολόγηση και η ειλικρινής απόφαση να μην επιστρέψει ο ασθενής εις τα οπίσω, αλλά να πράττει το Θέλημα του Θεού.
ζ. Οι παρακλήσεις και οι χαιρετισμοί της Παναγίας μας και άλλες παρακλήσεις Αγίων.
η. Η νηστεία επίσης αποτελεί μέγα όπλο κατά των πονηρών πνευμάτων. Το διαβεβαίωσε ο Κύριος, όταν έδωκεν εις την γενεάν των ανθρώπων την Θεϊκή Του συνταγή: «Το γένος τούτο εν ουδενί δύναται εξελθείν ειμή εν προσευχή και νηστεία» (Μάρκ. 9,29).
Η εγκράτεια εις την τροφήν, που επεκτείνεται και εις τα σαρκικά, είναι αναγκαία δια να εκδιωχθεί ο διάβολος.
θ. Επισφράγισμα μιας προσπάθειας κατά των πονηρών πνευμάτων είναι η Μετάληψις των Αχράντων Μυστηρίων του Θεού. Το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου είναι το υπέρτατο όπλο, που κατασυντρίβει την δύναμη του διαβόλου.
«Ως λέοντες τοίνυν πυρ πνέοντες, όντως από της τραπέζης αναχωρούμε εκείνης, φοβεροί τω διαβόλω γινόμενοι» (Ρ.Ο. 59,260).

«Πίνετε αγιασμό, όσο πιο συχνά τόσο πιο καλά. Είναι το καλύτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο. Αυτό δεν το λέγω σαν παπάς, το λέγω σαν γιατρός. Από την Ιατρική μου πείρα»
(Αρχιεπίσκοπος Λουκάς Βοϊνογιασινέτσκι, 1961).ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Έμμηνος ρύση και συνέπειες της Πτώσης

Όλα εκείνα που έχουν ακουστεί κατά καιρούς, σχετικά με το θέμα της εμμήνου ρύσης των γυναικών αλλά και με όσα αυτό συνεπάγεται, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη να ξεκαθαριστούν τα πράγματα στη συνείδηση των πιστών Χριστιανών και να καταρριφθούν οι μύθοι και οι ανακρίβειες, οι οποίες άλλοτε προκατασκευασμένες και άλλοτε από άγνοια δομημένες, επιφέρουν σύγχυση και αμαρτίες στο Ποίμνιο της Αγίας μας Ορθοδοξίας.
Ο Ίδιος ο Κύριος μας Προτρέπει να δείχνουμε Πραγματικό Ενδιαφέρον για τις Ιερές Αλήθειες της Αγίας μας Πίστης, καθώς Εμπεριέχουν όλη Εκείνη τη Γνώση που οδηγεί στην αιώνια Ζωή, αυτή που έχει ετοιμαστεί για όσους ακολουθήσουν στην εδώ προσωρινή ζωή τα Ίχνη και τη Θεία Διδασκαλία Του.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Κάποιοι άνθρωποι φθάνουν στο σημείο να αμφισβητούν τους Ιερούς Κανόνες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, με το πρόσχημα ότι δεν προέρχονται από τον Ίδιο τον Κύριο αλλά γράφτηκαν από ανθρώπους. Πραγματικά η άποψη αυτή εγκυμονεί μία τόσο μεγάλη Πλάνη, με τους υποστηρικτές της να οικοδομούν τα θεμέλια της Αίρεσης. Κι αυτό διότι ο Ίδιος ο Κύριος μας αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι «ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, το Οποίο θα Στείλει ο Πατέρας στο Όνομά Μου, Εκείνος θα σας Διδάξει και θα σας Υπενθυμίσει όλα όσα σας Έχω Πει» (Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο 14, Εδάφιο 26).
Αυτό πολύ απλά σημαίνει ότι το Θέλημα του Κυρίου, από την Αγία Ημέρα της Πεντηκοστής (κατά την Οποία είχαμε την Κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους Αγίους Αποστόλους) και μετά, Εκφράζεται δια μέσου των Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας μας. Επομένως οι Άγιοι της Πίστεώς μας, που διακρίθηκαν για τον Θεοπρεπή Βίο τους και τα αμέτρητα Θαύματα που εποίησαν και ποιούν ανά τους αιώνες, συνέγραψαν με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος τους Θεόδοτους Ιερούς Κανόνες Της και αποτέλεσαν «το Στόμα του Θεού μέσα στον κόσμο».
Έτσι όταν το Άγιο Πνεύμα δια μέσου των Αγίων Νομοθετεί, δεν θα πρέπει να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία από μέρους μας, ότι από τη στιγμή που θα ακολουθήσουμε τους Νόμους Του μπορεί να πράξουμε κάτι λιγότερο από το Θέλημα του Θεού. Πολύ απλά διότι το Άγιο Πνεύμα είναι ο Ίδιος ο Θεός, το Τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Οποίο περιέχει από Μόνο Του ολόκληρη την Ουσία της Τριαδικής Θεότητας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον Πατέρα, το Πρώτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Οποίο και Αυτό περιέχει από Μόνο Του ολόκληρη την Ουσία της Τριαδικής Θεότητας. Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και με τον Υιό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.
Όλα τα παραπάνω αναφέρθηκαν για να αποδειχθεί, ότι από τη στιγμή που το Άγιο Πνεύμα δια μέσου των Αγίων Πατέρων, Ορίζει σαφέστατα ότι απαγορεύεται η γυναίκα να εισέλθει στον Ιερό Ναό κατά τις ημέρες της εμμήνου ρύσης της, αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα δεν είναι δυνατό να Εκκλησιάζεται κάθε μέρα. Αντιθέτως μάλιστα, εάν εκείνη αδιαφορήσει για τον Ιερό αυτό Κανόνα του Θεού, τότε διαπράττει την αμαρτία, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αρκετά σοβαρή διότι αφορά την απευθείας Σχέση της με τον Θεό και κατ’επέκταση με όσα αφορούν τον Οίκο Του, τις Ιερές Του Ακολουθίες και τα Ιερά Μυστήριά Του.
Τι ακριβώς όμως Ορίζει ο Θεός στη συγκεκριμένη περίπτωση;
Από την Παλαιά Διαθήκη ακόμα, ο Νόμος του Θεού Ορίζει σαφώς ότι «η γυναίκα είναι ακάθαρτη κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης της» (Λευϊτικόν , Κεφάλαιο 15, Εδάφιο 19-33).
Στην μετά Χριστόν εποχή, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας ο Ομολογητής, στον 2ο Ιερό Κανόνα του ορίζει ακριβώς τα εξής: «Δεν επιτρέπεται μία γυναίκα να εισέρχεται στην Εκκλησία και ούτε να αγγίζει τίποτα από τα Άγια, κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης της. Η αιμορροούσα μπορεί να πηγαίνει ως τον Πρόναο της Εκκλησίας και να προσεύχεται, όπως η γυναίκα που είχε ρεύση αίματος, τόλμησε να αγγίξει μόνο το κάτω μέρος του ρούχου του Χριστού για να γιατρευτεί».
Το ίδιο ακριβώς διδάσκει και στον 17ο Ιερό Κανόνα του ο Άγιος Ιωάννης ο Νηστευτής, όπως επίσης και ο Άγιος Τιμόθεος ο Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.
Τα ίδια φυσικά αναφέρονται και στο «Ιερό Πηδάλιο», στο Κολοσσιαίο αυτό Βιβλίο του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, το Οποίο περιέχει όλους τους Ιερούς Κανόνες της Αγίας μας Πίστης και αποτελεί το δεύτερο σημαντικότερο Βιβλίο της Χριστιανοσύνης, μετά από την Αγία Γραφή. Στο ευρετήριο του συγκεκριμένου Βιβλίου, η έμμηνος ρύση αναφέρεται ως «καταμήνια» (επειδή συμβαίνει μία φορά περίπου κατά τη διάρκεια του μήνα).
Ένας από τους μεγαλύτερους Ιεροκήρυκες της Ορθοδοξίας μας στον 20ο αιώνα, ο αείμνηστος Δημήτριος Παναγόπουλος, αναφερόμενος σε μία από τις ομιλίες του στους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας μας σχετικά με το θέμα αυτό, είπε τα εξής: «Τις ημέρες αυτές η γυναίκα είναι ακάθαρτη, είτε θέλει να το καταλάβει είτε όχι. Ούτε και οι Καλόγριες δεν κάνει τότε να μπαίνουν μέσα στην Εκκλησία, όλες έξω πρέπει να είναι. Ο Άγιος Νεκτάριος, όταν Μοναχές ή απλές κυρίες πήγαιναν να του φιλήσουν το χέρι ενώ ήταν αδιάθετες, έκανε πίσω το χέρι του για να τους δείξει ότι πρέπει να προσέχουν αυτές τις ημέρες».
Μετά από όλα αυτά θέλω να επισημάνω ακόμη ότι κατά τις ημέρες εκείνες, η γυναίκα φυσικά ούτε παντρεύεται, ούτε Μεταλαμβάνει, αλλά ούτε και συμμετέχει σε κάποιο Ιερό Μυστήριο ή Ιερή Ακολουθία της Εκκλησίας μας.
Όλα τα παραπάνω ασφαλώς ισχύουν για σαράντα ημέρες και για τη λεχώνα, έως ότου πάρει την Ιερή Ευχή της σαράντισης από την Εκκλησία, λόγω του ότι για κάποιο χρονικό διάστημα μετά τη γέννα, από τα γεννητικά της όργανα ρέει ακάθαρτο αίμα.
Πριν προχωρήσω όμως παρακάτω, θεωρώ απαραίτητο να σας προειδοποιήσω ότι από μία μερίδα Ιερέων, υπάρχει πιθανότητα να ακούσετε ορισμένες «συμβιβαστικές» όσο και προσωπικές τους θεωρίες, του τύπου «εάν θέλεις να έρθεις τις ημέρες εκείνες στην Εκκλησία να έρθεις, απλά να μην προσκυνήσεις τις Εικόνες», ή «απλά να μην ανάψεις κεριά», ή κάτι ακόμα πιο συνηθισμένο στο οποίο συμφωνούν απόλυτα όλοι οι Ιερείς: «Να έρθεις αλλά να μην Μεταλάβεις».
Θέλω να πιστεύω ότι μόνο εξαιτίας της άγνοιάς τους, τολμούν ορισμένοι Ιερείς να καταπατούν τους Ιερούς Κανόνες του Αγίου Πνεύματος και να προτείνουν στους πιστούς, τρόπους για να αμαρτήσουν. Ο Απόστολος Παύλος όμως, μέσα από την Αγία Γραφή μας διδάσκει ξεκάθαρα: «Αλλά και εάν εμείς ή Άγγελος εξ ουρανού σας κηρύττει άλλο Ευαγγέλιο παρά Εκείνο, το Οποίο εμείς σας κηρύξαμε (εμείς οι Άγιοι δηλαδή), ας είναι ανάθεμα (ας είναι αφορισμένος από το Σώμα της Εκκλησίας, αποκομμένος)» (Προς Γαλάτας Επιστολή Παύλου, Κεφάλαιο 1, Εδάφιο 8).
Αυτό σημαίνει πως οποιοσδήποτε επιχειρήσει να αναιρέσει ή να διαστρεβλώσει τα Λόγια της Αγίας Γραφής ή των Ιερών Κανόνων και Διδαχών των Αγίων της Εκκλησίας μας, τα Λόγια δηλαδή που μας Παρέδωσε το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα δια μέσου των Αγίων για τη Σωτηρία μας, ακόμη και εάν είναι Ιερέας, ακόμη και εάν είναι Άγγελος από τον ουρανό (αφού όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι, ο διάβολος πολλές φορές μετασχηματίζεται σε Άγγελο Φωτός), πρέπει να συναντήσει την απόρριψή μας (και φυσικά τη διαμαρτυρία μας). Διότι ο Μόνος που κατέχει ολόκληρη την Αλήθεια και το Αλάθητο, είναι ο Θεός.
Ύστερα από όσα διαβάσατε μέχρι τώρα, πραγματικά θεωρώ απολύτως λογικό να σας γεννηθεί το εξής ερώτημα: «Καλά και για ποιον λόγο ο Τέλειος Θεός, θεωρεί κάποιες ημέρες του μήνα ακάθαρτη τη γυναίκα, από τη στιγμή που Εκείνος ο Ίδιος την Έπλασε έτσι και από τη στιγμή που η Αγία μας Εκκλησία αλλά και η Επιστήμη θεωρούν απόλυτα φυσιολογικό το συγκεκριμένο γεγονός (της εμμήνου ρύσης), αφού δίχως αυτό δεν θα ήταν δυνατή η σύλληψη του παιδιού από την γυναίκα και επομένως δεν θα ήταν εφικτή και η διαιώνιση του ανθρώπινου γένους;»
Στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, κρίνω σκόπιμο να συμπεριλάβω στα γραφόμενά μου μία απαραίτητη διευκρίνηση, η οποία θα μας βοηθήσει πολύ στη συνέχεια. Άλλο πράγμα είναι το Θεάρεστο, άλλο πράγμα είναι το φυσιολογικό και άλλο πράγμα είναι το καθαρό (ή το ακάθαρτο). Αυτές τις έννοιες δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να τις συγχέουμε.
Τι εννοώ όμως με αυτό; Όσοι έχουν μελετήσει και ασχοληθεί σοβαρά με την Αγία μας Ορθοδοξία, γνωρίζουν ασφαλώς την Αλήθεια. «Γνωρίστε την Αλήθεια και η Αλήθεια θα σας Ελευθερώσει» μας Διδάσκει ο Κύριος. Ο Κύριος και Θεός μας λοιπόν, ουδέποτε έπλασε τη γυναίκα με σκοπό να εμφανίζεται ακάθαρτη για κάποιες ημέρες του μήνα.
Όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, «η έμμηνος ρύση, με τη σημερινή της μορφή, είναι μία μεταπτωτική κατάσταση που συνέβη στη γυναίκα, ως αποτέλεσμα και συνέπεια της Πτώσης των πρωτοπλάστων (στην αμαρτία) μέσα στον Παράδεισο».
Τα σημαντικότερα αποτελέσματα (συνέπειες) της Πτώσης αυτής, μας τα αναφέρει η Αγία Γραφή στη «Γένεση», όταν ο Ίδιος ο Θεός τα ανακοινώνει στους πρωτόπλαστους. Στον Αδάμ αναφέρει ότι από εδώ και στο εξής «με λύπες (με κόπο και ιδρώτα δηλαδή) θα τρως τους καρπούς της γης όλες τις ημέρες της ζωής σου» (Γένεση, Κεφάλαιο 3, Εδάφιο 17), ενώ στην Εύα είπε πως «θα γεννάς με λύπες (με κόπο και με πόνους) παιδιά … και ο άνδρας σου θα σε εξουσιάζει» (Γένεση, Κεφάλαιο 3, Εδάφιο 16). Αυτά φυσικά ίσχυαν, ισχύουν και θα ισχύουν μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, αφού αν και αποτελέσματα της αμαρτίας δεν παύουν να αποτελούν Θείες Παραχωρήσεις, τις Οποίες περιμένει από τον μεταπτωτικό άνθρωπο ο Θεός να τις αντιμετωπίσει με Πίστη, Υπακοή και Υπομονή, χωρίς γογγυσμούς και αποστροφές, έτσι ώστε να οδηγήσει τη ζωή του σε μονοπάτια Σωτηρίας και ομαλής διαβίωσης.

Παράλληλα όμως με αυτά υπήρξαν και άλλα αποτελέσματα από την Πτώση, ένα από τα οποία είναι και η έμμηνος ρύση με τη σημερινή της μορφή. Να αναφέρω επίσης ότι αποτέλεσμα της Πτώσης αυτής είναι και ο σωματικός θάνατος, ο οποίος ανακοινώθηκε από τον Θεό πως θα συμβεί στους πρωτόπλαστους «εάν εκείνοι θα έτρωγαν από τον καρπό του δένδρου εκείνου». Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι ούτε ο σωματικός θάνατος υπήρχε πριν από την Πτώση, διότι ο άνθρωπος δεν πλάστηκε από τον Θεό για να πεθάνει αλλά για να ζει κοντά Του αιώνια. Αυτήν την Υπόσχεση του Θεού Κατέβηκε ο Ίδιος για να την Επαναφέρει, με το Κήρυγμα, τα Πάθη, την Σταύρωση και την Ανάστασή Του, Διδάσκοντας ότι «εκείνος που θα με πιστέψει και θα με ακολουθήσει μέχρι τέλους, θα έχει ζωή αιώνια».
Έρχομαι λοιπόν τώρα να εξηγήσω, για ποιον λόγο ανέφερα προηγουμένως ότι άλλο είναι το Θεάρεστο, άλλο το φυσιολογικό και άλλο το καθαρό (ή το ακάθαρτο).
Το ο,τιδήποτε έγινε, γίνεται ή πρόκειται να γίνει στο μέλλον σε ολόκληρο τον κόσμο, είτε το Θέλει ο Θεός είτε το Επιτρέπει, πάντα όμως με το Βλέμμα Του στραμμένο στη Σωτηρία της ψυχής όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων. Αυτό συνεπάγεται ότι η ανθρώπινη λογική (και κριτική), μπροστά στην Ασύλληπτη Λογική του Τέλειου Θεού, δεν μπορεί καν να σταθεί, αφού εάν θελήσει πραγματικά να συγκριθεί μαζί Της θα βρεθεί επιεικώς εκτεθειμένη.
Έτσι λοιπόν, η έμμηνος ρύση με τη σημερινή της μορφή δεν είναι κάτι το Θεάρεστο, αφού εάν τελικά το ανθρώπινο γένος παρέμενε μέσα στον Παράδεισο και φυσικά κοντά στον Θεό, σε καμία περίπτωση δεν θα υπήρχε ροή ακάθαρτου αίματος από τη γυναίκα, εφόσον δεν θα είχε υποπέσει σε αμαρτία και επομένως δεν θα είχε καμία μεταπτωτική συνέπεια. Ας μην ξεχνάμε ότι στον Παράδεισο οι πρωτόπλαστοι ζούσαν όπως οι Άγγελοι, έξω και πέρα από κάθε μορφής πνευματική ή σωματική αμαρτία.
Η έμμηνος ρύση όμως με τη σημερινή της μορφή είναι κάτι το φυσιολογικό για την μεταπτωτική γυναίκα, το οποίο αν και πάντα θα παραμένει ένα από τα αποτελέσματα και μία ανάμνηση του προπατορικού αμαρτήματος, εντούτοις εξυπηρετεί την Εντολή Του Θεού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», την Οποία έδωσε στους πρωτοπλάστους ενώ αυτοί βρίσκονταν ακόμα μέσα στον Παράδεισο.
Τέλος, η έμμηνος ρύση με τη σημερινή της μορφή δεν είναι σίγουρα κάτι το καθαρό, αλλά κάτι το ακάθαρτο. Σε αυτό που γράφω συμφωνούν Εκκλησία και Επιστήμη, οι οποίες μάλιστα αμφότερες απαγορεύουν την ερωτική επαφή κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσης, αφού ο κίνδυνος για τη μετάδοση μικροβίων και νοσημάτων είναι κάτι παραπάνω από ορατός («ακόμα και στο παιδί που μπορεί να συλληφθεί, υπάρχει κίνδυνος ασθένειας», μας επισημαίνουν αιώνες τώρα οι Άγιοι της Εκκλησίας μας).
Εύκολα λοιπόν γίνεται αντιληπτό πως ούτε ο σωματικός θάνατος αποτελεί Θεάρεστο γεγονός, αλλά όπως μας διαβεβαιώνουν οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, «ο σωματικός θάνατος που ήρθε ως συνέπεια της Πτώσης (στην αμαρτία) του ανθρώπου, επετράπη από τον Θεό για να μην γίνει το κακό αθάνατο στη γη. Επέτρεψε λοιπόν να πεθαίνει μόνο το χωματένιο σώμα του ανθρώπου και όχι φυσικά η αθάνατη ψυχή του, στην οποία θα Δώσει αργότερα με την Κάθοδό Του στη γη την Ευκαιρία να σωθεί και να αποκαταστήσει και πάλι τη θέση της δίπλα Του, κατά την Ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας Του και μάλιστα μέσα σε σώμα άφθαρτο (το οποίο και ο Ίδιος Έλαβε όταν Αναστήθηκε εκ νεκρών)».
Για τον μεταπτωτικό άνθρωπο όμως, ο σωματικός θάνατος είναι ένα φυσιολογικό γεγονός, ενώ παράλληλα αποτελεί ταυτόχρονα και ένα ακάθαρτο γεγονός, αφού το νεκρό σώμα μετά την απομάκρυνση της ψυχής μετατρέπεται σταδιακά σε εστία μόλυνσης. Λαμπρές Εξαιρέσεις αποτελούν κάποια Ιερά Σώματα και Λείψανα Αγίων, τα οποία με τη Χάρη του Θεού εδώ και αιώνες διατηρούνται ανέπαφα, Ευωδιάζουν και Θαυματουργούν.
Θα πρέπει εδώ να τονιστεί πως η Αγία Γραφή, που Αποτελεί το Θεμέλιο της Αγίας μας Ορθοδοξίας, Παραδέχεται ως δύο τους θανάτους που προέκυψαν από την Πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία, τον σωματικό και τον πνευματικό, αφού ο άνθρωπος που Στερείται της Χάριτος του Θεού (για παράδειγμα ο Ορθόδοξος Χριστιανός που δεν συμμετέχει στα Θεία και Ιερά Μυστήρια της Αγίας μας Εκκλησίας και δεν τηρεί το Πανάγιο Θέλημά Του), είναι Γεγονός αδιαμφισβήτητο πως πεθαίνει πλέον και πνευματικά. Ο Στερημένος της Χάριτος του Θεού, ακόμα και εάν βρίσκεται στη ζωή αυτή, είναι πνευματικά νεκρός, όπως μας Διαβεβαιώνει ο Ίδιος ο Κύριος.
Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τον άνθρωπο εκείνον, που λόγω της καταδικαστικής αποφάσεως που έλαβε (μετά την αναχώρησή του από τον κόσμο αυτό) από τον Κύριο, οδηγήθηκε στα κατώτατα μέρη του Άδη και υποφέρει, όπως επίσης και για εκείνον που πρόκειται κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας να οδηγηθεί στην αιώνια κόλαση.
Συνεχίζοντας, αξίζει να αναφερθεί πως ούτε οι πόνοι της γέννας και ο κόπος της εγκύου αποτελούν ένα Θεάρεστο γεγονός, για τη μεταπτωτική γυναίκα όμως είναι απόλυτα φυσιολογικό.
Ένα άλλο μεταπτωτικό γεγονός είναι και η σκληρή εργασία του ανθρώπου για την επιβίωση, όταν πλέον η γη από Παράδεισος και Κατοικητήριο του Θεού έγινε «η Εξορία του Αδάμ», το οποίο φυσικά ούτε και αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως Θεάρεστο, όσον αφορά τον αναμάρτητο πρωτόπλαστο άνθρωπο. Για τον μεταπτωτικό άνθρωπο όμως είναι και Θεάρεστο και φυσιολογικό, διότι δια μέσου της σκληρής εργασίας και όταν αυτή γίνεται μέσα σε κλίμα Πίστης, Υπομονής και Δοξολογίας προς τον Θεό, ο μεταπτωτικός και αμαρτωλός πλέον άνθρωπος προκαλεί την Χάρη και την Ευλογία του Θεού, Εφόδια που θα τον Στηρίζουν και θα τον Ενδυναμώνουν αισθητά στην παρούσα ζωή, ενώ παράλληλα θα του Ανοίγουν διάπλατα τον Δρόμο για τον Παράδεισο και την αιώνια.
Το επόμενο μεταπτωτικό γεγονός είναι το «ο άνδρας σου θα σε εξουσιάζει» που Είπε ο Θεός στην Εύα. Όπως μας διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες της Αγίας μας Ορθοδοξίας, αυτό το «ο άνδρας σου θα σε εξουσιάζει» (το οποίο για τον μεταπτωτικό άνθρωπο είναι και Θεάρεστο και φυσιολογικό), ειπώθηκε καθαρά για λόγους ομαλής συμβίωσης μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας.
Όπως μας αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, «μέσα στην οικογένεια ο Θεός Όρισε ως κεφαλή τον άνδρα. Και αυτό γιατί σε ένα καράβι (όπως είναι η οικογένεια) δεν μπορεί ποτέ να τοποθετηθούν δύο καπετάνιοι, διότι κάποια στιγμή είναι λογικό ο ένας να θελήσει να το οδηγήσει σε ένα μέρος, ο άλλος σε άλλο μέρος, με αποτέλεσμα το καράβι να οδηγηθεί με ακρίβεια σε ναυάγιο».
Για τον λόγο λοιπόν αυτό, όπως επίσης και για το ότι «ο άνδρας ενεργεί περισσότερο με τη λογική, ενώ η γυναίκα περισσότερο με το συναίσθημα» (όπως μας διδάσκει ο Μακαριστός Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης), ο άνδρας Τοποθετήθηκε από τον Θεό ως κεφαλή της οικογένειας. Αυτό συνεπάγεται πως οποιαδήποτε προσπάθεια για ανατροπή αυτής της κατάστασης, αποφέρει τα δυσάρεστα αποτελέσματα που βιώνουμε όλοι καθημερινά, είτε με την αύξηση των διαζυγίων, είτε με την ύπαρξη προβληματικών οικογενειών και (φυσικά) παιδιών.
Όμως θα πρέπει εδώ να τονιστεί, ότι ο άνδρας έχει Ιερή Υποχρέωση να φέρεται όσο πιο καλά μπορεί στη σύζυγό του, να την βοηθάει όσο περισσότερο μπορεί και αντέχει σε όλα, να καταλαβαίνει, να αντιλαμβάνεται και να σέβεται τις ουσιώδεις ανάγκες της, να υποχωρεί όταν θεωρεί ότι η σύζυγος έχει δίκιο ή όταν αντιλαμβάνεται πως δεν μπορεί να αντέξει όσα μπορεί εκείνος, παραμερίζοντας τον εγωϊσμό και την υπερηφάνειά του, να ζητάει συγγνώμη όταν σφάλλει, να αισθάνεται πως μαζί της είναι ένα σώμα με δύο ψυχές (όπως ακριβώς Διδάσκει η Αγία μας Εκκλησία), χωρίς ποτέ να συμπεριφέρεται ως δυνάστης και δικτάτωρ μέσα στην οικογένεια. Να προσπαθεί να μην διαταράσσει τις ισορροπίες μέσα στο Γάμο, να συζητάει τα πάντα με τη σύζυγό του, ήρεμα και νηφάλια. Όταν όμως διαπιστώνει πως το «πλοίο» κινδυνεύει, τότε ως διορισμένος εκ Θεού καπετάνιος που είναι, έχει την Ιερή Υποχρέωση συν Θεώ να το οδηγήσει υπεύθυνα στην ασφάλεια, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του.
Ορισμένοι όμως μπορεί και πάλι να αναρωτιόνται, «για ποιο λόγο ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, έχει υποστεί τόσες χιλιετηρίδες τις συνέπειες της αμαρτίας των πρωτοπλάστων, χωρίς να ευθύνονται οι υπόλοιποι άνθρωποι για αυτήν, από τη στιγμή που κάθε άνθρωπος αποτελεί μία διαφορετική και μοναδική προσωπικότητα;».
Οι Άγιοι της Εκκλησίας μας διδάσκουν ότι ο κάθε άνθρωπος, αν και μοναδική προσωπικότητα αποτελεί τη συνέχεια των προγόνων του, πράγμα που σημαίνει ότι ένα κομμάτι μας ήταν στη θέση των πρωτοπλάστων, τη στιγμή που διέπρατταν το προπατορικό αμάρτημα (αφού όλοι προερχόμαστε από αυτούς και επομένως όλοι αποτελούμε τη συνέχεια αυτών), με αποτέλεσμα να υποστούμε και εμείς τις συνέπειες λόγω της συμμετοχής και συνενοχής μας στην Παρακοή αυτή. Για τον λόγο αυτόν άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι γεννιόμαστε φέροντας το προπατορικό αμάρτημα.
Τα χρόνια όμως πέρασαν από τότε που οι Άγιοι διατύπωναν τις αθάνατες αυτές απόψεις. Και έφθασε ο καιρός που κάποιοι κακοί επιστήμονες, πολέμιοι των Αληθειών του Θεού, επιχείρησαν να ξεγελάσουν τον κόσμο δια της μεθόδου του υπνωτισμού, προβάλλοντας αβίαστα και αβάσιμα την άποψη περί «προηγουμένων ζωών», τις οποίες δήθεν έζησε ο υπνωτιζόμενος και τις οποίες εξιστορεί με «απίστευτες λεπτομέρειες» κατά τη διάρκεια του υπνωτισμού!
Ο Θεός όμως, ο Οποίος είναι Κύριος των πάντων και φυσικά της Επιστήμης, ο Οποίος ως Θείο Δώρο Παρέδωσε την Επιστήμη στον άνθρωπο, δεν Άργησε να Φανερώσει την Αλήθειά Του.
Έρχονται λοιπόν μετά από καιρό και κατόπιν επιστημονικά τεκμηριωμένων ερευνών, κάποιοι αληθινοί επιστήμονες για να αποδείξουν ότι «οι πληροφορίες που δίνει ο υπνωτιζόμενος για καταστάσεις στις οποίες φαίνεται πως συμμετείχε, δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι πληροφορίες από περιστατικά που έζησαν οι πρόγονοί του και που εμπεριέχονται (όπως είναι φυσικό) μέσα στο DNA του, αφού ο ίδιος αποτελεί τη συνέχειά τους».
Μέσα σε όλα αυτά βεβαίως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης και τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια του ύπνου. Όπως μας αναφέρουν οι Άγιοι, «όταν ο άνθρωπος κοιμάται, σχεδόν πάντα επεμβαίνουν σατανικές δυνάμεις επωφελούμενες την πνευματική του αδράνεια, με σκοπό να τον αποπροσανατολίσουν, να τον αποσπάσουν από την πραγματικότητα και τελικά να του μεταδώσουν τα μηνύματα που θέλει ο διάβολος να περάσει». Αυτό σημαίνει πολύ απλά, πως ό,τι και εάν ακουστεί από έναν υπνωτιζόμενο κατά τη διάρκεια του υπνωτισμού του, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε με βεβαιότητα από πού μπορεί αυτό να προέρχεται.
Αλλά ο Θεός, Επιβεβαίωσε και Συνεχίζει να Επιβεβαιώνει μέσω της Επιστήμης τις Αλήθειες της Αγίας μας Ορθοδοξίας. Έτσι λοιπόν, κατόπιν επιστημονικών ερευνών που διεξήχθησαν σε ετοιμοθάνατους στη Μεγάλη Βρετανία, αποδείχθηκε πως κατά τη στιγμή του θανάτου τους σημείωναν όλοι την ίδια απώλεια βάρους, απώλεια ενός συγκεκριμένου αριθμού γραμμαρίων, η οποία αποδεικνύει περίτρανα αυτό που η Αγία μας Πίστη υποστηρίζει εδώ και αιώνες, την ύπαρξη δηλαδή της ψυχής και την έξοδό της από το σώμα κατά τη συγκεκριμένη ώρα.
Έπειτα από όλα αυτά, θεωρώ αναγκαίο να επανέλθω για λίγο στο θέμα του προπατορικού αμαρτήματος για να αναφέρω, ότι η διάπραξή του από τους πρωτόπλαστους επηρέασε αρνητικά (εκτός από τον άνθρωπο) και ολόκληρη την εκ της ύλης Δημιουργία, αφού μετά την Πτώση το κακό έγινε διάσπαρτο στον υλικό κόσμο και τα πλάσματα του Θεού, με αποτέλεσμα τα πάντα γύρω μας να υποταχθούν στη φθορά και γενικότερα να βιώσουν τις συνέπειες, μία εκ των οποίων συναντάμε στην αγριότητα των ζώων.
Τελειώνοντας θα ήθελα να επισημάνω, ότι πρώτα ο Θεός στη ζωή σας γενικά, θα ακούσετε πάρα πολλά πράγματα σχετικά με την Αγία μας Ορθοδοξία που μπορεί να σας εντυπωσιάσουν, να σας προβληματίσουν ή ακόμα και να σας απογοητεύσουν. Ένα όμως θα πρέπει πάντοτε να έχετε στο μυαλό σας: «Η Αλήθεια του Μοναδικού Αληθινού Θεού, Φυλάσσεται, Διατηρείται και Ταξιδεύει ανά τους αιώνες, μέσα στην Κιβωτό της Σωτηρίας που ονομάζεται Ορθοδοξία».
Ας αξιοποιήσουμε λοιπόν το Προνόμιο του να είμαστε Ορθόδοξοι Χριστιανοί, όπως ο Θεός Θέλει και Ορίζει, έτσι ώστε να εισάγουμε στην ψυχή, το μυαλό και τις πράξεις μας Ενεργό το Μυστήριο της Θείας Ευεργεσίας, γινόμενοι φορείς της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος.

Οικουμενικές Σύνοδοι

Οικουμενικές Σύνοδοι
Από OrthodoxWiki

Με τον τίτλο Οικουμενική Σύνοδος, αποκαλείται «η δια προσταγής Βασιλικής συναχθείσα, η περί πίστεως όρον δογματικόν εκθεμένη, η ευσεβή, και ορθόδοξα, και σύμφωνα ταις αγίαις Γραφαίς, η ταις προλαβούσαις Οικουμενικαίς διορίζουσα, ην η συμφωνία απάντων των της καθολικής Εκκλησίας Πατριαρχών και Αρχιερέων απεδέξατο, είτε δια αυτοπροσώπου παρουσίας, είτε δια τοποτηρητών ή και τούτων απόντων, δια γραμμάτων και υπογραφών αυτών»[1]. Έτσι ως Οικουμενικές Σύνοδοι χαρακτηρίζονται μεγάλες συνελεύσεις επισκόπων της Εκκλησίας απ’ όλη τη χριστιανική οικουμένη, με σκοπό την κοινή συνδιάσκεψη και απόφανση επί σοβαρών δογματικών και άλλων εκκλησιαστικών ζητημάτων[2], κατά τις οποίες η υποχρεωτική συμμετοχή όλων των επισκόπων δεν κρίνεται σκόπιμη, αφού ανέκαθεν, μια τέτοια συμμετοχή δεν θεωρήθηκε «νομικώς αναγκαία και απαραίτητος»• Αρκούσε μόνο το να εκπροσωπούνται, οπωσδήποτε επαρκώς, «τα Πατριαρχεία και αι διάφοροι εκκλησιαστικαί διοικήσεις» και περιφέρειες[3].

Τα χαρακτηριστικά ιδιώματα των Οικουμενικών Συνόδων είναι τέσσερα κατά τον Δοσίθεο Ιεροσολύμων[4]:
• Το να συναθροίζονται δια προσταγών Βασιλικών.
• Το να γίνεται συζήτηση περί πίστεως και ακολούθως να εκτίθεται απόφαση και όρος δογματικός.
• Το να είναι τα εκτιθέμενα δόγματα και Κανόνες ορθόδοξα και σύμφωνα με τις Γραφές και τις προλαβούσες οικουμενικές Συνόδους.
• Το να συμφωνήσουν και αποδεχτούν πάντες οι ορθόδοξοι Πατριάρχες και αρχιερείς της Καθολικής Εκκλησίας, είτε δια αυτοπροσώπου παρουσίας των, είτε δια τοποτηρητών, είτε απόντων και δια επιστολών αυτών τις αποφάσεις της εκάστοτε συνόδου.
Για τις Οικουμενικές εκείνες συνόδους, στις οποίες προσκλήθηκαν ή συμμετείχαν μόνο ολιγομελείς αντιπροσωπίες όλων των επαρχιών ή των πατριαρχιακών θρόνων, με πρωτοβουλία της ίδιας της Οικουμενικής συνόδου, ξεκινούσε διαδικασία για την αποδοχή των αποφάσεων από την εκκλησιαστική συνείδηση, με συνοδικές επιστολές που ανακοίνωναν το περιεχόμενο τους σε όλες τις μητροπόλεις, με την προτροπή προς την Ιεραρχία, τον κλήρο και τον λαό των εκκλησιών αυτών να αποδεχθούν την ομόφωνη διακήρυξη της αλήθειας της πίστεως και τις συνοδικές αποφάσεις. Υπό το πνεύμα αυτό απορρίφθηκε από την εκκλησιαστική συνείδηση η οικουμενικότητα της ληστρικής συνόδου της Εφέσου (449) και της εικονομαχικής συνόδου της Ιερείας (754)[5].

Καθολικότητα και αλάθητο της Εκκλησίας ως σύνολο

Καθολικότητα «εν χρόνω» και «εν τόπω» της Οικ. Συνόδου.
Από την Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναγνωρίζονται από κοινού επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, οι οποίες συγκλήθηκαν από το 325 μ.Χ. μέχρι το 787 μ.Χ. στην Ανατολική Ρωμαϊκή επικράτεια. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, αποτελούν το ιεραρχικά ανώτατο εκκλησιαστικό σώμα, είναι δηλαδή η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή και αυθεντία, που ασκεί την ανώτατη διοικητική, δικαστική και νομοθετική εξουσία.
Για τους ορθοδόξους, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι στην Εκκλησία βρίσκεται η αλήθεια. Αυτό βεβαιώνει ο Απόστολος Παύλος όταν λέει για την Εκκλησία ότι είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας»[6]. Και αυτό είναι φυσικό επειδή η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού[7]. Το σώμα αυτό της Εκκλησίας έχει το αλάθητο, επειδή έχει κεφαλή τον ίδιο τον Χριστό που ως Θεός είναι αλάθητος. Αυτό σημαίνει ότι, ως νομοθέτης, διδάσκαλος και κριτής, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όταν εκφράζεται ως σύνολο, εκφράζεται αλαθήτως[8].
Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι αυτή η έννοια της καθολικότητας που πρέπει να περιλαμβάνουν οι αποφάσεις μιας Οικουμενικής Συνόδου, προσδιορίζεται σε δύο διαστάσεις[9]:
α) Καθολικότητα κατά βάθος ή καθέτως ή εν χρόνω: αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εκπροσωπεί όλους τους Χριστιανούς, οι όποιοι έζησαν και έδρασαν κατά τους προηγουμένους αιώνες μέσα στην Εκκλησία, και να τους εκπροσωπεί, όπως αυτοί έχουν εκφρασθεί στις αποφάσεις των προγενεστέρων Οικουμενικών Συνόδων. Άρα, κάθε μεταγενέστερη Οικουμενική Σύνοδος είναι υποχρεωμένη να συμφωνεί με τις προγενέστερες.
β) Καθολικότητα κατά πλάτος ή οριζοντίως ή εν τόπω: αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εκπροσωπεί και το σύγχρονο πλήρωμα της Εκκλησίας, το όποιο ζει σε όλα τα πλάτη της γης και βεβαίως να αναγνωρισθεί ως Οικουμενική και από το πλήρωμα της στρατευόμενης Εκκλησίας, και οι αποφάσεις της να γίνουν, ως αλάθητες, αποδεκτές (έστω σιωπηρώς) από όλη την επί γης ζώσα Εκκλησία.

Συνοδικό Σύστημα και Οικουμενικές Σύνοδοι

Το Συνοδικό Σύστημα στον χώρο της Εκκλησίας εμφανίστηκε αμέσως με τη συγκρότηση της. Η αρχή του ανάγεται στην πρώτη εκείνη Σύνοδο τη «συγκροτηθείσαν εν Ιεροσολύμοις τω 48 μ.Χ.» την ονομαζόμενη Αποστολική Σύνοδο, και επομένως ο συνοδικός θεσμός είναι και αυτός αποστολικός, με αφετηρία και «χαρακτήρα αποστολικόν»[10]. Σήμερα, το αντίστοιχο των Οικουμενικών Συνόδων, είναι οι Πανορθόδοξες Σύνοδοι η σύγκληση των οποίων πρέπει να γίνει κατόπιν συμφωνίας των πατριαρχών και των προκαθημένων των επί μέρους αυτοκέφαλων Εκκλησιών[11].

Ο όρος Σύνοδος, με την έννοια της συναθροίσεως και «προς ανάκρισιν των δογμάτων της ευσέβειας» απαντάται πρώτα στον 37ο Αποστολικό κανόνα[12] ενώ η φράση «Οικουμενική σύνοδος» (Λατ. concilium universale/generale) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον 6ο κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου το 381 μ.Χ.[13]. Όπως σημειώνει ο Βασ. Σταυρίδης: «Το επίθετον οικουμενικός,-ή, -όν ενωρίς εισήχθη εις την εκκλησιαστικήν γλώσσαν. Συναντώμεν τας οικουμενικάς συνόδους, τα οικουμενικά σύμβολα, τους οικουμενικούς Πατέρας, τον οικουμενικόν πατριάρχην. Βλέπομεν ενταύθα να εξυπονοώνται αι έννοιαι της γεωγραφικής εκτάσεως, της ισότητος και της ενότητος ολοκλήρου της ανθρωπότητος, της καθολικότητος και της εκκλησιαστικής ακριβείας.»[14].

Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν αυτοί που μετά από «αίτησιν εκκλησιαστικήν» συγκαλούσαν τις Οικουμενικές Συνόδους και κατ’ αυτόν τον τρόπο «ο Μ. Κωνσταντίνος συνεκάλεσε την Α’ Οικουμενικήν Σύνοδον, ο Μ. Θεοδόσιος την Β’, ο Θεοδόσιος ο μικρός την Γ’, ο Μαρκιανός και η Πουλχερία την Δ’, ο Ιουστινιανός Α’ την Ε’, ο Κωνσταντίνος Πωγωνάτος την ΣΤ’, ο Ιουστινιανός Β’ την Πενθέκτην και ο Κωνσταντίνος ΣΤ’ μετά της Ειρήνης της Αθηναίας την Ζ'»[15].
Σκοπός των Οικουμενικών Συνόδων ήταν, μετά από εμπεριστατωμένες συζητήσεις να εκδίδουν «σύμβολα ή όρους ή τόμους ή ομολογίας και εκθέσεις, αναφερομένας εις την δογματικήν πίστιν»[16] εφόσον διάφορες αιρέσεις που εμφανίζονταν κατά καιρούς «δια της κακοδιδασκαλίας αυτών εζήτουν να διαστρέψωσι τα της Ευαγγελικής διδασκαλίας νοήματα»[17]. Επίσης, συνέτασσαν Κανόνες «αναφερομένους εις την διοίκησιν, την ευταξίαν, το πολίτευμα και τον καθόλου βίον της Εκκλησίας», οι οποίοι μάλιστα, είχαν αξία «νόμων υποχρεωτικών δια τα μέλη της Εκκλησίας και δια το Κράτος.»[18].

Οικουμενικές Σύνοδοι και Καισαροπαπισμός

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με συνολικούς όρους, είτε ως Θεοκρατική, είτε ως Καισαροπαπική, εκτός βέβαια από περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας, που μάλιστα, έχουν καταμηνυθεί ως τέτοιες. Κατά κανόνα, οι επικεφαλείς της Εκκλησίας δεν προσπαθούσαν να ασκήσουν εξουσία στα εγκόσμια και οι αυτοκράτορες δεν νομοθετούσαν πάνω σε θρησκευτικά θέματα χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τις αποφάσεις των ποιμένων της Εκκλησίας και τις εντολές του εκκλησιαστικού δικαίου[19].
Επί του ζητήματος αυτού πάντως, διάφοροι ξένοι μελετητές αλλά και ο Έλληνας εκκλησιαστικός Ιστορικός Β. Στεφανίδης, υιοθέτησαν την άποψη ότι επί της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Βυζάντιο επικρατούσε πλήρης Καισαροπαπισμός και ο ρόλος του Ρωμαίου (Βυζαντινού) αυτοκράτορα ήταν πάντα αρκετά αυξημένος[20], παίζοντας σημαντικό ρόλο ακόμη και στην έκβαση του αγώνα των αντιμαχομένων δογματικών διδασκαλιών[21]. Στον αντίποδα της άποψης αυτής, «οι περισσότεροι σύγχρονοι ιστορικοί αναγνωρίζουν ότι τα νομικά βυζαντινά κείμενα μιλούν για αλληλοεξάρτηση μεταξύ των αυτοκρατορικών και εκκλησιαστικών δομών παρά για μια μονομερή εξάρτηση των τελευταίων»[22].

Στην πραγματικότητα, ο χαρακτηρισμός του βυζαντινού συστήματος ως καισαροπαπισμός, είχε σκοπό δυσφημιστικό, τελικά όμως «απορρίφθηκε εμφαντικά από πολλούς ικανούς μελετητές του Βυζαντίου σαν πλήρης παρανόηση, σαν προκατειλημμένος αναχρονισμός»[23]. Σε αιρετικούς αυτοκράτορες δεν υπήρξε υπακοή[24]. Σημαντικά εκκλησιαστικά πρόσωπα όπως ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας (+373), ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (+407), ο Μάξιμος ο Ομολογητής (+662), ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός (+750), ο Θεόδωρος ο Στουδίτης (+826), αντιστάθηκαν στην αυτοκρατορική εξουσία, ενώ, η μνήμη πολλών αυτοκρατόρων, ειδικά του Κωνσταντίου του Α΄ (337-361), του Λέοντος του Γ΄ (717-741), του Κωνσταντίνου του Ε΄ (του Κοπρωνύμου) (741-775) και του Μιχαήλ του Η΄ (1250-1282), αναθεματίστηκαν επίσημα, επειδή υποστήριξαν ετερόδοξες διδασκαλίες[25].
Η αυτοκρατορική εξουσία δεν κατόρθωσε ποτέ να διαπεράσει επιτυχώς τον εσωτερικό πυρήνα της Εκκλησίας, δηλ. το δόγμα και τα μυστήρια»[26].

Ο αριθμός των Οικουμενικών Συνόδων

Επτά είναι οι αναγνωρισμένες Οικουμενικές Σύνοδοι, όπως αναφέρονται και περιγράφονται στα εγχειρίδια κανονικού δικαίου[27] ή στις αναγνωρισμένες συλλογές Ιερών Κανόνων[28].
Παρ όλ’ αυτά, θέμα αναγνώρισης και άλλων, πέρα των επτά Οικουμενικών Συνόδων, υπάρχει και συζητείται εδώ και αιώνες στους κόλπους της ορθόδοξης Εκκλησίας. Επάνω στο ζήτημα αυτό, ο καθηγητής Παναγιώτης Τρεμπέλας, έχει κάνει μια σύντομη, συνολική τοποθέτηση[29]:
«Σύνοδοι οικουμενικαί αναγνωρίζονται υπό της καθ’ ημάς Εκκλησίας επτά. Εσημειώθησαν εν τούτοις και επί μέρους γνώμαι, καθ’ ας και εις άλλας συνόδους δέον να αποδοθή το κύρος της οικουμενικής. Ούτως ως ογδόην Οικουμενικήν Σύνοδον εθεώρησαν την αποκληθείσαν Πρωτοδευτέραν Σύνοδον, την εν έτει 861 υπό του Φωτίου συγκληθείσαν, αυτός δε ο Φώτιος παρετήρησεν, ότι η Εκκλησία τους κανόνας αυτής «τοις τών αδελφών συνόδων κανόσι συνέταξε». (Pitra, Juris ecclesiast. Graecorum historia et monumenta τομ. II σελ. 449), καθώς και ο Βαλσαμών (εις τον πρώτον κανόνα της εν Κων)λει συνόδου, Migne 137, 1004) και ο Βλάσταρις (εν Συντάγματι αλφαβητική Migne 144, 992) και άλλοι τινές. Αλλά και η υπό του Φωτίου εν έτει 879-880 συγκληθείσα εις τας οικουμενικάς συνόδους εντάσσεται υπό του Βαλσαμώνος, Νείλου Καβάσιλα, Νείλου μητροπολίτου Ρόδου. Μακαρίου του Αγκύρας, Συμεών του Θεσσαλονίκης, Ιωσήφ του Βρυεννίου, Μάρκου του Έφεσίου, Γεωργίου του Σχολαρίου, Νεκταρίου του Ιεροσολυμίτου (πρβλ. Jugie μν. έργ. Ι σελ. 664-665). Περί ταύτης Αθανάσιος ο Πάριος εν τη Επίτομη αυτού (σελ. 48) γράφει, ότι κοινή μεν οι Χριστιανοί πάντες επτά Οικουμενικάς Συνόδους εγνώρισαν, υπάρχει όμως και ογδόη τις Οικουμενική Σύνοδος, «αλλά μόνοις τοις λογίοις γνωστή». Και εν τη κατά το έτος 1848 εκδοθείση εγκυκλίω επιστολή των τεσσάρων Πατριαρχών προς πάντας τους Ορθοδόξους (Mansi XL στήλ. 383), καθώς και εις Κατηχήσεις τινάς (Νεκταρίου Κεφάλα, Ορθόδοξος ιερά Κατήχησις, Αθήναι 1899 σελ. 181 και Βερναρδάκη Ιερά Κατήχησις, Κων)λις 1872 σελ. 41) ως ογδόη Οικουμ. Σύνοδος χαρακτηρίζεται αύτη. Ο Γεώργιος Σχολάριος κύρος οικουμενικής συνόδου αποδίδει και εις την εν Κων)λει επί Ανδρονίκου του Β’ κατά του λατινόφρονος Βέκκου συγκροτηθείσαν εν έτει 1283 «αγίαν και μεγάλην σύνοδον», (Παρά Jugie μν. έργ. Ι σελ. 665). Ο δε Νείλος Μητροπολίτης Ρόδου ως ενάτην οικουμ. σύνοδον αριθμεί την επί «της βασιλείας του μακαρίτου και αοιδίμου βασιλέως κυρίου Ανδρονίκου» συγκροτηθείσαν εν έτει 1341 εξ αφορμής των Ησυχαστικών ερίδων. Οικουμενικήν εκάλεσε και την επί Μιχαήλ του Κηρουλαρίου αναθεματίσασαν τους Λατίνους εν έτει 1054 σύνοδον ο Ιώβ ο Ιασίτης (Jugie αυτόθ. σελ. 666). Εν δε τω Συντάγματι των Ι. Κανόνων Ράλλη και Ποτλή (τόμ. V σελ. 143) ονομάζεται οικουμενική σύνοδος και η εν Κων)λει εν έτει 1484 συγκληθείσα υπό τον Οικουμ. Πατριάρχην Συμεών σύνοδος, η ανατρέψασα πρώτη την εν Φλωρεντία σύνοδον. Προδήλως όμως αι γνώμαι αύται είναι όλως ατομικαί.».
Πράγματι, αυτή φαίνεται να είναι και η συνολική εικόνα που υπάρχει σήμερα επί του ζητήματος αυτού.
Eπτά θεωρούν τις Οικουμενικές Συνόδους, όχι μόνο θεολόγοι όπως οι:
• Αλιβιζάτος Αμίλκας[30]: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία…θα ηδύνατο ίσως να συγκαλέσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας την 8ην Οικουμενικήν Σύνοδον…».
• Ανδρέας Θεοδώρου[31]: «Όπως είναι γνωστό, στήν Εκκλησία αυτή συγκλήθηκαν συνολικά επτά οικουμενικές σύνοδοι. Η τελευταία συγκλήθηκε στη Νίκαια τό 787 για το ζήτημα των ιερών εικόνων. Υπάρχει η άποψη ότι όγδοη οικουμενική σύνοδος δεν μπορεί να συγκληθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία…η γνώμη όμως αύτη είναι δογματικά λανθασμένη…».

Αλλά και άγιοι της Εκκλησίας ή τοπικές σύνοδοι:

•»Αποκρίσεις των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής προς τους Αγγλικανούς Ανωμότους (1716/25)»[32]: «…η ημετέρα Ορθόδοξος ανατολική καθολική και αποστολική Εκκλησία ουδέν αλλότριον της του Κυρίου διδασκαλίας παρεδέξατο…αλλ’ αεί διακρατεί και φυλάττει εκείνα τα δόγματα καθαρά καί ανόθευτα, οσάπερ εξ αρχής παρ’ αυτών των θείων Γραφών εδιδάχθη και δια των Αποστόλων και των θείων και ιερών επτά οικουμενικών Συνόδων παρέλαβε».
• «Ομολογία Πίστεως της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου του 1727″[33]: «…τούτο επισφραγίζομεν ασφαλώς πιστευόμενον, την αγίαν του Χριστού καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν…εις το διηνεκές διαλάμπουσαν, και συγκροτουμένην κανόσι των Αποστόλων και των επτά οικουμενικών Συνόδων και των λοιπών τοπικών…».
• «Απάντηση της εν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου του 1895 προς τον Πάπαν Λέοντα ΙΓ΄»[34]: «Η μία λοιπόν αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία των επτά οικουμενικών Συνόδων επίστευε και εδογμάτιζε συνωδά τοις ευαγγελικοίς ρήμασιν…»[35].
• Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στην «Ομολογία της ορθοδόξου πίστεως»[36], δεν εντάσσει την Σύνοδο του 879 στις Οικουμενικές Συνόδους, αφού ξεκινά με την Α΄ και τελειώνει στην Ζ΄ οικ. Σύνοδο[37]: «Δεχόμεθα δε και ασπαζόμεθα τας αγίας και Οικουμενικάς Συνόδους, την εν Νικαία των τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων κατά του θεομάχου Αρείου…και την εν Νικαία πάλιν των επτά και εξήκοντα και τριακοσίων Πατέρων κατά των Εικονομάχων». Από εκεί και πέρα διαφοροποιείται και κατατάσσει τις υπόλοιπες συόδους στις «κατά καιρόν ή τόπον…αγίας Συνόδους». Επίσης, δεν εντάσσει στις Οικουμενικές Συνόδους την σύνοδο «κατά του Καλαβρού Βαρλαάμ, και του μετ’ εκείνον τα εκείνου φρονούντος και δόλω σπεύδοντας επεκδικείν Ακινδύνου» που για μερικούς θεωρείται η Θ΄ Οικουμενική Σύνοδος.
• Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, στον πίνακα των Συνόδων που παραθέτει[38], την Σύνοδο του 879 επί Φωτίου την κατατάσσει στις «Τοπικές Συνόδους».
• Ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης σημειώνει[39]: «Η έβδομη τέλος εν Νικαία…αναστηλώσασα τας Αγίας είκόνας…Αι επτά Οικουμενικαί ιεραί Σύνοδοι…εισίν οι επτά ακράδαντοι στύλοι της Εκκλησίας…οι επτά υπερύψηλοι πύργοι της αληθείας…οι επτά της πίστεως προμαχώνες…κατά της απιστίας και οι επτά περίβολοι της ορθοδοξίας…».
• Επίσης, στις ιστοσελίδες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η εν Αγία Σοφία σύνοδος επί Φωτίου αναφέρεται απλά ως «Σύνοδος»: «Η…ιστορική μαρτυρία ευρίσκεται εις τα πρακτικά της επί Πατριάρχου Φωτίου του Μεγάλου Συνόδου το 879…».
Σε άλλες περιπτώσεις, διαπιστώνουμε μια στάση ουδετερότητας στο θέμα:
• Ο Νικόλαος Τωμαδάκης γράφει[40]: «Τούτο εγένετο δια της καλούμενης ογδόης οικουμενικής συνόδου (879-880), η οποία συνελθούσα εν Κωνσταντινουπόλει ανεγνώρισεν ως κανονικήν την πρώτην εκλογήν του Φωτίου».
• Και ο Μητρ. Δράμας, Διονύσιος[41]: «…δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην λεγομένη ογδόη οικουμενική σύνοδο, την συγκληθείσα δηλαδή επί Φωτίου με τη συμμετοχή και αντιπροσώπων του πάπα.».
Εντούτοις, σε κανονικά και θεολογικά έργα ή έργα εκκλησιαστικής ιστορίας και συνοδικά κείμενα, συχνά βλέπουμε αναφορές με θετικό τρόπο σε μια Η΄(όγδοη) ή και -σπανιώτερα- σε μία Θ΄(έννατη) Οικουμενική Σύνοδο:
• «Απάντηση των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπα Πίο Θ’ (1848)»[42]: «…κατά την Η΄ οικουμενικήν Σύνοδον, την εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθείσαν επί ειρήνη των ανατολικών τε και δυτικών Εκκλησιών».
• Ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου[43]: «Αποδέχομαι και ασπάζομαι προς ταις ειρημέναις επτά Συνόδοις, και την μετ’ αυτάς αθροισθείσαν επί…του αγιωτάτου Πατριάρχου Φωτίου, την και Οικουμενικήν ογδόην ονομασθείσαν».
• Ο Νείλος, Μητροπολίτης Ρόδου[44]: «Η αγία και οικουμενική αύτη όγδοη σύνοδος…κατά το από Χριστού 879 έτος…»[45]. Επίσης αναφέρεται και σε 9η Οικ. Σύνοδο[46]: «Η αγία και οικουμενική αύτη εννάτη σύνοδος γέγονεν επί της βασιλείας του μακαρίτου και αοιδίμου βασιλέως, κυρίου Ανδρονίκου του Παλαιολόγου…». Σημ.: Ο Ιωάννης Καρμίρης σχολιάζει την αναφορά σε 9η Οικ. Σύνοδο, του Νείλου Ρόδου, ως εξής: «Η παρούσα Σύνοδος εχαρακτηρίσθη υπό του Νείλου Ρόδου ως Θ’ Οικουμενική (!)»[47].
• Ο Θεόδωρος Βαλσαμών, στην ερμηνεία του στους «Κανόνες εκτεθέντες παρά της αγίας συνόδου της εν των περιωνύμω ναώ της του Θεού Λόγου Σοφίας συστάσης…»[48] αναφέρει[49]: «…εκ τούτου σκάνδαλα μέσον των δύο εκκλησιών ανεφύοντο, ελαλήθησαν τα περί τούτου κατά τον καιρόν της οικουμενικής ταύτης συνοδού.»
• Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Ηλίας Τανταλίδης:[50]: «…ο Φώτιος δια ταύτην…την γενναίαν πάλην…και δια την συγκρότησιν της Η΄ ταύτης Οικουμενικής Συνόδου…».
• Ο Διομήδης-Κυριακός Αναστάσιος[51]: «Η αληθής όγδοη οικουμενική σύνοδος (879)».
• O Δεληκωστόπουλος Αθανάσιος[52]:»…δεν κατέστη δυνατή, για την Ορθόδοξο Ανατολική Εκκλησία, η σύγκλιση μιας ένατης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία και θα επεκύρωνε τα πρακτικά και τα αποφασισθέντα από την Όγδοη Οικουμενική Σύνοδο του έτους 879.».
• Ο Σ. Κελαρτζής[53]: «Περί της ογδόης οικουμενικής συνόδου, της εν Κωνσταντινουπόλει».
• Ο Ιωάννης Ρωμανίδης[54]: «Η επί Μεγάλου Φωτίου Η΄ Οικουμενική Σύνοδος του 879 κατεδίκασε το Φραγκικόν FILIOQUE…». Και αναφέρεται επιπλέον σε 9η Οικουμενική Σύνοδο[55]: «Αυτήν την αίρεσιν του Βαρλαάμ κατεδίκασε η Θ΄ Οικουμενική Σύνοδος το 1341».
• Το ίδιο και ο καθηγητής Γεώργιος Μεταλληνός[56]: «Η επί Μ. Φωτίου Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 879 είναι για την Ορθοδοξία η Η΄ Οικουμενική Σύνοδος…όπως οι Ησυχαστικές Σύνοδοι του 14ου αι. (1341, 1347, 1351) είναι η Θ΄ Οικουμενική Σύνοδος της Ορθοδοξίας. Δεν μπορεί να υπάρξει Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδοξίας, που δεν θα τις διακηρύξει ως Οικουμενικές.».
Κατά συνέπεια, το θέμα της αναγνώρισης Οικ. Συνόδων πέρα των αρχαίων επτά είναι ένα σημαντικό έργο που αναμένεται να επιτελέσει η Ορθόδοξη Εκκλησία. Καθώς φαίνεται, το πιθανότερο να συμβεί είναι πράγματι, η επίσημη αναγνώριση μια όγδοης Οικ. Συνόδου (ίσως και μίας έννατης). Τουλάχιστον όσον αφορά την «εν Αγία Σοφία» σύνοδο επί Φωτίου του 879, οι αποφάσεις της, σιωπηλά, φαίνεται να έχουν αναγνωρισμένο κύρος, χωρίς εντούτοις να δύναται η εν λόγω σύνοδος να ονομαστεί επισήμως Η΄ Οικουμενική Σύνοδος:
• Γράφει ο Ιωάννης Καρμίρης[57]: «Η παρούσα Σύνοδος [του 879] κατατάσσεται μεν συνήθως μεταξύ των αρχαίων Τοπικών Συνόδων, ων κατακλείει την σειράν, αλλ’ εν τη πραγματικότητι είναι η τελευταία γενική Σύνοδος της ηνωμένης αρχαίας Καθολικής Εκκλησίας, εκδούσα αποφάσεις δογματικοσυμβολικού και κανονικού περιεχομένου…Αποτελεσθείσα αύτη εκ 383 Πατέρων ανατολικών τε καί δυτικών, εκπροσωπούντων τα πέντε αρχαία Πατριαρχεία, παρουσίασε…τοιούτον επιβλητικόν θέαμα, οίον δεν παρουσιάσθη από των χρονών της Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου. Δια τούτο…φέρει η Σύνοδος αύτη εξωτερικώς…και εσωτερικώς…πάντα τα γνωρίσματα Οικουμενικής Συνόδου. Ουδόλως άρα άπορον, ότι ως ογδόην Οικουμενικήν εθεώρουν αυτήν οι Θεόδωρος Βαλσαμών, Νείλος Θεσσαλονίκης, Νείλος Ρόδου, Συμεών Θεσσαλονίκης, Μάρκος Εφέσου, Γεννάδιος Σχολάριος, Δοσίθεος Ιεροσολύμων, Κωνσταντίνος Οικονόμος και άλλοι. Αλλά και η ιδία Σύνοδος, εχαρακτήρισεν εαυτήν ως Οικουμενικήν πολλαχού εν τοις πρακτικοίς αυτής…Παρά ταύτα δ’ όμως η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία επισήμως δεν ανεκήρυξεν αυτήν εισέτι ως ογδόην Οίκουμενικήν, θεωρούσα ως θεμέλιον της Ορθοδοξίας τας επτά αρχαίας Οικουμενικάς Συνόδους.».
• Και η Δέσποινα Κοντοστεργίου συμφωνεί[58]: «Διά την Σύνοδον αυτήν υπάρχουν διάφοροι ονομασίαι: ο μεν Ιω. Καρμίρης, την ονομάζει: «Η εν Κωνσταντινουπόλει γενική Σύνοδος του 879-80, ό.π. σελ. 261 κ.ε., ο δε Ιω. Ρωμανίδης: «Η Η΄ Οικουμενική Σύνοδος εν Κωνσταντινουπόλει τω 879-80, ό.π. σελ. 166 κ.ε. και Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α’, Θεσσαλονίκη, 1983, σελ. 342 κ.ε. Και ο Β. Σταυρίδης: «Η Σύνοδος του 879-880, Γ’ Φωτιανή Σύνοδος, ό.π. σελ. 238 κ.ε. Το γεγονός είναι ότι η Σύνοδος αύτη δεν ανεκηρύχθη επισήμως ως Η΄ Οικουμενική, αν και είχεν όλα τα γνωρίσματα Οικουμενικής Συνόδου».
• Και προσθέτει ο Νικόλαος Ματσούκας[59]: «Η σύνοδος…του 879/80, στην Κωνταντινούπολη, είχε τη συνείδηση πως ήταν οικουμενική, αναγνώρισε τη σύνοδο του 787, στη Νίκαια, ως έβδομη οικουμενική, επισήμανε τι ακριβώς είναι τό πρωτείο τιμής του επισκόπου Ρώμης, αποκατέστησε στο θρόνο του τον πατριάρχη Φώτιο, και αναγνώρισε το σεβασμό των κατά τόπους εθών που ακολουθούν οι Εκκλησίες. Η σύνοδος αυτή, που αναγνωρίστηκε ήδη από πολλούς ως οικουμενική…μπορεί ν’ αναγνωριστεί ως οικουμενική και επίσημα από μια άλλη γενική σύνοδο. Ωστόσο η προτεραιότητα ανήκει στο φρόνημα της κοινότητας.». και αλλού[60]: «Θα μπορούσε να πει κανείς ότι και η σύνοδος του 879/80, στην Κωνσταντινούπολη, είναι οικουμενική, όχι μόνο γιατί η ίδια είχε τη συνείδηση ότι είναι οικουμενική…αλλά γιατί έγινε αποδεκτή από το πλήρωμα της Εκκλησίας, μια και ο ρόλος της ήταν οικουμενικός…Επομένως θα μπορούσε να καταταγεί στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως Η΄ οικουμενική σύνοδος.»[61].

Η παράδοση που ισχύει στην Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την Α΄ Οικ. Σύνοδο, είναι να αναγνωρίζουν οι επόμενες Σύνοδοι τις προγενέστερες. Το ίδιο αναμένεται να συμβεί και με την πιθανή αναγνώριση της όγδοης ή και έννατης Οικ. Συνόδου:
• Όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Μπούμης[62]: «Την διαδικασίαν ταύτην μαρτυρεί η πραξις της ηνωμένης Εκκλησίας των επτά Οικουμενικών Συνόδων, κατά την οποίαν παρατηρείται το φαινόμενον, μεταγενέστεροι σύνοδοι π.χ. οικουμενικαί να επικυρώνουν προηγουμένας οικουμενικάς ή και τοπικάς συνόδους.»
• Ενώ ο ιστορικός Βασίλειος Στεφανίδης αναφέρει[63]: «Εφ’ όσον δεν αναγνωρίζεται επισήμως ως ογδόη οικουμενική σύνοδος, η τυχόν μέλλουσα να συνέλθη οικουμενική σύνοδος πρέπει να ασχοληθή και με το ζήτημα τούτο.»
• Αυτή είναι η γνώμη και του Αγίου Νεκταρίου Αιγίνης[64]: «..η εν έτει 879 μ.Χ. επί Φωτίου…συγκροτηθείσα ογδόη Σύνοδος…έχουσα μεν οικουμενικόν το κύρος, αλλ’ ουχί ακόμη και το όνομα, πριν ανακήρυξη αυτήν ως τοιαύτην, κατά το επικρατήσαν έθος, άλλη διάδοχος οικουμενική Σύνοδος.».

Οι επίσημα αναγνωρισμένες Οικουμενικές Σύνοδοι

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος διήρκεσε δύο μήνες και δώδεκα ημέρες και πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια της Βιθυνίας. Συνεκλήθη από τον Μέγα Κωνσταντίνο στις 20 Μαΐου του 325 και σε αυτή έλαβαν μέρος τριακόσιοι δεκαοχτώ επίσκοποι. Εξέδωσε είκοσι κανόνες συμπεριλαμβανομένου του Συμβόλου της Νικαίας (α’ μέρος του Συμβόλου της Πίστεως) και κανόνισε την ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα. Κύριος λόγος σύγκλησής της υπήρξε η διδασκαλία του Αρείου ενάντια στη θεότητα του Ιησού Χριστού. Η Σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου και διεκήρυξε την ομοουσιότητα του Υιού με τον Πατέρα.

Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α’ το Μέγα στην Κωνσταντινούπολη το 381 και συμμετείχαν εκατόν πενήντα ορθόδοξοι επίσκοποι και τριάντα έξι Μακεδονιανοί. Καταδίκασε τους οπαδούς του Μακεδόνιου, που αμφισβητούσαν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος («πνευματομάχοι») και, για ακόμα μια φορά, τον Άρειο και συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως (Σύμβολο Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως).

Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνήλθε στην Έφεσο, εντός της βασιλικής της Παναγίας, το 431 από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’. Συμμετείχαν διακόσιοι επίσκοποι ανάμεσα στους οποίους ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ως προεδρεύων. Καταδίκασε τις διδαχές του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Ιησού έναντι της θείας λέγοντας ότι η Μαρία γέννησε τον άνθρωπο Ιησού και όχι το Θεό. Διακήρυξε ότι ο Ιησούς είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος με πλήρη ένωση των δύο φύσεων και απέδωσε επίσημα στην Παρθένο Μαρία τον τίτλο Θεοτόκος.

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Μαρκιανό και τη σύζυγό του, Αυγούστα Πουλχερία το 451 στη Χαλκηδόνα. Αποτελούνταν από 650 επισκόπους και καταπολέμησε τη διδασκαλία του Αρχιμανδρίτη Ευτυχούς για την πλήρη απορρόφηση της θείας φύσης του Ιησού από την ανθρώπινη, το Μονοφυσιτισμό.

Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος έλαβε χώρα από τις 5 Μαΐου έως τις 21 Ιουνίου του 553 στην Κωνσταντινούπολη με τη συμμετοχή 165 επισκόπων, υπό την προεδρία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευτυχίου. Τη συγκάλεσαν ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ και η σύζυγός του, Αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Επαναβεβαίωσε τα ορθόδοξα δόγματα περί της Αγίας Τριάδας και του Ιησού Χριστού και καταδίκασε πλήθος μη ορθοδόξων συγγραμμάτων καθώς και ορισμένους συγγραφείς τους (Ευάγριο, Δίδυμο, Ωριγένη κ.α.).

Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η ΣΤ’ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη το 680 από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο και παραβρέθηκαν από 150 έως 289 επίσκοποι. Επιβεβαίωσε την πλήρη και αληθή ενανθρώπιση του Ιησού έναντι της αντίθετης διδασκαλίας των Μονοθελητών. Η Σύνοδος αυτή διατύπωσε ότι ο Χριστός έχει Θεία και Ανθρώπινη θέληση, η οποία υποτάσσεται στη Θεία.

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος

Η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Ιουστινιανό Β΄ το 691 στο ανακτορικό δωμάτιο του Τρούλλου, από όπου έλκει και την ονομασία «Εν Τρούλλω Σύνοδος». Συμμετείχαν 211 επίσκοποι και το έργο της ήταν συμπληρωματικό αυτού των Ε’ και ΣΤ΄ Συνόδων. Συστηματοποίησε και ολοκλήρωσε το έργο των δύο προηγουμένων Συνόδων και γι’ αυτό, αν και Οικουμενική, ονομάσθηκε «Πενθέκτη», ως τμήμα εκείνων, και δεν αριθμήθηκε ως ξεχωριστή Οικουμενική Σύνοδος.

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία στη Νίκαια της Βιθυνίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το 787 κατόπιν αίτησης του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Αποφάσισε την αναστύλωση των εικόνων καταδικάζοντας την Εικονομαχία και την ιδέα της σχηματοποίησης της αόρατης και άυλης Τριάδας. Εκεί εκφράσθηκε η θεολογία περί της εικονογράφησης του Χριστού και των Αγίων ως κάτι ορατό.

Σύνοδοι με οικουμενικό κύρος για την Ορθόδοξη Εκκλησία

Η «Εν Αγία Σοφία» Σύνοδος (γνωστή και ως Η΄ Οικουμενική)
Συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ Μακεδόνα το 879 στην Κωνσταντινούπολη. Προήδρευσαν οι εκπρόσωποι του Πάπα Ιωάννη Η΄ (872 – 882) και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Φώτιος ο Μέγας (858 – 867, 877 – 886). Aναγνώρισε τη σύνοδο του 787, στη Νίκαια, ως έβδομη οικουμενική, επισήμανε τι ακριβώς είναι τo πρωτείο τιμής του επισκόπου Ρώμης, αποκατέστησε στο θρόνο του τον πατριάρχη Φώτιο, και αναγνώρισε το σεβασμό των κατά τόπους εθών που ακολουθούν οι Εκκλησίες. Επίσης, καταδίκασε τις Συνόδους του Καρλομάγνου στη Φραγκφούρτη (794) και το Άαχεν (809).
Οι Σύνοδοι των ετών 1341-1351 (ως Θ΄ Οικουμενική)
Σειρά συνόδων (1341, 1347, 1351) που έλαβαν χώρα στην Κωνσταντινούπολη με αιτία τις Ησυχαστικές Έριδες και που οι αποφάσεις τους στρέφονται «εμμέσως…και κατά της Λατινικής Εκκλησίας»[65]. Καταρχάς, οι λατινίζοντες Βαρλαάμ Καλαβρός και Ακίνδυνος, έχοντας στρεβλή εικόνα για το πνευματικό κίνημα του Ησυχασμού, κατηγόρησαν τους ησυχαστές ως αιρετικούς, των οποίων την υπεράσπιση είχε αναλάβει ο Γρηγόριος Παλαμάς. Η Σύνοδος του 1341 στην Κωνσταντινούπολη καταδίκασε τον Βαρλαάμ, εκείνος ζήτησε συγγνώμη, και απογοητευμένος εγκατέλειψε τον Ελλαδικό χώρο[66]. Παρά τα γεγονότα του 1341 όμως, ο Βαρλαάμ συνέχισε τις επιθέσεις κατά των ησυχαστών, οπότε το 1347 και το 1351 καταδικάστηκε από τις εκκλησιαστικές αρχές, αυτή τη φορά μαζί με τους Ακίνδυνο και Νικηφόρο Γρηγορά, γιατί επέκριναν τον ησυχασμό ακολουθώντας δυτικούς τρόπους σκέψης[67]. Τελικά, η σύνοδος του 1351, «δύναται να λεχθή ότι…ανύψωσε την διδασκαλίαν του Γρηγορίου Παλαμά και του Ησυχασμού καθόλου εις δόγμα»[68].

Υποσημειώσεις

1. Νικοδήμου Αγιορείτου, «Πηδάλιον», σελίς 119.
2. Καρμίρης Ιωάννης,Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α’, 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 105.
3. Καρμίρης, ό.π., σελ. 109
4. Δωδεκάβιβλος, σελίς 1018
5. Φειδάς Ιω. Βλάσιος, Εκκλησιαστική Ιστορία – Απ’ αρχής μέχρι την Εικονομαχία, τόμ. Α’, 3η έκδ., Αθήνα 2002, σελ. 867
6. Α΄ Τιμ. 3:15.
7. Πρβλ. Εφεσ. 5:23 και Κολ. 1:18.
8. Μπούμης Ι. Παναγιώτης, Κανονικόν Δίκαιον, έκδ. 3η επηυξημένη, Γρηγόρης, Αθήνα 2002, σελ. 175-176.
9. Η έννοια αυτή περιγράφεται στο: Μπούμης, Κανονικόν Δίκαιον, ό.π., σελ. 176-178.
10. Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία…, στο ίδιο, σελ. 106
11. Μπούμης Ι. Παναγιώτης, ‘Κανονικόν Δίκαιον’, έκδ. 3η επηυξημένη, Γρηγόρης, Αθήνα 2002, σελ. 183.
12. ΘΗΕ, τόμ. 09, στ. 687.
13. Bernard Flusin, Τι γνωρίζω; Ο βυζαντινός πολιστισμός, Presses Universitaires de France/ΔΟΛ, 2007, σ. 14.
14. ΘΗΕ, τόμ. 09, στ. 694
15. «Οικουμενικαί Σύνοδοι», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια (ΘΗΕ), Τόμ. 09, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1966, στ. 689
16. ΘΗΕ, ό.π.
17. Αγίου Νεκταρίου, ‘Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις’, 4η έκδ., εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2001 (c1899), σελ. 189
18. ΘΗΕ, στο ίδιο
19. Πλακίδας Deseille, «Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και εν μέσω των Εθνών» στο Ορθοδοξία – Ελληνισμός, Πορεία στην τρίτη χιλιετία, τόμ. Β’, έκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, 2η έκδ., Άγιον Όρος 2002, σελ. 185-186.
20. βλ. Diehl Charles, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Καρδαμίτσας, Αθήνα 2007 (c1919), σελ. 25: «H Ανατολική Εκκλησία μεταβαλλόταν σε κρατική Εκκλησία υποταγμένη στη θέληση του μονάρχη».
21. (Βασίλειος Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, 6η εκδ., 1959, Εκδόσεις Παπαδημητρίου, σελ. 149-152, 175, 177, 181
22. «caesaropapism.» Encyclopedia Britannica Online. 19 Feb. 2008 (http://www.britannica.com/eb/article-9018527).
23. Φλορόφσκυ Γεώργιος, Χριστιανισμός και πολιτισμός (μτφρ. Παναγιώτου Κ. Πάλλη), 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 98.
24. Μέγιεντορφ Ιωάννης, Η Βυζαντινή κληρονομιά στην Ορθόδοξη Εκκλησία (μτφρ. Μόσχος Δημήτρης), Αρμός, Αθήνα 1990, σελ. 19.
25. Μέγιεντορφ, Η Βυζαντινή κληρονομιά…, ό.π.
26. Deno J. Geanakoplos (Professor of History, University of Illinois), Church and State in the Byzantine Empire-A Reconsideration of the Problem of Caesaropapism, Church History, Vol. 34, No. 4. (Dec., 1965), σελ. 397: «Αs we have shown, the em¬peror was never able successfully to penetrate into the church’s inner core, the more spiritual form relating to dogma and the sacraments».
27. Βλ. Μπούμης Ι. Παναγιώτης, Κανονικόν Δίκαιον, έκδ. 3η επηυξημένη, Γρηγόρης, Αθήνα 2002, σελ. 37-39.
28. Βλ. Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και Ιερών κανόνων, τόμ. Β’, Αθήνησιν 1852, σελ. 113.165.192.216.292.293.295.555 / Νικοδήμου Αγιορείτου, Πηδάλιον (ακριβής ανατύπωσις της γ’ εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 763.
29. Τρεμπέλας Ν. Παν., Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α’, 3η έκδ., Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997, σελ. 136, υποσημ. #53.
30. Περί της εννοίας της θέσεως της Οικ. Συνοδού εν τη εκκλησιά κατά το κανονικών δίκαιον της ορθοδόξου εκκλησίας, ΠΑΑ, τόμ.42, τεύχ.1, σελ.168-184, 1967, σελ. 177.
31. Η Ουσία της Ορθοδοξίας, 2η έκδ. βελτιωμένη, εκδ. Παρουσία, Αθήνα 1998, σελ. 43-44.
32. Καρμίρης, Τα δογματικά…, Β’, ό.π., σελ. 792.
33. Καρμίρης, Τα δογματικά…, Β’, ό.π., σελ. 868.
34. Καρμίρης Ιωάννης, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Β’, Αθήνα 1953, σελ. 930.
35. Ό.π., σελ. 936.
36. Καρμίρης, Τα δογματικά…, ό.π., σελ. 407.
37. Ό.π., σελ. 409-410.
38. Πηδάλιον (ακριβής ανατύπωσις της γ’ εκδόσεως του 1864), εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 763.
39. Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις, 4η έκδ., εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2001 (c1899), σελ. 191-192.
40. «Φώτιος ο Α΄», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 12, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1968, στ. 26.
41. Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης και η Δύση (διδακτ. διατριβή), Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 60.
42. Καρμίρης, Τα δογματικά…, τόμ. Β’, Αθήνα 1953, σελ. 907.
43. Πηδάλιον, ό.π., σελ. 361, υποσημ. #1.
44. Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και Ιερών κανόνων, τόμ. Α’, Αθήνησιν 1852, σελ. 392.
45. Ό.π., υποσημ. #2.
46. Ό.π., σελ. 394.
47. Καρμίρης, Τα δογματικά…, ό.π., σελ. 351.
48. Γ. Ράλλη – Μ. Ποτλή, Σύνταγμα των θείων και Ιερών κανόνων, τόμ. Β’, Αθήνησιν 1852, σελ. 705
49. Ό.π., σελ. 706
50. Παπιστικών ελέγχων (Κατά Λατίνων στηλιτευτική επιστολή), τόμ. Β’, εν Κωνσταντινουπόλει 1850, σελ. 256.
51. Εκκλησιαστική ιστορία από της ιδρύσεως της εκκλησίας μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων, τόμ. Β’, εν Αθήναις 1881, σελ. 19
52. Ορθοδοξία, η σύγχρονη πρόκληση, 3η έκδ., εκδ. Άλφα-Δέλτα, Αθήνα 1990, σελ. 117.
53. Ιστορία Εκκλησιαστική, Κωνσταντινούπολις 1847, σελ. 89.
54. Δογματική και Συμβολική Θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α’, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1999 (c1973), σελ. 73.
55. Ό.π., σελ. 43.
56. Ουνία-Πρόσωπο και Προσωπείο, Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1992, σελ. 49.
57. Τα δογματικά…, τόμ. Α’, 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 261-262.
58. Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 275, υποσημ. #1.
59. Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Β΄, 2η έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, σελ. 443-444.
60. Ματσούκας Α. Νίκος, Δογματική και Συμβολική θεολογία, τόμ. Γ΄, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 296.
61. Ό.π., υποσημ. #74.
62. Μπούμης Ι. Παναγιώτης, Τα Αναθέματα Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως και Κανονικότης της Άρσεως αυτών, Αθήνα 1980, σελ. 219.
63. Εκκλησιαστική Ιστορία – Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, 6η έκδ. (ανατύπωση της β’ έκδοσης του 1959), Παπαδημητρίου, Αθήνα 1998, σελ. 364.
64. Ορθόδοξος Ιερά Κατήχησις, 4η έκδ., εκδ. Βασ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 2001 (c1899), σελ. 192.
65. Καρμίρης Ιωάννης, Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τόμ. Α’, 2η έκδ., Αθήνα 1960, σελ. 348.
66. «Βαρλαάμ Καλαβρός», λήμμα στο Ζαχαρόπουλος Νίκος, Επίτομο Ιστορικό-Θεολογικό Λεξικό, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 91.
67. Toynbee Arnold, Οι Έλληνες και οι Κληρονομιές τους, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1992, σελ. 228.
68. Καρμίρης, Τα δογματικά…, ό.π., σελ. 352.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Το όνομα

Τα ονόματα ανέκαθεν είχαν σπουδαία σημασία για την ανθρώπινη επικοινωνία και κατανόηση, δεδομένου ότι έπαιζαν το ρόλο των στοιχείων εκείνων με τα οποία γινόταν γνωστή η δήλωση προσώπων, ζώων και αντικειμένων. Το όνομα γρήγορα εξελίχθηκε σε μέσο με το οποίο δηλώνεται κάποιο πρόσωπο ή πράγμα. Αν αυτό έχει σημασία για το φυτικό και ζωϊκό κόσμο, πόσο μάλλον για τον άνθρωπο, στον οποίο είναι εντονότερος ο προσωπικός χαρακτήρας, τα δε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εμφανίζονται σε διαφορετικούς ανθρώπους με τρόπο διάφορο και ανεπανάληπτο. Το όνομα και η ονοματοδοσία δεν εξελίχθηκαν άσχετα προς τον ιστορικό βίο και τις περιπέτειες των λαών. Μέσω των ονομάτων μπορεί να παρακολουθήσουμε την ιστορική πορεία ενός ολόκληρου έθνους. Συχνά τα ονόματα ασκούν επάνω μας γοητεία και δύναμη, ενώ άλλα αποστροφή. Αυτό συμβαίνει επειδή τα φέροντα τα ονόματα αυτά πρόσωπα συνδέονται με καλές αναμνήσεις του παρελθόντος στην πρώτη περίπτωση και με αρνητικές εμπειρίες και καταστάσεις στη δεύτερη. Συχνά τα ονόματα είναι διακριτικά του θρησκεύματος του φέροντος προσώπου και συνδέονται με τις φιλοσοφικές ή κοινωνικές πεποιθήσεις των ανθρώπων.
Το όνομα στους Εθνικούς

Οι Έλληνες διακρίθηκαν περισσότερο από κάθε άλλο λαό για τον πλούτο των προσωπικών ονομάτων. Η χαρά και η υπερηφάνεια των Ελλήνων ήταν το προσωπικό τους όνομα, ποτέ το επάγγελμα ή ο τίτλος. Η έλλειψη ονομάτων και ονοματοδοσίας από κάποιο λαό θεωρούνταν ανέκαθεν έλλειψη πολιτισμού. Αντίθετα μ’ αυτό που συνέβαινε στους πρωτόγονους λαούς, στους πολιτισμένους οι άνθρωποι φέρουν προσωπικά ονόματα, τα οποία και λαμβάνουν με πράξη ονοματοδοσίας . Στους Αρχαίους Έλληνες το όνομα δινόταν στο βρέφος ή κατά τη γέννησή του ή κατά την όγδοη ημέρα από τη γέννηση.
Το όνομα στην Παλαιά Διαθήκη

Στην Παλαιά Διαθήκη βλέπουμε πως ο άνθρωπος, ως το τελειότερο των δημιουργημάτων, από την πρώτη στιγμή φέρει ιδιαίτερο όνομα, δηλωτικό της ατομικότητας και μοναδικότητάς του, και μ’ αυτό διακρίνεται από τα άλλα πρόσωποα που βρόσκονται μαζί του. Ο Δημιουργός καλεί τον πρωτόπλαστο ΑΔΑΜ με το όνομά του, ενώ εκείνος δίνει ονόματα στα ζώα και στη γυναίκα του.

Οι Ιουδαίοι έδιναν το όνομα στο βρέφος αμέσως με τη γέννησή του, ενώ αργότερα κατά την όγδοη ημέρα από τη γέννηση. Μάλιστα η κατά την όγδοη ημέρα ονοματοδοσία συνδέθηκε με την περιτομή. Η πράξη αυτή ήταν σε χρήση την αρχαιότητα στους Αιγύπτιους και Αιθίοπες . Απ’ αυτούς την παρέλαβαν οι Εβραίοι. Η περιτομή είναι θρησκευτική πράξη που διατάχθηκε από τον ίδιο το Θεό, για ν’ αποτελεί εμφανές σημείο καθενός που ανήκει στο Θεό, καθώς και της διαθήκης που συνήψε ο Θεός με τον Αβραάμ. Η σύνδεση της ιουδαϊκής περιτομής με την ονοματοδοσία φανερώνει ίσως τη μεγάλη σπουδαιότητα που και οι Ιουδαίοι προσέδιδαν στο όνομα και τη σημασία του για τη ζωή του ανθρώπου.
Το όνομα στη χριστιανική διδασκαλία

Τη σημασία του ανθρωπίνου ονόματος παρέλαβε και ο Χριστιανισμός, ο οποίος την ανέδειξε και την προήγαγε, καθώς την απεγκλώβησε από τα ασφυκτικά χωροχρονικά δεσμά του παρόντος κόσμου τοποθετώντας την στην εσχατολογική διάσταση.

Πότε δίνεται το όνομα;

Το όνομα, κατά την τάξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, δίνεται την όγδοη ημέρα από την γέννηση του βρέφους. Γιατί; Στην βιβλική αποκάλυψη ο αριθμός «επτά» είναι το σύμβολο του κόσμου που δημιούργησε ο Θεός « καόν λίαν», του κόσμου που είχε φθαρεί από την αμαρτία και παραδόθηκε στο θάνατο. Η εβδόμη είναι η ημέρα κατά την οποία ο Δημιουργός αναπαύθηκε και την ευλόγησε, είναι η ημέρα που εκφράζει τη χαρά και ευφροσύνη του ανθρώπου για τη δημιουργία ως κοινωνίας με το Θεό. Όμως η ημέρα αυτή είναι μια διακοπή εργασίας, όχι το πραγματικό τέλος της. Είναι η ημέρα της προσδοκίας, της ελπίδας του κόσμου και του ανθρώπου για λύτρωση, για την ημέρα που είναι πέρα από το «επτά», πέρα από τη διαρκή επανάληψη του χρόνου. Το αδιέξοδο αυτό ήλθε να καταβάλει η καινούργια ημέρα, που εγκαινίασε ο Χριστός με την Ανάστασή Του. Από «τη μια Σαββάτων» άρχισε ένας καινούργιος χρόνος, ο οποίος αν και εξωτερικά παραμένει μέσα στον παλαιό χρόνο αυτού του κόσμου και μετριέται σε σχέση με τον αριθμό «επτά», ο πιστός νιώθει πως είναι καινούργιος. Το «οκτώ» γίνεται πλέον σύμβολο του νέου αυτού χρόνου.
Γιατί δίνεται το όνομα κατά την όγδοη ημέρα;

Η Εκκλησία τοποθετώντας την ονοματοδοσία κατά την όγδοη ημέρα θέλει να καταστήσει το αρτιγέννητο παιδί μέτοχο και κοινωνό αυτής της νέας πραγματικότητας και να καταδείξει σ’ αυτό τη δυναμική πορεία της καταξιωμένης ανθρώπινης ζωής, κατάληξη της οποίας είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Βλέπουμε εδώ ότι η Εκκλησία θεωρεί το βρέφος που μόλις γεννήθηκε ως ολοκληρωμένο ήδη άνθρωπο, το αντιμετωπίζει με την ίδια πρόνοια που αντιμετωπίζει τον κάθε άνθρωπο. Το όνομα του ανθρώπου του δίνει ταυτότητα ως πρόσωπο και διαβεβαιώνει τη μοναδικότητά του. Γι’ αυτό και φροντίζει πλέον να του δώσει όνομα. Δεν θεωρεί το βρέφος απλά άνθρωπο, γενικά και αόριστα, ούτε σαν φορέα μιάς αφηρημένης κι απρόσωπης φύσης.Είναι πράγματι συγκλονιστικό το γεγονός ότι πολύ πρίν αναγνωρισθούν στα παιδιά τα ανθρώπινα δικαιώματα, πρίν ακόμη ιδρυθούν οι παγκόσμιες οργανώσεις για την προστασία των παιδιών, η Εκκλησία εφαρμόζοντας εδώ κι αιώνες τη φιλάνθρωπη , όσο κι αγνοημένη, πρακτική της προς όλους τους ανθρώπους με την ευχή της ονοματοδοσίας ομολογεί τη μοναδικότητα του συγκεκριμένου παιδιού κι αναγνωρίζει το θεϊκό δώρο της προσωπικότητάς του.
Η ευχή της ονοματοδοσίας

Η Ευχή ονομάζεται έτσι επειδή με την ευλογία που παρέχει στο παιδί η Εκκλησία, οκτώ ημέρες μετά τη γέννησή του, το προσφωνεί για πρώτη φορά με το δικό του προσωπικό όνομα. Αυτό συμβαίνει όχι επειδή είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία το ευλογεί και του εύχεται- ήδη κάτι τέτοιο συνέβη την πρώτη ημέρα-, αλλά επειδή οι ευχές της πρώτης ημέρας απευθύνονται κυρίως στη μητέρα και δευτερευόντως στο παιδί. Αυτό το όνομα θα φέρει σ’ όλη του τη ζωή και μ’ αυτό το όνομα θα εισέλθει τελικά στην αναμενόμενη Βασιλεία του Θεού, προτύπωση της οποίας είναι η ημέρα αυτή της λήψεώς του.

Εκείνο που κάνει η ευχή είναι να καταδείξει το σκοπό του ανθρώπου, που είναι η ένωσή του με το Θεό. Γι’ αυτό και δεν παραλείπει να εκφράσει το αίτημα της συνάψεώς του στην Εκκλησία και της τελειώσεώς του με τα άγια Μυστήρια του Χριστού. Μόνο, ως μέλος της Εκκλησίας, που θα γίνει με το Βάπτισμα, το παιδί θα ξεπεράσει τη διάσπαση της αμαρτίας. Έτσι γίνεται φανερό ότι η ευχή της ονοματοδοσίας στοχεύει στα Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος και τη συμμετοχή του ανθρώπου στη Θεία Ευχαριστία.
Η Ακολουθία της ονοματοδοσίας

Η ευχή εντάσσεται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Ακολουθίας της ονοματοδοσίας , που τελείται στο ναό ή στο σπίτι. Το παιδί υποδέχεται ο ιερέας όχι μέσα στο Ναό, αλλά σον πρόναο. Εκεί τελεί και την Ακολουθία. Η καταβολή της διάταξης αυτής είναι δυνατό να αναζητηθεί στην πράξη της Αρχαίας Εκκλησίας, κατά την οποία οι προβαπτισματικές τελετές γίνονταν όχι στον κυρίως Ναό αλλά στο προαύλιο του βαπτιστηρίου . Μετά την ανάγνωση της ευχής της ονοματοδοσίας που εξετάσαμε ο ιερέας ευλογεί το στόμα, το μέτωπο και την καρδιά του παιδιού. Αυτό γίνεται όχι απλά και μόνο γιά να ευλογηθούν τα συγκεκριμένα μέρη του σώματος, αλλά κυρίως οι αντίστοιχες λειτουργίες τους: η λογική (στόμα), η νοητική(μέτωπο) και η ζωοποιητική ( καρδία ). Έτσι το παιδί, ως σύνολο ψυχοσωματικής οντότητας, παραδίδεται στην κυριολεξία στο Χριστό. Αυτός είναι ο λόγος που στη συνέχεια ψάλλεται και το απολυτίκιο της εορτής της Υπαπαντής « Χαίρε Κεχαριτωμένη , Θεοτόκε Παρθένε…».

Σήμερα, πολλές φορές, από διάφορους λόγους, όπως η άγνοια, η μη έγκαιρη απόφαση των γονέων για το όνομα που πρόκειται να δοθεί στο παιδί, και άλλες πρακτικά αίτια, η ονοματοδοσία συνδέθηκε με την Ακολουθία του Βαπτίσματος.

Γιατί γιορτάζουμε;

Ο άνθρωπος πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού είναι από τη φύση του προωρισμένος να γιορτάζει, να θυμάται το Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει χαρακτηριστικά « κεφάλαιον εορτής μνήμη Θεού». Έτσι η χριστιανική γιορτή δεν είναι μια θεωρητική, αφηρημένη και ανεύθυνη κατάσταση. Απεναντίας συνιστά την κοπιώδη πράγματι πορεία του ανθρώπου να επιστρέψει στο Θεό, στο άκτιστο Αρχέτυπό του από το οποίο και κατάγεται. Γι’ αυτό η χριστιανική γιορτή, ως βίωμα χαράς και ευφροσύνης, δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί έξω από τη δοξολογία των έργων του Θεού και την εμπειρία της θείας δόξας, έξω από τη νέα πραγματικότητα που δημιούργησαν στον κόσμο τα γεγονότα της θείας Οικονομίας, της Σάρκωσης του Λόγου, του Σταυρού, του Πάθους και της Ανάστασης του Χριστού. Γεγονότα που έδωσαν νέο νόημα στο χρόνο, το χώρο, στον άνθρωπο, στον κόσμο, στην ίδια τη ζωή.

Το περιεχόμενο της χριστιανικής εορτής μέσα στην Εκκλησία.

Ο άνθρωπος γιορτάζει γιατί γιορτάζει και ο Χριστός. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι « Ημίν ο Χριστός τας εορτάς εκτετέλεκεν ». Το περιεχόμενο της εορτής είναι η χαρά του ανθρώπου. Η χαρά της σωτηρίας. Μια εμπειρία που βιώνεται μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, η οποία από τους Πατέρες χαρακτηρίζεται ως «Εκκλησία εορταζόντων αξίως του Πνεύματος». Μια εμπειρία που αποκτά αιώνιες διαστάσεις, γίνεται «τύπος της άνω χαράς», αφού Χριστός, Εκκλησία και έσχατα, Βασιλεία δηλαδή του Θεού, δεν χωρίζονται. Ο Θεός πιά δεν τιμάται σε ορισμένα μεγάλα γεγονότα, αλλά είναι σημείο αναφοράς και μνήμης του ανθρώπου σε κάθε στιγμή, σε κάθε ώρα, σε κάθε ημέρα, σε κάθε εορτή. Ο χρόνος στην εκκλησιαστική ζωή είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται η αποκάλυψη, πραγματώνεται η σωτηρία του ανθρώπου και παίρνει αξία με το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Μπορεί πιά ο άνθρωπος να ξεπεράσει το εμπόδιο του χρόνου και να ζήσει το αιώνιο και το αληθινό. Μπορούμε όλοι μας να κάνουμε τη ζωή μας ένα διαρκές Πάσχα. Οι διάσπαρτες μέσα στο εκκλησιαστικό έτος εορτές αποτελούν ακριβώς κέντρα που οργανώνουν σε μια καινούργια διάσταση το χρόνο. Το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, το Δεκαπενταύγουστο, η εορτή των Αγίων Αποστόλων, οι καθημερινές μνήμες Μαρτύρων και Αγίων, ο εβδομαδιαίος και ημερήσιος κύκλος των Ακολουθιών, οι υπόλοιπες εορτές, με τις νηστείες και τις Ακολουθίες τους, δίνουν στο χρόνο νέα κατεύθυνση και διάσταση. Η εορτή, λοιπόν, είναι αυτή η ύπαρξη της Εκκλησίας, όπου η Ανάσταση συνεχίζει να ενεργείται ως ιστορική πραγματικότητα και τοποθετεί τον πιστό μυστηριακά στον κόσμο της θείας ζωής. Είναι η οντολογική αίσθηση της όγδοης ημέρας, το κατ’ εξοχήν καθολικό γεγονός της Εκκλησίας.

Η ευχαριστιακή διάσταση της εορτής.

Η Μεταμόρφωση του χρόνου, η ανακαίνιση του κόσμου, η χαρά που δίνει ο Χριστός στον άνθρωπο, αλλά και η μίμηση της ζωής του Χριστού, η καινούργια ζωή που απαιτεί η χριστιανική εορτή, βιώνονται μέσα στην Εκκλησία, την Ευχαριστία και την μυστηριακή της ζωή. Η Εκκλησία, λέγει ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας , «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις », ζεί δηλαδή μέσα στα Μυστήρια. Αυτό σημαίνει πώς οι εορτές και οι τελετές της Εκκλησίας πηγάζουν από το ένα και μοναδικό μυστήριο του Χριστού.

Στη Θεία Ευχαριστία, μέσα στη Θεία Λειτουργία, την κατ’ εξοχήν εορτή, είναι παρούσα όλη η Εκκλησία. Ο Χριστός είναι παρών αποκαλύπτοντας στον άνθρωπο την αλήθεια του Θεού. Οι άγιοι είναι και αυτοί παρόντες στη Θεία Ευχαριστία. Η Θεία Λειτουργία προσφέρεται και «υπέρ των εν πίστει αναπαυσαμένων , προπατόρων, πατέρων, πατριαρχών, προφητών, αποστόλων,…μαρτύρων, ομολογητών…εξαιρέτως της Παναγίας αχράντου, υπερευλογημένης ». Όχι όμως ως ικεσία από μας στο Θεό για τους Αγίους αλλα ως ευχαρισία . Η Θεία Ευχαριστία δεν προσφέρεται ως ευγνωμοσύνη του αγίου για το θρίαμβο που επιτέλεσε, αλλά προσφέρεται γιατί οι πιστοί χαίρονται και ελπίζουν στην μεσιτεία του κατά το χρόνο της εορτής του. Γι’ αυτό όταν γιορτάζουμε πηγαίνουμε στην Εκκλησία. Γιορτάζω σημαίνει πηγαίνω στην Εκκλησία, συμμετέχω στη θεία λατρεία, κοινωνώ του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, κοινωνώ με το Θεό. Γιορτάζω σημαίνει δεν είμαι μόνος, αλλά με το Θεό και τους αδελφούς μου.

Γιατί τιμάμε τους Αγίους;

Τιμάμε τους Αγίους όχι ως θρησκευτικούς ήρωες , γιατί αυτό θα ήταν ειδωλολατρία, αλλά ως ζωντανά παραδείγματα βιώσεως της εν Χριστώ ανακαίνισης του ανθρώπου, ως «φώτα θεουργικά», ως φίλους αληθινούς του Θεού, ως κοινωνούς των παθημάτων και της δόξας του Χριστού, αλλά και ως οδηγούς των πιστών «εις πάσαν την αλήθειαν εν Πνεύματι Αγίω ».
Οι εικόνες των Αγίων μας

Η τιμητική προσκύνηση των Αγίων πηγάζει από το γεγονός, ότι τιμήθηκαν και οι ίδιοι από το Θεό. Οι εικόνες των Αγίων μαρτυρούν αυτή την τιμή, η οποία τους απονεμήθηκε από το Θεό, κι έτσι παρακινούν κι εμάς προς μίμηση και παρόμοια πίστη. Ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «η της εικόνς τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Η τιμή, την οποία αποδίδουμε στην εικόνα, μεταβαίνει στο εικονιζόμενο πρόσωπο και σε τελική ανάλυση αναφέρεται στο Θεό.

«Ακολουθούντες τη θεηγόρο διδασκαλία των Αγίων Πατέρων μας και την παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας, διότι την αναγνωρίζουμε ως διδασκαλία του εν αυτή ενοικούντος Αγίου Πνεύματος, ορίζουμε με κάθε ακρίβεια και ομοφωνία να τοποθετούνται δίπλα στον άγιο και ζωοποιό Σταυρό επίσης και οι σεβαστές και άγιες εικόνες, οι οποίες κατασκευάζονται από χρώματα και ψηφιδωτές πέτρες ή από άλλο κατάλληλο υλικό, στους ιερούς ναούς του Θεού, στα ιερά σκεύη και άμφια, στους τοίχους και στα ξύλινα πλαίσια, στα σπίτια και στους δρόμους, δηλαδή οι εικόνες του Κυρίου και Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού, της αχράντου Κυρίας μας, της Αγίας θεοτόκου , των τιμίων Αγγέλων και όλων των Αγίων και ευσεβών ανδρών».

( Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος)
Βιβλιογραφία

Γεωργίου Χ. Χρυσοστόμου, Ονοματοδοσία , εκδ . Πουρναρά , Θεσσαλονίκη 1991.

Σ. Δεμοίρου , Ονοματοθεσία του ανθρώπου των αρχαίων Ελλήνων και των Ελλήνων χριστιανών, Αθήναι 1976.

Κ. Μαντζουράνη , Τα κυριώτερα ονόματα των ελλήνων και ελληνίδων με σύντομον ιστορίαν των και την ετυμολογικήν και συμβολικήν σημασία των, Αθήναι 1951.

ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΤΩΧΕΙΑ

Ἠλία Βουλγαράκη

Ἡ ἔντονη κριτική τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καί ἰδιαίτερα τοῦ Χρυσοστόμου κατά τῶν ἄσπλαχνων πλουσίων δέν ἦταν περιστασιακή, ἀλλά μόνιμη καί συστηματική, γιατί τό ἴδιο ἐνδημική καί τραγική ἦταν ἡ κατάσταση τῶν φτωχῶν. Οἱ πλούσιοι ὅμως δυσανασχετοῦσαν. Ὁ Χρυσόστομος ἄλλοτε ἀμύνεται ἐπιτιθέμενος καί ἄλλοτε ἐξηγεῖ τίς θέσεις του. Ἕνα χωρίο ἀπό τήν πρώτη περίπτωση: «Μοῦ λένε· Πάλι μέ τούς πλουσίους; Ἀπαντῶ· πάλι καί σεῖς μέ τούς φτωχούς; Ἐσεῖς δέν χορταίνετε νά κατατρῶτε καί νά καταδαγκώνετε τούς φτωχούς. Ἔτσι κι ἐγώ δέ χορταίνω στήν προσπάθειά μου γιά νά σᾶς διορθώνω. Μοῦ ξαναλένε· συνέχεια ἐσύ θά κολλᾶς στούς πλουσίους; (Ἐδῶ τό ρῆμα «κεκόλλησαι», πού χρησιμοποιεῖται, πρέπει νά ἔχει μᾶλλον αὐτήν τήν ἔννοια καί ὄχι τήν ἔννοια τοῦ προσκολλῶμαι, ὅπως θά δοῦμε καί ἀπό τή χρησιμοποίησή του στή συνέχεια τοῦ λόγου). Μά κι ἐσύ συνέχεια κολλᾶς στό φτωχό» (PG 55,504). Κι ἕνα χωρίο πού ἐξηγεῖ τίς θέσεις του: «Πάντοτε λέω, ὅτι δέν καταφέρομαι ἐναντίον τοῦ πλουσίου, ἀλλά κατά τοῦ ἅρπαγα. Ἄλλο πλούσιος καί ἄλλο ἅρπαγας. Ἄλλο εὔπορος κι ἄλλο πλεονέκτης. Ξεχώριζε τά πράγματα καί μή συγχέεις τά ἀσύγχυτα. Εἶσαι πλούσιος; Δέν σέ ἐμποδίζω. Εἶσαι ἅρπαγας; Σέ κατηγορῶ… Θέλεις νά μέ λιθοβολήσεις; Εἶμαι ἕτοιμος νά χύσω τό αἷμα μου, γιατί προσπάθειά μου εἶναι νά σέ ἐμποδίσω νά ἁμαρτάνεις… Καί οἱ πλούσιοι εἶναι παιδιά μου καί οἱ φτωχοί εἶναι παιδιά μου» (PG 52,399).
Ἡ θέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, κατά ταῦτα, εἶναι τό τελικόν θέμα τῆς τριαδικῆς ὀντολογίας ἐπί τῇ βάσει τῆς μίξεως διά περιχωρήσεως τῆς θεότητος μετά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ἡ μίξις αὕτη διά τοῦτο δέν εἶναι ἀνάμιξις, σύγχυσις, συνταύτισις φύσεως ἤ μεταλλαγή αὐτῆς ὀντολογική, οὔτε εἶναι τι τρίτον δημιουργούμενον, εἷς θεΐσκος τρόπον τινα. Αἱ φύσεις δέν ἀλλάσσουν μιγνύμεναι ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, οὔτε ὑπάρχει ἀπορρόφησις τῆς μιᾶς ἀπό τῆς ἄλλης, οὔτε ἀπόλυτος ταύτισις μεταξύ αὐτῶν, ἀλλά συνάφεια. Ἡ θεία Φύσις θεοῖ τήν ἀνθρωπίνην, ἀλλ’ ὁ Γρηγόριος δέν λέγει καί τό ἀντίθετον. «Προελθὼν δὲ Θεὸς μετὰ τῆς προσλήψεως, ἕν ἐκ δύο τῶν ἐναντίων, σαρκὸς καὶ πνεύματος· ὧν τὸ μὲν ἐθέωσε, τὸ δὲ ἐθεώθη». Διότι ἡ μίξις τῆς ὑπεροχῆς ἐπιβάλλει τοῦτο, ἀφοῦ ἡ πρώτη κίνησις, ἡ προτεραιότης, τό αἴτιον καί τό «μέσον» ἀνήκει εἰς τήν θείαν Φύσιν. Ὁ Θεός Λόγος ἔλαβε σάρκα, τό ἀντίθετον δέν λέγεται, καίτοι ὡς ἀποτέλεσμα ὑποτίθεται ἤ μᾶλλον παραμένει ἀνοικτόν διότι προϋποτίθεται ἡ ἀνθρωπίνη ἀπόφασις καί ἐνέργεια. Ἡ θέωσις σημαίνει τήν δυνατότητα διά τόν ἄνθρωπον νά ἀναχθῇ πρός τό πραγματικῶς ἀνθρώπινον, δηλαδή εἰς τό ὑπάρχειν κατ’ εἰκόνα καί ὁμοίωσιν, ὡς ἐδημιουργήθη ὁ ἄνθρωπος ἀπ’ ἀρχῆς ὑπό τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ.
Τήν δυνατότητα ταύτην δίδει εἰς τήν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ἡ πίστις, ἐξηρτημένη ἐπίσης ἀπό τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἀνθρώπου καί μέσω τῶν μυστηρίων, τά ὁποῖα εἶναι τά ἀντίτυπα τοῦ ἀρχετύπου ἐν τῇ ἱστορίᾳ. Ταῦτα ἀντιπροσωπεύουν πλήρως τήν ὀντολογικήν παρουσίαν τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ δυνατότης, δηλαδή, ἑδράζεται κατά ρεαλιστικόν τρόπον ἐπί ἀκλονήτου ἀντικειμενικῆς πραγματικότητος – ἡ Ἐκκλησία! – ἡ ὁποία διαπερνᾶ κάθε ἱστορικήν πραγματικότητα καί δέν ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῆς ὡς πρός τήν ἐνέργειαν καί ἀποτελεσματικότητά της. Οἱασδήποτε ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου τήν προϋποθέτει.
Τό ὑπερβατικόν, τό Ἀπόλυτον Ὄν γίνεται οὕτω δυνατότης συνυπάρξεως μεθ’ ἡμῶν μέσω τῆς ἐλευθέρας ἀποφάσεώς μας. Ἡ ἀπόφασις αὐτή, ἡ ὑπαρκτική ἐκλογή τοῦ ἀνθρώπου νά ἀποδεχθῇ τήν ἱστορικήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ ἐντός τῆς ἱστορίας καί ἡ σύμφωνος πρός τήν παρουσίαν αὐτήν συμμετοχή μας εἰς πᾶν ἔργον τό ὁποῖον ὑποβοηθεῖ εἰς τήν ἀναδημιουργίαν τοῦ πραγματικῶς ἀνθρωπίνου εἶναι ἡ μόνη δυνατότης συνδέσεως Οὐσίας καί Ὑπάρξεως.

«Ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα», θεολογικός σχολιασμός στο Εφεσ. 5, 33

Ἁγίου Νεκταρίου, Μητροπολίτου Πενταπόλεως,
Αθήνα 1902

Περί του τις η αληθής ερμηνεία
Αφού ο Απόστολος Παύλος εγνώρισε τοις Εφεσίοις τον μυστικόν χαρακτήρα του γάμου και εδίδαξεν αυτούς ότι ο Γάμος είνε μέγα μυστήριον και έδειξε την αναλογίαν του δεσμού του γάμου προς την ένωσιν του Χριστού μετά της Εκκλησίας, και έταξε τον άνδρα, ίνα, κατά την Αγίαν Γραφήν, ήνε κεφαλή της γυναικός, καθ’ ην αναλογίαν ο Χριστός είνε κεφαλήν της Εκκλησίας, και εδίδαξεν ότι ο τε ανήρ και η γυνή επίσης κατά την Αγίαν Γραφήν εισίν εν σώμα και εν πνεύμα ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας, ήτις είνε σώμα Χριστού, του αγαπήσαντος ημάς ως οικείαν εαυτού σάρκα, συνιστά καθ’ ένα έκαστον των ανδρών ούτω να αγαπά την εαυτού γυναίκα, ως ο Χριστός ηγάπησε την Εκκλησίαν .
Τελειοτέραν αγάπην της αγάπης ταύτης ήτο αδύνατον να συστήση ο Απόστολος προς τον άνδρα. Δια της συστάσεως ταύτης ου μόνον ανύψωσεν την αγάπην εις την υψίστην αυτής περιωπήν, αλλά και εξηυγένισε και απεπνευμάτωσε και ηγίασε . Μετά την σύστασιν ταύτην προς τους άνδρας και τον καθορισμόν της σχέσεως του ανδρός προς την γυναίκα και του βαθμού και του ποιού της προς αυτήν αγάπης, και μετά την αναγωγήν του γάμου εις περιωπήν καθαρώς ιεράν και πνευματικήν και την διατύπωσιν των καθηκόντων του ανδρός προς την γυναίκα, μεταβαίνει εις την διατύπωσιν και τον καθορισμόν των καθηκόντων της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα. Ταύτα δε πάντα διατυποί δια της ρήσεως ταύτης · «ἡ δέ γυνή ἵνα φοβῆται τόν ἄνδρα».
Η ρήσις αύτη, μετά τα ειρημένα υπό του Παύλου περί της αγάπης του ανδρός προς την εαυτού γυναίκα και περί του βαθμού και του ποιού της αγάπης αυτού, ο περί ου ο λόγος φόβος ουδέν δύναται να εκφράζη το φοβερόν και το εκδειματούν (= το κατατρομάζον ) την γυναίκα. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού αγαπά και συνάμα φοβείται τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν ως σωτήρα και κεφαλήν αυτής. Ο φόβος ούτος της Εκκλησίας προς τον Ιησούν Χριστόν γεννάται εκ της πολλής αγάπης προς τον αγαπήσαντα αυτήν και εκφράζεται και εκδηλούται ως άκρα προς αυτόν ευλάβεια, ως ευλάβεια προς τας εαυτού εντολάς, ως υποταγή άκρα προς αυτόν και ως προθυμία προς ευαρέσκειαν αυτού. Η αγάπη αυτής της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα εκδηλούται ως φόβος μη υπολειφθή εν τινι και εκπέση της αγάπης αυτού αναξία ταύτης δεικνυομένη. Τοιούτος ο της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν φόβος. Υπό την αυτήν ακριβώς έννοιαν και σημασίαν ο Απόστολος γράφει ίνα η γυνή φοβήται τον άνδρα.
Δια της ρήσεως ταύτης ο Απόστολος Παύλος εζήτησε την σύσφιγξιν των δεσμών της συζυγικής αγάπης· διότι ως η αγάπη και ο φόβος της Εκκλησίας προς τον Σωτήρα Χριστόν προσφιλεστέραν αυτήν ως νύμφην τω νυμφίω Χριστόν ποιούσιν, ούτω και η αγάπη και ο φόβος της γυναικός προς τον εαυτής άνδρα προσφιλεστέραν αυτήν αυτώ ποιούσιν . Ότι ο φόβος ούτος ουδέν έχει κοινόν προς τον υπονοούμενον φόβον υπό τινών κυριών των μειδιωσών κατά την ώρα της αναγνώσεως της περικοπής ταύτης εν τω μυστηρίω του γάμου, και ότι ούτος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και ότι επιβάλλεται ούτος εις τας γυναίκας ως θεία εντολή δια την εαυτών ευτυχίαν και αιώνιαν ευδαιμονίαν και τον αδιάρρηκτον σύνδεσμον της κοινής αγάπης θέλομεν αποδείξει.

Περί φόβου
Ο φόβος είνε έμφυτον συναίσθημα τω ανθρώπω.
Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ως δειλία, ως δέος, ως τρόμος εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται κίνδυνος ζωής. Επίσης εκδηλούται το συναίσθημα τούτο ως ταραχή και ανησυχία εν περιστάσεσιν, εν αις απειλείται η προσβολή της τιμής ή περιουσίας του ανθρώπου δικαίως ή αδίκως.
Ο βαθμός της μείζονος ή ελάσσονος εκδηλώσεως του φόβου ή της ταραχής και ανησυχίας είνε ανάλογος ή τω μεγέθει του πραγματικού κινδύνου ή τω μεγέθει της διεγερθείσης φαντασίας. Το συναίσθημα του φόβου ενίοτε εκδηλούται και εν περιστάσεσι, καθ’ ας ουδέν μεν το πραγματικώς απειλούμενον ή διακινδυνεύον καθ’ ην ώραν ο άνθρωπος κατέχεται υπό του συναισθήματος τούτου, προκύπτει όμως εξ ενδεχομένου εν τω μελλόντι κινδύνου, δυναμένου να προέλθη εξ αμελείας ημών εις τι των προσφιλών ημίν υποκειμένων. Το συναίσθημα τούτο εκδηλούται ή ως άκρα αγάπη προς τι ή ως άκρα ευλάβεια ή ως άκρα φροντίς ή ως αδιάλειπτη μέριμνα.
Κατά ταύτα ο φόβος, ως διαφόρως εκδηλούμενος κατά τας διαφόρους περιστάσεις και κατά διάφορα γεννώνται αυτόν αίτια, ανάγκη και διαφόρως να χαρακτηρίζηται . Όθεν ο μεν φόβος ο εκδηλούμενος ως δέος ή δειλία ή τρόμος, δύναται να ονομασθή φυσικός, ο δε φόβος ο εκδηλούμενος ως ταραχή και ανησυχία, ως και ο φόβος ο εκδηλούμενος ως αγάπη και ευλάβεια, δύναται να κληθή ηθικός. ’ρα ο φυσικός φόβος διαφέρει του ηθικού φόβου κατά τα διεγείροντα αυτόν αίτια.
Ο φυσικός φόβος είνε πάντοτε αδιαβλήτων παθών, ως μια μόνην έχων αφορμήν το κίνδυνο της απώλειας της ζωής. Ο ηθικός φόβος δεν είνε πάντοτε αδιάβλητο· διότι είνε διπλούς ως προερχόμενος από διάφορα κατά το ποιόν ηθικά αίτια της αγάπης και του μίσους. Ως δε εναντιώτατα τα γεννώντα αυτόν αίτια, εναντιώτατοι και οι χαρακτήρες αυτών. Ο μεν φόβος ο εκ της αγάπης γεννώμενος είνε ιερός, αγνός και δίκαιος, και εκδηλούται ως ευαισθησία ψυχής υπέρ του αγαπωμένου προσώπου, ως μέριμνα, ως πρόνοια και ως περί αυτού φροντίς . Ο ιερός ούτος φόβος ορίζεται υπό του Θεοφυλάκτου ως επίτασις ευλαβείας λέγοντος «ὁ φόβος ( ὁ ἱερός ) ἐπίτασις ἐστιν εὐλαβείας ὥσπερ καί εὐλάβεια συνεσταλμένος φόβος»· και αύθις «φόβος ἐστίν αἰδώς καί εὐλάβεια καί ἐπιτεταμένη τιμή». Ο Οικουμένιος λέγει περί του φόβου τούτου τα εξής: «Φόβος τελειωτικός δέους μέν ἀπήλλακται, διό καί ἁγνός εἴρηται καί διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος»· και εν τη Αγία Γραφή η λέξη φόβος πολλάκις λαμβάνεται εν τη σημασία της αιδούς και ευλαβείας και δι ‘ αυτής εκφράζεται ο πόθος προς τελείαν επίγνωσιν και οικείωσιν του θείου. Ο φόβος ο εκ του μίσους είνε φόβος εναγής και εκδηλούται ως αποστροφή και απέχθεια προς τινα, ως αδιαφορία και εχθροπάθεια. Περί του φόβου τούτου ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Τό ἕτερον εἶδος τοῦ φόβου μετά μίσους γίνεται ᾧ δοῦλοι δεσπόταις κέχρηνται χαλεποῖς».
Ο ιερός φόβος είνε ο φόβος ο προς τον Θεόν, ο φόβος ο προς τους γονείς, ο φόβος ο προς τον σύζυγον και ο φόβος προς τους θείους και ανθρώπινους νόμους, και πηγάζει εκ της αγάπης.
Ο εναγής φόβος είνε φόβος κολάσεως. Αυτόν φονούνται οι παραβάται των θείων και ανθρωπίνων νόμων. Ούτος πηγάζει εκ του πονηρού συνειδότος . Η Εκκλησία συνιστά τοις εαυτής τέκνοις τον ιερόν, τον αγνόν και τον άγιον φόβον . Τούτο τον φόβο συνιστά και προς την ερχόμενην εις γάμου συζυγίαν, και υπό νέον ηθικόν νόμον τεθειμένην γυναίκα· ζητεί δε τούτο δια την ευτυχίαν αυτής της γυναικός.
Ο ιερός φόβος απαθής ων ουδέν επαπειλεί το δεινόν . Ο φόβος ούτος ως συναίσθημα ταυτίζεται τη αγάπη ευλάβειαν επί τη ψυχή εμποιών, ίνα μη δια την της αγάπης παρρησίαν εις καταφρόνησιν του ανδρός έλθη, ως λέγει πατήρ τις. Ο ηθικός αγνός φόβος είνε εν εκ των επτά χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος, ον η Αγία Γραφή ονομάζει φόβον Θεού. Εν τη Αγία Γραφή η δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται ως φόβος Θεού· «ἀνήρ δίκαιος φοβούμενος τόν Κύριον». Ο φόβος του Θεού είνε αρχή σοφίας. Ο θείος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει «Ἀρχή σοφίας φόβος Κυρίου οἷόν τι πρῶτον σπάργανον · καί σοφία τόν φόβον ὑπερβᾶσα καί εἰς ἀγάπην ἀναβιβάσασα Θεοῦ φίλους ἡμᾶς καί υἱούς ἀντιδούλων ἐργάζεται»· και ο Σειράχ λέγει «Στέφανος σοφίας φόβος Κυρίου ἀναθάλλων εἰρήνην και ὑγείαν ἱάσεως» ( κεφ. α΄ 15).
Τον φόβον του Θεού οι άγιοι πατέρες καλούσιν αγάπην προς τον Θεόν · «φόβος Θεοῦ ἀγάπην πρός αὐτόν ἐστιν · ἀγάπη δε σειρά τις, ἦς ἡ μέν τῶν ἀρχῶν ἐξαρτᾶται τῆς τοῦ ἀνθρώπου καρδίας, ἡ δε ἑτέρα ἅπτεται τῆς τοῦ Θεοῦ χειρός ἕλκοντος αὐτόν ἀεί πρός τόν αὐτοῦ φόβον». Και ο Μέγας Βασίλειος λέγει «σωτήριος ὁ φόβος καί Ἁγιασμοῦ ποιητικός ἐστι».
Ο ιερός ούτος φόβος εν τη Αγία Γραφή ταυτίζεται προς την ευλάβειαν και την αγάπην προς τινα . Ούτως εννόησαν και ερμήνευσαν οι ερμηνευταί και μεταφρασταί της Καινής Διαθήκης. Εν τη εν Οξωνίω εκδοθείση ελληνιστί μεταφράσει της Αγίας Γραφής ο εν κεφ. ε΄ 33 στιχ . της προς Εφεσίους επιστολής μετεφράσθη «Πλήν καί σεῖς οἱ καθ’ ἕνα, ἕκαστος τήν ἑαυτοῦ γυναίκα οὕτως ἄς ἀγαπᾷ ὡς ἑαυτόν · ἡ δε γυνή ἄς σέβηται τόν ἄνδρα». Εν τη λατινική μεταφράσει φέρεται ως εξής· «uxor autem videto, ut timeat virum». Το timeo ενταύθα, ως εξάγεται εκ της μεταφράσεως των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών, έχει την σημασία του ευλαβείσθαι . Εν τη γαλλική μεταφράσει των Παρισίων μεταφράζεται «que la femme respecte son mari». Εν τη ιταλική μεραφράσει «ed altresi la moglie riverisca il marito». Υπό ταύτην την έννοιαν τον στίχον τούτον άπασαι αι ευρωπαϊκαί γλώσσαι μετέφρασαν. Και εν τη αρχαία εβραϊκή γλώσση ο φόβος προς τον Θεόν ερμηνεύεται υπό των ερμηνευτών φόβος εκ σεβασμού, εξ ευλαβείας· ως ο εν τω Λευτικώ ιθ΄ 3 στιχ .: «θέλετε φοβεῖσθαι ἕκαστος τήν μητέρα αὐτοῦ καί τόν πατέρα αὐτοῦ» ερμηνεύεται, θέλετε σέβεσθαι και ευλαβείσθαι · καθώς και ο εν χωρίω Ιησού Ναυή δ΄ 14 στιχ . «καί ἐφοβοῦντο αὐτόν (τόν Ἰησοῦν Ναυῆ) καθώς ἐφοβοῦντο τόν Μωϋσῆν, πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ» ερμηνεύεται υπό των λεξικογράφων του εβραιοελληνικού λεξικού M . N . Ph . Sauder και M. I. Trenel «comme ils avaient respecté Moise». Υπό αυτήν την σημασίαν απαντά και εν άλλοις χωρίοις του εβραϊκού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Υπό ταύτη τη σημασία εχρήσατο τη λέξει και ο Απόστολος Παύλος, καθ’ ου επιτίθενται λίαν αδίκως αι κυρίαι, τας οποίας ούτος εις μεγάλην υψώνει περιωπήν. Ώστε τα αίτια των διαζυγίων ουχί εκ τούτου του φόβου του υπό του Παύλου διδασκομένου προέρχονται, αλλ’ αλλαχού δέον να ζητηθώσιν· ίσως ίσως εις την έλλειψιν του ιερού τούτου φόβου.

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΥ

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου

1. Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Παλαιᾶς Ρώμης, παρά τίς μικρές καί μή οὐσιαστικές διαφορές, εἶχαν πάντοτε κοινωνία μέ τούς Ἐπισκόπους τῆς Νέας Ρώμης καί τούς Ἐπισκόπους τῆς Ἀνατολῆς μέχρι τό 1009-1014, ὅταν γιά πρώτη φορά κατέλαβαν τόν θρόνο τῆς Παλαιᾶς Ρώμης οἱ Φράγκοι Ἐπίσκοποι. Μέχρι τό 1009 οἱ Πάπες τῆς Ρώμης καί οἱ Πατριάρχες τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦσαν ἑνωμένοι στόν κοινό ἀγώνα ἐναντίον τῶν Φράγκων Ἡγεμόνων καί Ἐπισκόπων, ἀλλά καί τῶν κατά καιρούς αἱρετικῶν.

2. Οἱ Φράγκοι στήν Σύνοδο τῆς Φραγκφούρτης τό 794 κατεδίκασαν τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τήν τιμητική προσκύνηση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἐπίσης τό 809 οἱ Φράγκοι εἰσήγαγαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τό Filioque, τήν διδασκαλία δηλαδή περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Αὐτήν τήν εἰσαγωγή κατεδίκασε τότε καί ὁ ὀρθόδοξος Πάπας τῆς Ρώμης. Στήν Σύνοδο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐπί Μεγάλου Φωτίου, στήν ὁποία συμμετεῖχαν καί ἐκπρόσωποι τοῦ ὀρθοδόξου Πάπα τῆς Ρώμης, κατεδίκασαν ὅσους εἶχαν καταδικάσει τίς ἀποφάσεις τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ὅσους προσέθεσαν στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τό Filioque. Ὅμως γιά πρώτη φορά ὁ Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ´ τό 1009 στήν ἐνθρονιστήρια ἐπιστολή του προσέθεσε στό Σύμβολο τῆς Πίστεως τό Filioque καί ὁ Πάπας Βενέδικτος Η´ εἰσήγαγε τό Πιστεύω μέ τό Filioque στήν λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε ὁ Πάπας διεγράφη ἀπό τά δίπτυχα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

3. Ἡ βασική διαφορά μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Παπισμοῦ βρίσκεται στήν διδασκαλία περί τῆς ἀκτίστου οὐσίας καί ἀκτίστου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ οἱ Ὀρθόδοξοι πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἄκτιστη οὐσία καί ἄκτιστη ἐνέργεια καί ὅτι ὁ Θεός ἔρχεται σέ κοινωνία μέ τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του, ἐν τούτοις οἱ Παπικοί πιστεύουν ὅτι στόν Θεό ἡ ἄκτιστη οὐσία ταυτίζεται μέ τήν ἄκτιστη ἐνέργειά Του (actus purus) καί ὅτι ὁ Θεός ἐπικοινωνεῖ μέ τήν κτίση καί τόν ἄνθρωπο διά τῶν κτιστῶν ἐνεργειῶν Του, δηλαδή ἰσχυρίζονται ὅτι στόν Θεό ὑπάρχουν καί κτιστές ἐνέργειες. Ὁπότε ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ διά τῆς ὁποίας ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος θεωρεῖται ὡς κτιστή ἐνέργεια. Ἀλλά ἔτσι δέν μπορεῖ νά ἁγιασθῆ.

Ἀπό αὐτήν τήν βασική διδασκαλία προέρχεται ἡ διδασκαλία περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τό καθαρτήριο πῦρ, τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα κ.λπ.

4. Ἐκτός ἀπό τήν θεμελιώδη διαφορά μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Παπισμοῦ στό θέμα τῆς οὐσίας καί ἐνεργείας στόν Θεό, ὑπάρχουν ἄλλες μεγάλες διαφορές, πού ἔγιναν κατά καιρούς ἀντικείμενα θεολογικῶν διαλόγων, ἤτοι:

– τό Filioque, ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί τόν Υἱό μέ ἀποτέλεσμα νά μειώνεται ἡ μοναρχία τοῦ Πατρός, νά καταργῆται ἡ τέλεια ἰσότητα τῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, νά μειώνεται ὁ Υἱός κατά τήν ἰδιότητά Του νά γεννᾶ, ἐάν ὑπάρχει ἑνότητα μεταξύ Πατρός καί Υἱοῦ, νά ὑποτιμᾶται τό Ἅγιον Πνεῦμα ὡς μή ἰσοδύναμο καί ὁμόδοξο μέ τά ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ παρουσιάζεται ὡσεί «πρόσωπο στεῖρο»,

– ἡ χρησιμοποίηση ἀζύμου ἄρτου στήν θεία Εὐχαριστία πού παραβαίνει τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ὁ Χριστός ἐτέλεσε τό Μυστικό Δεῖπνο,

– ὁ καθαγιασμός τῶν «τιμίων δώρων» πού γίνεται ὄχι μέ τήν ἐπίκληση, ἀλλά μέ τήν ἀπαγγελία τῶν ἱδρυτικῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ «λάβετε φάγετε… πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…»,

– ἡ θεωρία ὅτι ἡ σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ ἐξιλέωσε τήν θεία δικαιοσύνη, πού παρουσιάζει τόν Θεό Πατέρα ὡς φεουδάρχη καί παραθεωρεῖ τήν Ἀνάσταση,

– ἡ θεωρία περί τῆς «ἀξιομισθίας» τοῦ Χριστοῦ πού τήν διαχειρίζεται ὁ Πάπας καί ἡ «ὑπερπερισσεύουσα» χάρη τῶν ἁγίων,

– ὁ χωρισμός καί ἡ διάσπαση μεταξύ τῶν μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος καί θείας Εὐχαριστίας,

– ἡ διδασκαλία περί τῆς κληρονομήσεως τῆς ἐνοχῆς τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος,

– οἱ λειτουργικές καινοτομίες σέ ὅλα τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ἱερωσύνη, Ἐξομολόγηση, Γάμος, Εὐχέλαιον),

– ἡ μή μετάληψη τῶν λαϊκῶν ἀπό τό «Αἷμα» τοῦ Χριστοῦ,

– τό πρωτεῖο τοῦ Πάπα, κατά τό ὁποῖο ὁ Πάπας εἶναι «ὁ episcopus episcoporum καί ἡ πηγή τῆς ἱερατικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἡ ἀλάθητος κεφαλή καί ὁ Καθηγεμών τῆς Ἐκκλησίας, κυβερνῶν αὐτήν μοναρχικῶς ὡς τοποτηρητής τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς» (Ἰ. Καρμίρης). Μέ αὐτήν τήν ἔννοια ὁ Πάπας θεωρεῖ τόν ἑαυτό του διάδοχο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, στόν ὁποῖον ὑποτάσσονται οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, ἀκόμη καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος,

– ἡ μή ὕπαρξη συλλειτουργίας κατά τίς λατρευτικές πράξεις,

– τό ἀλάθητο τοῦ Πάπα,

– τό δόγμα τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου καί γενικά ἡ μαριολατρεία, κατά τήν ὁποία ἡ Παναγία ἀνυψώνεται στήν Τριαδική θεότητα καί μάλιστα γίνεται λόγος καί γιά Ἁγία Τετράδα,

– οἱ θεωρίες τῆς analogia entis καί analogia fidei πού ἐπικράτησαν στόν δυτικό χῶρο,

– ἡ συνεχής πρόοδος τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀνακάλυψη τῶν πτυχῶν τῆς ἀποκαλυπτικῆς ἀλήθειας,

– ἡ διδασκαλία περί τοῦ ἀπολύτου προορισμοῦ,

– ἡ ἄποψη περί τῆς ἑνιαίας μεθοδολογίας γιά τήν γνώση τοῦ Θεοῦ καί τῶν κτισμάτων, ἡ ὁποία ὁδήγησε στήν σύγκρουση μεταξύ θεολογίας καί ἐπιστήμης.

5. Ἐπίσης, ἡ μεγάλη διαφοροποίηση, ἡ ὁποία δείχνει τόν τρόπο τῆς θεολογίας βρίσκεται καί στήν διαφορά μεταξύ σχολαστικῆς καί ἡσυχαστικῆς θεολογίας. Στήν Δύση ἀναπτύχθηκε ὁ σχολαστικισμός, ὡς προσπάθεια διερεύνησης ὅλων τῶν μυστηρίων τῆς πίστεως μέ τήν λογική (Ἄνσελμος Καντερβουρίας, Θωμᾶς Ἀκινάτης), ἐνῶ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐπικρατεῖ ὁ ἡσυχασμός, δηλαδή ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς καί ὁ φωτισμός τοῦ νοῦ, γιά τήν ἀπόκτηση τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάλογος μεταξύ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί τοῦ σχολαστικοῦ καί οὐνίτη Βαρλαάμ εἶναι χαρακτηριστικός καί δείχνει τήν διαφορά.

6. Συνέπεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω εἶναι ὅτι στόν Παπισμό ἔχουμε ἀπόκλιση ἀπό τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία. Ἐνῶ στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στήν θέωση πού συνίσταται στήν κοινωνία μέ τόν Θεό, διά τῆς ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὁπότε οἱ θεούμενοι συνέρχονται σέ Οἰκουμενική Σύνοδο καί ὁριοθετοῦν ἀσφαλῶς τήν ἀποκαλυπτική ἀλήθεια σέ περιπτώσεις συγχύσεως, ἐν τούτοις στόν Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στόν θεσμό τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος Πάπας ὑπέρκειται ἀκόμη καί ἀπό αὐτές τίς Οἰκουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα μέ τήν λατινική θεολογία «ἡ αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει τότε μόνον ὅταν στηρίζεται καί ἐναρμονίζεται μέ τήν θέληση τοῦ Πάπα. Σέ ἀντίθετη περίπτωση ἐκμηδενίζεται». Οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι θεωροῦνται ὡς «συνέδρια τοῦ Χριστιανισμοῦ πού συγκαλοῦνται ὑπό τήν αὐθεντία καί τήν ἐξουσία καί τήν προεδρία τοῦ Πάπα». Ἀρκεῖ νά βγῆ ὁ Πάπας ἀπό τήν αἴθουσα τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁπότε αὐτή παύει νά ἔχη κῦρος. Ὁ Ἐπίσκοπος Μαρέ ἔγραψε: «θά ἦταν πιό ἀκριβεῖς οἱ ρωμαιοκαθολικοί ἄν ἐκφωνώντας τό «Πιστεύω» ἔλεγαν: «καί εἰς ἕναν Πάπαν» παρά νά λένε: «καί εἰς μίαν… Ἐκκλησίαν»».

Ἐπίσης, «ἡ σημασία καί ὁ ρόλος τῶν Ἐπισκόπων μέσα στήν ρωμαϊκή Ἐκκλησία δέν εἶναι παρά ἁπλή ἐκπροσώπηση τῆς παπικῆς ἐξουσίας, στήν ὁποία καί οἱ ἴδιοι οἱ Ἐπίσκοποι ὑποτάσσονται, ὅπως οἱ ἁπλοί πιστοί». Στήν παπική ἐκκλησιολογία οὐσιαστικά ὑποστηρίζεται ὅτι «ἡ ἀποστολική ἐξουσία ἐξέλιπε μέ τούς ἀποστόλους καί δέν μετεδόθη στούς διαδόχους τους ἐπισκόπους. Μονάχα ἡ παπική ἐξουσία τοῦ Πέτρου, ὑπό τήν ὁποίαν βρίσκονταν ὅλοι οἱ ἄλλοι, μετεδόθη στούς διαδόχους τοῦ Πέτρου, δηλαδή στούς Πάπες». Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική ὑποστηρίζεται ἀπό τήν παπική «Ἐκκλησία» ὅτι ὅλες οἱ Ἐκκλησίες τῆς Ἀνατολῆς εἶναι διϊστάμενες καί ἔχουν ἐλλείψεις καί κατά οἰκονομίαν μᾶς δέχονται σέ κοινωνία, καί βέβαια κατ’ οἰκονομίαν μᾶς δέχονται ὡς ἀδελφάς Ἐκκλησίας, ἐπειδή αὐτή αὐτοθεωρεῖται ὡς μητέρα Ἐκκλησία καί ἐμᾶς μᾶς θεωροῦν θυγατέρες Ἐκκλησίες.

7. Τό Βατικανό εἶναι κράτος καί ὁ ἑκάστοτε Πάπας εἶναι ὁ ἡγέτης τοῦ Κράτους τοῦ Βατικανοῦ. Πρόκειται γιά μιά ἀνθρωποκεντρική ὀργάνωση, γιά μιά ἐκκοσμίκευση καί μάλιστα θεσμοποιημένη ἐκκοσμίκευση. Τό Κράτος τοῦ Βατικανοῦ ἱδρύθηκε τό 755 ἀπό τόν Πιπίνο τόν Βραχύ, πατέρα τοῦ Καρλομάγνου καί στήν ἐποχή μας ἀναγνωρίσθηκε τό 1929 ἀπό τό Μουσολίνι. Εἶναι σημαντική ἡ αἰτιολογία τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Παπικοῦ Κράτους, ὅπως τό ὑποστήριξε ὁ Πῖος ΙΑ´: «ὁ ἐπί τῆς γῆς ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ δέν δύναται νά εἶναι ὑπήκοος ἐπιγείου κράτους». Ὁ Χριστός ἦταν ὑπήκοος ἐπιγείου κράτους, ὁ Πάπας δέν μπορεῖ νά εἶναι! Ἡ παπική ἐξουσία συνιστᾶ θεοκρατία, ἀφοῦ ἡ θεοκρατία ὁρίζεται ὡς ταύτιση κοσμικῆς καί ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας σέ ἕνα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη εἶναι τό Βατικανό καί τό Ἰράν.

Εἶναι χαρακτηριστικά τά ὅσα ὑποστήριξε στόν ἐνθρονιστήριο λόγο του ὁ Πάπας Ἰννοκέντιος Γ´ (1198-1216): «Αὐτός πού ἔχει τή νύμφη εἶναι ὁ νυμφίος. Ἀλλά ἡ νύμφη αὐτή (ἡ Ἐκκλησία) δέ συνεζεύχθη μέ κενά τά χέρια, ἀλλά πρόσφερε σέ μένα ἀσύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. τήν πληρότητα τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν καί τῶν εὐρύτητα τῶν κοσμικῶν, τό μεγαλεῖο καί τήν ἀφθονία ἀμφοτέρων… Σά σύμβολα τῶν κοσμικῶν ἀγαθῶν μοῦ ἔδωσε τό Στέμμα, τή Μίτρα ὑπέρ τῆς Ἱερωσύνης, τό Στέμμα γιά τή βασιλεία καί μέ κατέστησε ἀντιπρόσωπο Ἐκείνου, στό ἔνδυμα καί στό μηρό τοῦ ὁποίου γράφτηκε: ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλέων καί Κύριος τῶν κυρίων».

Ἑπομένως, ὑπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οἱ ὁποῖες καταδικάσθηκαν ἀπό τήν Σύνοδο ἐπί Μεγάλου Φωτίου καί στήν Σύνοδο ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως φαίνεται καί στό «Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας». Ἐπί πλέον καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί οἱ Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τόν 19ο αἰώνα καταδίκαζαν ὅλες τίς πλάνες τοῦ Παπισμοῦ. Τό πράγμα δέν θεραπεύεται οὔτε βελτιώνεται ἀπό κάποια τυπική συγγνώμη πού θά δώση ὁ Πάπας γιά ἕνα ἱστορικό λάθος, ὅταν οἱ θεολογικές ἀπόψεις του εἶναι ἐκτός τῆς Ἀποκαλύψεως καί ἡ Ἐκκλησιολογία κινεῖται σέ ἐσφαλμένο δρόμο, ἀφοῦ μάλιστα ὁ Πάπας παρουσιάζεται ὡς ἡγέτης τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καί βικάριος – ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ πάνω στήν γῆ, ὡσάν ὁ Χριστός νά ἔδωσε τήν ἐξουσία του στόν Πάπα καί Ἐκεῖνος ἀναπαύεται εὐδαίμων στούς Οὐρανούς.

Μάρτιος 2001

Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων- Εισαγωγή στην ασκητική παράδοση

Jean-Claude Larchet
τομ . Α΄ εκδ . Αποστολική Διακονία,
Αθήνα 2008, μτφ . Χ. Κούλας, σελ. 7-17

Η θέωση του ανθρώπου είναι ο σκοπός του Χριστιανισμού. «Αὐτός (=ο Θεός) γάρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»: μ’ αυτή τη διατύπωση, οι Πατέρες (1) ανακεφαλαίωσαν το νόημα της Σαρκώσεως του Λόγου, πολλές φορές ανά τους αιώνες.
Ενώνοντας στο θεϊκό Του πρόσωπο τη θεία φύση με την ανθρώπινη φύση, ασυγχύτως και αχωρίστως , ο Χριστός επανέφερε στην αρχέγονη κατάσταση την ανθρώπινη φύση, εμφανιζόμενος, κατ’ αυτό τον τρόπο, ως ο Νέος Αδάμ. Επιπλέον, οδήγησε τη φύση του ανθρώπου στην τελείωση, για την οποία προορίζεται: την τέλεια ομοίωση προς το Θεό, την κοινωνία με τη θεία φύση (Β’ Πέτρ . 1,4). Μέσα στην Εκκλησία, το σώμα του Χριστού, έχει δοθεί σε κάθε άνθρωπο, που θα ενωθεί μαζί Του δια του Αγίου Πνεύματος, η δωρεά να γίνει θεός κατά χάρη.
Η Οικονομία της Αγίας Τριάδος έχει σκοπό τη θέωση του ανθρώπου και δια του θεούμενου ανθρώπου την ένωση όλων των δημιουργημάτων με το Θεό (2) . Η αγιοτριαδική Οικονομία, το καθεαυτό λυτρωτικό έργο του Χριστού, που συνίσταται ειδικότερα από το πάθος Του, το θάνατο Του και την Ανάσταση Του, αποτελεί την κρίσιμη στιγμή της σωτηρίας μας: με τη θεία Οικονομία ο Θεάνθρωπος απελευθέρωσε τη φύση του ανθρώπου από την τυραννία του διαβόλου και των δαιμόνων, εξαφάνισε τη δύναμη της αμαρτίας και νίκησε το θάνατο. Κατάργησε έτσι όλους τους φραγμούς που, μετά το προπατορικό αμάρτημα, χώριζαν τον άνθρωπο από το Θεό και τον εμπόδιζαν να ενωθεί ολοκληρωτικά μαζί Του.
Ο Βλαδίμηρος Λόσκυ (3) έχει επισημάνει ότι η θεολογική σκέψη της Δύσης ερμήνευσε το απολυτρωτικό και σωτηριώδες έργο του Χριστού με όρους καθαρά δικανικούς.
Η κατανόηση της απολύτρωσης με όρους εξαγοράς βρίσκει πράγματι τη θεμελίωση της στην Αγία Γραφή, και ειδικότερα στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Εντούτοις αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να λησμονούμε ότι, όπως παρατηρεί σχετικά ο Βλαδίμηρος Λόσκυ , «γενικά και στους Πατέρες και στη Γραφή συναντάμε πολλές εικόνες, που εκφράζουν το μυστήριο της σωτηρίας μας δια του Χριστού. Στο Ευαγγέλιο για παράδειγμα ο καλός Ποιμήν είναι μια εικόνα του έργου του Χριστού από την βουκολική ζωή. Ο ισχυρός άνθρωπος νικημένος από κάποιον άλλο ισχυρότερο, ο οποίος του αφαρπάζει τον οπλισμό και εξαφανίζει την κυριαρχία του, είναι μια πολεμική εικόνα, που επαναλαμβάνεται συχνά από τους Πατέρες και συναντάται στη θεία Λειτουργία: ο Χριστός νικητής του Διαβόλου, συντρίβει τις πύλες της κολάσεως και κάνει το Σταυρό λάβαρο Του. Μια άλλη εικόνα, από την ιατρική επιστήμη τούτη τη φορά, είναι αυτή της ασθενούς φύσης, που θεραπεύεται με το αντίδοτο της σωτηρίας. Θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «διπλωματική» η εικόνα του θεϊκού τεχνάσματος [ Σ.τ.μ. *: αναφέρεται στη θεία κένωση, που εκλήφθηκε από το διάβολο ως αδυναμία του Χριστού], που ματαίωσε το πανούργο σχέδιο του δαίμονα κ.λπ.» (4) . Τέλος, «η εικόνα, που χρησιμοποιείται συχνότερα από τον Απόστολο Παύλο αντλείται από την Παλαιά Διαθήκη και είναι δάνειο από το πεδίο των δικανικών σχέσεων», αλλά «έχει ληφθεί με ειδική έννοια: η λύτρωση είναι μια δικανική εικόνα του έργου του Χριστού, παράλληλα με πολλές άλλες πιθανές εικόνες». «Η χρήση της λέξης λύτρωσης […], με το περιεχόμενο μιας έννοιας γένους, δηλώνει το σωτηριώδες έργο του Χριστού σε όλο του το πλάτος• δε θα πρέπει να λησμονούμε ό τι η συγκεκριμένη δικανική έκφραση έχει μεταφορικό χαρακτήρα: ο Χριστός είναι λυτρωτής στον ίδιο βαθμό που είναι πολεμιστής -θριαμβευτής επί του θανάτου, τέλειος θύτης κ.λπ.» (5). Η αποκλειστική χρήση της εικόνας της εξαγοράς και η σε πολύ στενή έννοια κατανόηση της φανερώνουν αμέσως τις ανεπάρκειες της εικόνας και καταλήγουν επιπλέον σε θεολογικές ανακολουθίες, όπως άλλωστε έχει υπογραμμίσει ιδιαίτερα και ο ’γιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (6) .
Ένας από τους σκοπούς του παρόντος έργου είναι να καταδείξει όλη τη σημασία, που αποκτά η «εικόνα του ιατρού», όπως την ονομάζει ο Βλαδίμηρος Λόσκυ , στην ορθόδοξη Παράδοση. Θα δείξουμε ότι η συγκεκριμένη εικόνα συνιστά έναν ιδιαίτερα επαρκή τρόπο αναπαράστασης της σωτηρίας μας και ότι η αξία της είναι τουλάχιστον ισοδύναμη με αυτήν της εικόνας της εξαγοράς, καθώς: α) αυτό έχουν πράξει, όπως θα δούμε, και οι Πατέρες της Εκκλησίας, που χρησιμοποιούν την «εικόνα του ιατρού» πολύ συχνά στις διδαχές τους, β) την ίδια εικόνα συναντάμε πάλι σχεδόν στο σύνολο των εν χρήσει λειτουργικών κειμένων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και στις Ακολουθίες των περισσοτέρων μυστηρίων, γ) οι περισσότερες Σύνοδοι την έχουν κατακυρώσει στους Ιερούς Κανόνες τους και, δ) συνοπτικά, η εικόνα αυτή έχει γίνει αποδεκτή από όλη την Παράδοση.
Για τη συγκεκριμένη εικόνα, η υπάρχουσα αγιογραφική θεμελίωση είναι ιδιαίτερα ισχυρή. Ο Λυτρωτής και ο Σωτήρας ταυτίζονται. Εάν έχουμε εξαγοραστεί, έχουμε επίσης σωθεί. Λησμονούμε λοιπόν πολλές φορές, ότι το ρήμα σώζω, το οποίο συχνά χρησιμοποιείται στην Καινή Διαθήκη, σημαίνει όχι μόνο «απαλλάσσω» ή «απομακρύνω από τον κίνδυνο», αλλ’ επίσης «θεραπεύω». Αντίστοιχα, η λέξη σωτηρία δηλώνει όχι μόνο την απαλλαγή, αλλά και τη θεραπεία (7). Αυτό το ίδιο το όνομα του Χριστού, «Ιησούς», σημαίνει «ο Θεός σώζει» (πρβλ. Ματθ . 1,21) ή ισοδύναμα «θεραπεύει». Ο ίδιος ο Χριστός αυτοαποκαλύπτεται άμεσα ως ιατρός (πρβλ. Ματθ . 8,16-17- 9,12. Μάρκ . 2,17. Λουκ . 4,18.23). Είναι εξάλλου όπως Αυτός, που οι Προφήτες συχνά αναγγέλλουν (πρβλ. Ησ . 53,5.Ψαλμ. 102,3) και οι Ευαγγελιστές χαρακτηρίζουν (πρβλ. Ματθ . 8, 16-17). Επιπλέον, η ευαγγελική παραβολή του Καλού Σαμαρείτη καθεαυτή, δικαίως, μπορεί να θεωρηθεί ως η εμφάνιση του Χριστού-Ιατρού (8) . Τέλος, πάρα πολλοί από τους συγχρόνους του πορεύτηκαν προς αυτόν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, σαν να επισκέπτονταν έναν ιατρό (9) .
Οι Πατέρες σχεδόν ομόγνωμα και από τον πρώτο αιώνα, του απέδωσαν το προσωνύμιο Ιατρός, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής, και προσέθεταν συχνά τα επίθετα «μεγάλος», «επουράνιος», «ύψιστος», προσδιορίζοντας ακόμη ακριβέστερα ανάλογα με τα συμφραζόμενα: «των σωμάτων», «των ψυχών», πιο συχνά «των ψυχών και των σωμάτων». Με την τελευταία αυτή φράση υπογράμμιζαν ότι ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να θεραπεύσει τον όλο άνθρωπο. Αυτή η προσφώνηση σημαίνεται συμβολικά ακριβώς στο κέντρο της Λειτουργίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και στις περισσότερες από τις εκφράσεις των μυστηρίων. Σταθερά τη συναντάμε σε όλες σχεδόν τις ακολουθίες της Θείας Λατρείας στην Ορθόδοξη Εκκλησία και σε πολλές προσευχές.
Ο Χριστός εμφανίζεται ως ιατρός και η σωτηρία, που Αυτός κομίζει ως θεραπεία, καθώς η ανθρώπινη φύση ασθενε ί . Οι Πατέρες και όλη η Παράδοση παρατηρούν την υγεία [ Σ.τ.μ .: ισοδύναμοι όροι ως προς την κατανόηση: αγαθότητα, αγιότητα, καθαρότητα, αναμαρτησία] της ανθρώπινης φύσης στην αρχέγονη αδαμιαία κατάσταση. Βλέπουν όμως και ένα πολύμορφο νόσημα, που προσβάλλει όλο το είναι του ανθρώπου στην κατάσταση της αμαρτίας, και που χαρακτηρίζει την « πεπτωκυία » (πεσμένη) ανθρώπινη φύση μετά από το προπατορικό αμάρτημα. Η σύλληψη της ανθρώπινης φύσης, που νοσεί λόγω του αμαρτήματος, θεμελιώνεται αγιογραφικά ( Μιχ . 7,2, Ησ . 1,6. Ιερ . 8,22• 28,9. Ψαλμ . 13,7• 143,5), και οι Πατέρες δεν παρέλειψαν να επωφεληθούν από το στοιχείο αυτό. Μετά από τους Προφήτες λοιπόν, οι Πατέρες υπενθυμίζουν την αδυναμία των ανθρώπων της Παλαιάς Διαθήκης ν’ ανακαλύψουν ένα φάρμακο για τις τόσο σοβαρές ασθένειες τους, καθώς και τις εκκλήσεις τους προς το Θεό πολλές φορές ανά γενεά. Τέλος, παρουσιάζουν την ευνοϊκή ανταπόκριση του Θεού, η οποία συνίσταται στη Σάρκωση του Λόγου. Ο Λόγος μόνος, -ακριβώς επειδή είναι Θεός-, μπόρεσε να επιτελέσει πλήρως τη θεραπεία, που ανέμεναν οι άνθρωποι.
Για το λόγο αυτό, το σωτηριώδες έργο του Θεανθρώπου στις διάφορες στιγμές του εμφανίζεται ως η διαδικασία α) της θεραπείας της όλης ανθρώπινης φύσης, την οποία αυτός προσέλαβε, στο Πρόσωπο Του β) της επιστροφής της στην κατάσταση της πνευματικής υγείας, που είχε γνωρίσει πριν από την πτώση. Ο Χριστός οδηγεί επιπλέον στην τελειότητα της θέωσης την κατ’ αυτό τον τρόπο ανακαινισμένη ανθρώπινη φύση.
Η σωτηρία/ ίαση της όλης ανθρώπινης φύσης και η θέωσή της πραγματώθηκαν στο Πρόσωπο του σαρκωθέντος Θεού Λόγου και δωρίζονται από το ’γιο Πνεύμα σε κάθε βαπτιζόμενο , ο όποιος μέσα στην Εκκλησία ενώνεται με το Χριστ ό . Εν τούτοις και η σωτηρία και η θέωση συνιστούν για το βαπτιζόμενο μόνο δυνατότητες: οφείλει να αφομοιώσει τη δωρεά σε όλο του το είναι. Εδώ έγκειται ο ρόλος της πνευματικής ζωής, της άσκησης.
Η άσκηση στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει τη στενή έννοια, που συχνά της αποδίδεται στη Δύση, αλλά υποδηλώνει τα όσα ο κάθε χριστιανός οφείλει να πράττει, για να επωφεληθεί αποτελεσματικά από τη σωτηρία, που προσφέρεται δια του Χριστού. Στη μεγάλη Παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας το έργο της σωτηρίας εμφανίζεται ως η συνεργία της θείας χάρης, -που δωρίζεται δια του Αγίου Πνεύματος-, και του προσωπικού αγώνα, τον οποίο κάθε βαπτιζόμενος οφείλει να αναλάβει, για να κοινωνήσει της χάρης αυτής και να την οικειωθεί. Και ο αγώνας είναι ισόβιος, διαρκής και συντελείται μέσα απ’ όλες τις πράξεις της ύπαρξης. Εξ άλλου η λέξη άσκηση σημαίνει: «γύμναση», «προπόνηση», «εξάσκηση», «τρόπος ζωής». Οι αντίστοιχες λέξεις της ρωσικής γλώσσας: podvig , podvijnitchestvo παράγοντα από το σλαβονικό ρήμα: pod – dvizatsia που σημαίνει: «κινούμαι προς τον προηγούμενο», «προηγούμαι, προπορεύομαι» και μεταφέρουν μια εξόχως δυναμική σύλληψη της πνευματικής ζωής. Επί πλέον οι λέξεις αυτές φανερώνουν ότι η άσκηση κατανοείται ω διαδικασία αύξησης: α) με τη βαθμιαία ενέργεια της χάρης, που λαμβάνεται μέσα από τα Μυστήρια και ιδιαίτερα από το Βάπτισμα, και β) με τη σταδιακή αφομοίωση της χάρης του Αγίου Πνεύματος, που ενσωματώνει πραγματικά τον βαπτισμένο στο θανόντα και αναστάντα Χριστό. Μ’ αυτό τον τρόπο η άσκηση επιτρέπει στο βαπτισμένο να οικειωθεί προσωπικά την ανθρώπινη φύση την ανακαινισμένη και θεωμένη στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.
Να λοιπόν, πως η θεανθρώπινη άσκηση δίνει τη δυνατότητα στο χριστιανό, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, να πεθαίνει, ν’ ανασταίνεται και να δοξάζεται με το Χριστό, να παύει να είναι πεπτωκώς και να γίνεται «καινός άνθρωπος». Να απεκδύεται τον «παλαιό άνθρωπο» και να «ενδύεται το Χριστό». Να καθιστά πραγματικότητα αυτό, που το βάπτισμα έχει πραγματοποιήσει ως δυνατότητα στο χριστιανό: την αναστοιχείωση και μεταβολή της πεπτωκυίας φύσης από την ανακαινισμένη και θεωμένη εν Χριστώ φύση.
Η Παράδοση κατανόησε τη σωτηρία, που πραγματώθηκε από το Χριστό ως θεραπεία της νοσούσας ανθρώπινης φύσης, και αποκατάσταση αυτής στην αρχέγονη υγεία της. Αντίστοιχα είναι λογικό η άσκηση, με την οποία ο άνθρωπος οικειώνεται τη Χάρη, να θεωρηθεί από την Παράδοση, εξίσου, ως μια διαδικασία θεραπείας και επιστροφής του στην κατάσταση της υγείας.
Η μελέτη των Πατέρων, μας έδωσε το έναυσμα να διαπιστώσουμε ότι, συχνότατα και χωρίς εξαίρεση, ανατρέχουν σε ιατρικές έννοιες για να περιγράψουν τα διάφορα χαρακτηριστικά της άσκησης. Αυτό συμβαίνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φαίνεται ότι η άσκηση μπορεί να παρουσιάζεται ως ένα τέλεια επεξεργασμένο σύστημα θεραπευτικής. Εξάλλου, η άσκηση ορίζεται, στον ίδιο βαθμό με την ιατρική, ως τέχνη με την αρχαία έννοια της «τεχνικής», και επιπλέον συμφωνά με την κλασική φράση ως «τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών». Η πατερική διδασκαλία παρουσιάζει εξίσου την άσκηση χρησιμοποιώντας τις έννοιες του αγώνα και της άθλησης (οι όροι αυτοί έχουν την παραπάνω σημασία, εκτός από τη σημασία «προσπάθεια» και «προπόνηση» και εμφανίζονται συχνά ως ισοδύναμοι κατ’ έννοια του όρου «άσκηση»). Μπορούμε να παρατηρήσουμε, χωρίς να επιθυμούμε να επιστρέψουμε από τις τελευταίες έννοιες [άθληση και αγώνας] στις αρχικές [άσκηση και ιατρική], ότι είναι μεταξύ τους συμπληρωματικές: η ιατρική θέτει ως στόχο να επιτίθεται στις αιτίες των νοσημάτων, να αγωνίζεται κ ατά των ασθενειών και να τις νικά, με την διαμόρφωση και εφαρμογή μιας στρατηγικής και τη χρήση ενός οπλοστασίου θεραπευτικών μεθόδων κ.λπ.
Συχνά, ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές θεωρούν την έκφραση των χαρακτηριστικών της σωτηρίας του άνθρωπου με τη χρήση όρων από τη θεραπευτική και την ίαση, ως μια απλή εικόνα. Αυτό πράγματι ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις όμως, αναφερόμαστε σ’ ένα σύμβολο, το οποίο θεμελιώνεται στη φυσική αναλογία, πού υπάρχει αφενός μεν των σωματικών ή ψυχικών ασθενειών αφετέρου δε των πνευματικών ασθενειών. Έχουμε την πρόθεση να δείξουμε ότι οι χρησιμοποιούμενες ιατρικές έννοιες εφαρμόζονται άμεσα στο αντικείμενο τους, [τον άνθρωπο], και αποδεικνύονται εντελώς κατάλληλες για την ίδια του τη φύση: η πεπτωκυία ανθρώπινη φύση είναι, πράγματι, πνευματικά ασθενής, και η μυστηριακή ζωή και η άσκηση αποτελούν αληθινά τη θεραπεία της. Θεραπεία, που πραγματοποιείται εν Χριστώ δια του Αγίου Πνεύματος.
Υπάρχουν ορισμένες δυσκολίες για να αποδεχθεί κάποιος το γεγονός αυτό: ο πεπτωκώς άνθρωπος, δεν έχει συνείδηση της πνευματικής του κατάστασης, αυτόνομα οι ασθένειες του, επειδή είναι πνευματικές, δεν είναι τόσο εμφανείς όσο οι σωματικές ή, ακόμη, και οι ψυχικές ασθένειες. Σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο, το σύμβολο [ Σ.τ.μ .: με τη χρήση όρων από τη θεραπευτική και την ίαση, για να εκφραστεί η σωτηρία του ανθρώπου] καλείται να διαδραματίσει ένα ρόλο πολύ σημαντικό.
Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να δείξει ότι η ορθόδοξη Ασκητική περιγράφει λεπτομερέστατα τη νοσούσα κατάσταση του πεπτωκότος ανθρώπου. Η περιγραφή αυτή, στο πνευματικό επίπεδο που τοποθετείται, συνιστά μια πραγματική σημειολογία, και μάλιστα αποτελεί μια αυθεντική παθολογία λόγω του συστηματικού και συγκροτημένου χαρακτήρα της. Αυτό εμφανίζεται, ειδικότερα, στην κατάταξη και την περιγραφή των παθών (δηλαδή της φύσης, των αιτίων και των αποτελεσμάτων τους), τα οποία οι Πατέρες δηλώνουν επίμονα και ρητά ως «πνευματικές νόσους».
Μια τέτοια νοσολογία είναι απαραίτητη για να οδηγήσει έμπρακτα στη θεραπευτική και την ίαση, οι οποίες αποτελούν τους στόχους της άσκησης. Έχουμε πρόθεση να δείξουμε, με τον ίδιο συστηματικό και μεθοδικό τρόπο, ότι η ορθόδοξη Ασκητική παρουσιάζει συγκεκριμένη θεραπευτική, γεγονός που κάνει την Ασκητική να εμφανίζεται ως αληθινή πνευματική ιατρική του όλου ανθρώπου. Θα διαπιστώσουμε άλλωστε ότι, όσοι παραδίδουν εαυτούς στην άσκηση χαρακτηρίζονται, συνήθως, στα πατερικά κείμενα ως θεραπευτές: θεραπευτές των ιδίων κατ’ αρχάς. Ύστερα, καθώς προχωρούν στο δρόμο της άσκησης και αποτελούν επαρκείς εμπειρίες, γίνονται θεραπευτές εκείνων, οι οποίοι έρχονται να τους ζητήσουν βοήθεια για να ιαθούν από τις δικές τους ασθένειες: να γιατί στα πατερικά κείμενα οι πνευματικοί Πατέρες γενικά αποκαλούνται «ιατροί».
Ο ορισμός της πνευματικής θεραπευτικής προϋποθέτει την ακριβή γνώση των νόσων και των αιτίων τους. Εντούτοις, αυτή η ίδια η γνώση απαιτεί να έχει κάποιος κατανοήσει σαφώς το περιεχόμενο του όρου «υγεία», καθώς η έννοια «ασθένεια» αποκτά το νόημα της σε αναφορά προς την υγεία. Η θεραπευτική, είτε αποβλέπει στην ανάκτηση είτε στην απόκτηση της υγείας, προϋποθέτει ότι η υγεία είναι σαφώς ορισμένη και στις δύο περιπτώσεις. Για το λόγο αυτό θα ξεκινήσουμε παρουσιάζοντας την πατερική θεώρηση περί την υγεία του ανθρώπου η οποία και θα μας οδηγήσει σ’ όλη μας τη μελέτη.
Κατά την ορθόδοξη ανθρωπολογία, η έννοια της υγείας του ανθρώπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την υγεία της ανθρώπινης φύσης του πρώτου Αδάμ, μάλιστα, πριν η φύση αυτή οδηγηθεί από τον Αδάμ, με τη συνεργασία της ελεύθερης βούλησής του και της θείας χάρης, στην τελείωσή της, στη θέωση . Επομένως, κατά μια έννοια η ανθρώπινη φύση ξαναβρίσκεται στις διαφορετικές συνιστώσες της: είναι φυσικά προσανατολισμένη προς το Θεό και έχει ως προορισμό της να βρει σ’ Αυτόν το πλήρωμα της. Θα δείξουμε με ποιόν τρόπο, σύμφωνα με την ορθόδοξη ασκητική ανθρωπολογία, ο άνθρωπος είναι υγιής, όταν πραγματοποιεί τον προορισμό του και οι δυνάμεις του λειτουργούν σύμφωνα μ’ αυτό το σκοπό . Θα δείξουμε πως η αμαρτία, – κατανοούμενη ως αποκοπή του ανθρώπου από την κοινωνία του με το Θεό-, εκτρέποντας τον άνθρωπο από το βασικό στόχο του, εγκαθιστά σ’ αυτόν μια πολύμορφη νόσο, η οποία χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα, από την πονηρή, διεστραμμένη, παρά φύση, χρήση όλων των δυνάμεων του. Θα δούμε κατόπιν πως η θεανθρώπινη άσκηση, με την οποία ο άνθρωπος μεταβάλλεται οντολογικά, συνιστά αληθινή θεραπευτική, καθόσον του επιτρέπει να απογραφεί την παθολογική, παρά φύση κατάσταση και να επανακτήσει την υγεία της αρχέγονης φύσης του, επιστρέφοντας προς το Θεό.
________________________________________
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Για παράδειγμα: ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΛΥΩΝ, Κατά αἱρέσεων , 5, Πρόλογος. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά Ἀρειανῶν λόγος, 1, Ρ G 26, 53 Β . ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖ I ΑΝΖΗΝΟΣ, Ἐπη δογματικά, 10, Ρ G 37, 465. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, παρά ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΥ. Λόγος, 43, 48. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος κατηχητικός, 25. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Εἷς ὁ Χριστός, SC 97, σ. 328.
2. Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα στο έργο του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού . Βλέπε τη μελέτη μας : La divinization de l’homme selon Saint Maxime le Confesseur, Paris 1996, σ . 83-123. Για το ίδιο θέμα κατά τους προηγηθέντες, του Αγίου Μαξίμου, Πατέρες και Συγγραφείς, βλέπε στο ίδιο , σ. 20-59.
3. VL . LOSSKY, A l’image et à la resemblance de Dieu, Paris, 1967, p. 95-108. [ΒΛ. ΛΟΣΚΥ, Κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ , Θεσσαλονίκη, 1974, σ.89-102].
* Όπου Σ.τ.μ .: Σημείωμα του μεταφραστή.
4. Πρβλ. ΒΛ. ΛΟΣΚΥ. Κατ’ εἰκόνα , σ. 91-92.
5. Πρβλ. ΒΛ. ΛΟΣΚΥ, Κατ’εἰκόνα , σ. 92.
6. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ, Λόγος 45, 22.
7. Παρατηρούμε ότι η διπλή έννοια απαντάται επίσης στην κοπτική. Σ’ ό,τι αφορά τις σημερινές γλώσσες, στην ιταλική η λέξη « la salute » δηλώνει συγχρόνως και τη «σωτηρία» και την «υγεία».
8. Πρβλ. ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Λουκάς- ὁμιλία , 34. ΩΡΙΓΕΝΗΣ, Ίωάννης – ἐξηγητικά , 20, 28.
9. Πρβλ . Α . ΗΑ R ΝΑ C Κ , Μ edicinisches aus der ältesten Kirchengeschichte, TU VIII, Leipzing 1892, σ . 37-147.

Η Ιερωσύνη των γυναικών ως θεολογικό και οικουμενικό πρόβλημα

Νικολάου Ματσούκα,
Ορθόδοξη Θεολογία και Οικουμενικός Διάλογος,
εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2005, σελ. 122-127

Στις τελευταίες δεκαετίες πάμπολλα έχουν ειπωθεί και γραφτεί για την ιερωσύνη των γυναικών. Στις δικές μου δαψιλείς ενασχολήσεις με το ενδιαφέρον αυτό θέμα ξεχωρίζω την εποπτεία που είχα στην εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής του συναδέλφου Κωνσταντίνου Γιοκαρίνη με τίτλο: Η Ιερωσύνη των γυναικών στο πλαίσιο της οικουμενικής κίνησης. Αυτή η ογκώδης, εξαίρετη και άκρως περιεκτική διατριβή, που εκδόθηκε το 1995 από τις εκδόσεις Επέκταση, διαφωτίζει πολύ ικανοποιητικά το πρόβλημα με φιλολογική, ιστορική, κοινωνική και προπαντός άλλου θεολογική θεώρηση. Έξαλλου εν έτει σωτηρίω 1988, από 30 Οκτωβρίου ως 7 Νοεμβρίου ειδικό Διορθόδοξο Συνέδριο στη Ρόδο ασχολήθηκε ευρύτατα με το θέμα της χειροτονίας των γυναικών. Μολονότι η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου μου είχε κάνει την υψίστη τιμή να με καλέσει να παραστώ ως ειδικός σύμβουλος, ατυχώς για προσωπικούς λόγους δεν μπόρεσα να συμμετάσχω. Ωστόσο φρόντισα να μελετήσω τις θέσεις και τα πορίσματα του συνεδρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση δε θα ήθελα να αναπτύξω εξονυχιστικά και περαιτέρω τις πολλές πτυχές του θέματος, που ήδη έχουν εξετάσει πλείστοι όσοι θεολόγοι με γνώση και σοφία. Απλώς επιθυμώ να εξάρω μερικά σημεία, που ενδεχομένως αναδεικνύουν περισσότερο, κατά την άποψη μου, κάποιες ουσιαστικές πλευρές του θέματος έτσι ώστε να αποτελούν προτάσεις για έναν οικουμενικό διάλογο.

1. Στα σχολαστικά εγχειρίδια της Δογματικής Θεολογίας λέγεται ότι η ιερωσύνη είναι ένα από τα επτά μυστήρια. Αυτή η αρίθμηση προέρχεται από τους σχολαστικούς της Δύσης με πρωτοστάτη το Θωμά Ακινάτη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μετά το 14ο αιώνα ανεπαισθήτως επέτρεψε να κυκλοφορεί αυτή η αντίληψη, την οποία πολύ αργότερα επέβαλε κυρίως η ακαδημαϊκή θεολογία. Οι μεστότερες θεολογικές αναλύσεις περί των μυστηρίων βρίσκονται σε δύο έργα του Νικολάου Καβάσιλα: Περί της εν Χριστο ζωής καί ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας. Αυτονοήτως μήτε υπαινιγμός υφίσταται σ’ αυτά για κάποια τυχόν αρίθμηση των μυστηριακών τελετών. Απεναντίας, ο Καβάσιλας τονίζει με έμφαση ότι ολάκερο το σώμα της Εκκλησίας σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις. Με άλλα λόγια, η ίδια η Εκκλησία ως σώμα, στη σύναξη της, είναι μυστηριακή ζωή, ως μετέχουσα στη δόξα της Θείας Βασιλείας. Κανένα μυστήριο δεν μπορεί να αυτονομηθεί αφού τα μυστήρια είναι μέλη και όχι μέρη του εκκλησιαστικού σώματος. Έτσι ο Καβάσιλας α) χρησιμοποιώντας άριστες εικονικές παραστάσεις μας λέγει ότι τα μυστήρια είναι σαν τα μέλη της καρδιάς, σαν τα κλαδιά ενός δέντρου και σαν τα κλήματα της κληματαριάς και β) υιοθετώντας τη γλώσσα μιας φυσιολογίας μας λέγει ότι το βάπτισμα είναι γέννηση , το μύρον είναι κίνηση και η ευχαριστία είναι τροφή. Δεν μπορεί κανείς να κινηθεί ή να τραφεί αν προηγουμένως δεν γεννηθεί !
Επομένως, αρίθμηση των μυστηρίων σε κλειστό αριθμό μπορεί να σημαίνει απομόνωση η αυτονόμηση των μυστηριακών τελετών, που απλώς να παίρνουν κάποιες θέσεις στο σώμα και να μην είναι το ίδιο το σώμα. Ενδεχομένως να σημαίνει κυριαρχία μιας αντίληψης ότι είναι μηχανικές ή μαγικές τελετές, επίσης υιοθέτηση οριστική της απαράδεκτης διάκρισης σε υποχρεωτικά και προαιρετικά- όμως ακόμη και η επιλογή παρθενικού βίου σημαίνει γάμο με την εκκλησία. Έτσι καταλαβαίνουμε ότι τα μυστήρια δεν είναι μηχανικές ή μαγικές ή απλώς συμβολικές τελετές, επειδή βλάστησαν και βλασταίνουν σε φυσικά και ιστορικά γεγονότα, δηλαδή στην ιστορία της Θείας Οικονομίας που είναι η συνεχής πορεία μιας ζωντανής ιστορικής κοινότητας μέσω διαρκών θεοφανειών. Τελετάρχης και αρχιερέας είναι ο Χριστός. Οι διάκονοι, οι πρεσβύτεροι και οι επίσκοποι στη σύναξη του σώματος τελούν τα μυστήρια ως χαρισματικοί λειτουργοί, στους όποιους μέσω της χειροτονίας δόθηκαν τα προς τούτο χαρίσματα. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία μεσιτική ιερωσύνη. Και όλα τα μέλη της Εκκλησίας μετέχουν σ’ όλα τα μυστήρια και η συμμετοχή τους στη σύναξη για την τέλεση ενός μυστηρίου είναι απαραίτητη (τουλάχιστον δύο ή τρία μέλη είναι απαραίτητα). Τούτο είναι το νόημα του βασιλείου ιερατεύματος, ή, όπως έχει ειπωθεί με ένα νεότερο όρο καλώς η κακώς, της γενικής ιερωσύνης (λεπτομερείς τεκμηριώσεις και παραπομπές αναφέρω στους τέσσερις τόμους της Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη).

2. Απαρχής ως σήμερα, μια μακραίωνη παράδοση αποκλείει την ιερωσύνη των γυναικών. Αξίζει, ωστόσο, να επισημάνει κανείς ότι αυτός ο αποκλεισμός έγινε ανεπαισθήτως και σιωπηρώς, χωρίς δογματική θέσπιση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι απαραίτητο να υπενθυμίσει κανείς τους γνωστούς κοινωνικούς παράγοντες και τις ιέρειες της ειδωλολατρίας που απέκλεισαν τη γυναίκα από την ιερωσύνη, ωστόσο υπάρχει ένα ιστορικό παράδοξο. Και εξηγούμαι. Αν μελετήσει κανείς την ιστορία του αρχαίου Ελληνισμού με βάση τα κλασικά κείμενα, πολύ εύκολα θα διαπιστώσει μια καταθλιπτικά κυρίαρχη ανδροκρατία με σχεδόν πλήρη εξοβελισμό της γυναίκας από τα δρώμενα του πολιτισμού. Απεναντίας, στον πολιτισμό που καλλιέργησε η ζωή της Εκκλησίας διακρίνει κανείς εντονότατα τα σημεία μιας μητριαρχίας. Με άλλα λόγια, διαχέεται ως αύρα λεπτή ένας μητροκεντρικός πολιτισμός. Σε βιβλικά κείμενα, Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, όπως και σε όλα τα εκκλησιαστικά των πατέρων, η παρουσία της γυναίκας είναι κυρίαρχη. Προφήτισσες ουκ ολίγες αναφέρονται τόσο στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. Από τη Δεββώρα του αρχαίου βιβλικού άσματος, η οποία καλείται μητέρα του Ισραήλ- ακόμη και η Ιαήλ που φύτεψε τον πάσσαλο στον κρόταφο του Σισάρα καλείται ευλογημένη εν γυναιξί ( Κριτ. 5,24) και μετά ταύτα εξυμνούνται Ρουθ, Ιουδίθ, Εσθήρ κ.α.- ως τη γυναίκα της Αποκάλυψης του Ιωάννη, που περιβάλλεται τον ήλιο έχοντας δώδεκα αστέρια στην κεφαλή της (12,1-2), ο μητροκεντρικός τόνος είναι σημαντικός. Έτσι με τη Θεοτόκο Μαρία, που εκπλήρωσε τη μεσσιανική ελπίδα της σωτηρίας, ρίζωσε βαθύτερα ο μητροκεντρικός πολιτισμός, που αποτυπώνεται ποιητικά στον Ακάθιστο Ύμνο. Και οι χαιρετισμοί, ακόμη και με ιστορικοφιλολογικά κριτήρια, έχουν σχέση με το ‘Ασμα Ασμάτων.
Θα μπορούσε να αντείπει κανείς τα βαρετά εκείνα, δηλαδή τα όσα έχουν ειπωθεί και γραφτεί πάμπολλα για την απαράδεκτα, όπως ισχυρίζονται μερικοί, περιφρονητική και σκληρή στάση ασκητών μοναχών εναντίον της γυναίκας. Όμως παρ ‘ όλες τις όποιες εκτροπές και καρικατούρες στη ζωή της παράδοσης -πολύ φυσιολογικές άλλωστε- και εδώ υπάρχει σύγχυση ουκ ολίγη. Φοβάμαι ότι μερικοί ερμηνεύουν τα ασκητικά κείμενα με τα γυαλιά του σύγχρονου πουριτανισμού. Ο ασκητής, ο ακτήμων, ο αετός υψιπέτης με την αναχώρηση και την άσκηση δεν καταδικάζει μήτε κατά κύριο λόγο απορρίπτει τη γυναίκα – αυτονοήτως κάνουμε λόγο για τον άνδρα ασκητή- αλλά διαμαρτυρόμενος καταρχήν εναντίον ενός συμβατικού και υποκριτικού κόσμου, αρνείται κάθε κοσμική εξάρτηση. Στην προκειμένη περίπτωση η γυναίκα, ως σύμβολο πλέον, είναι ένας μεγάλος πειρασμός που μπορεί να δέσει τον ασκητή με το συμβατικό και υποκριτικό κόσμο. Επομένως, το ρυπαρό δεν είναι η γυναίκα, αλλά ρυπαρός είναι ο κόσμος της υποκρισίας. Περιέργως χαλάει ο κόσμος καθώς κάποιοι σχολιάζουν τη ρήση του Τερτυλλιανού ότι η γυναίκα είναι η «θύρα της κόλασης», και δεν προσέχουν τη θαυμάσια συνεργασία της Αγίας Παυλίνας με τον Ιερώνυμο ή την έντονη διαμαρτυρία ενός Γρηγορίου Θεολόγου, άκρως πρωτοποριακού: άνδρες ήσαν οι νομοθετούντες και κατά των γυναικών ενομοθέτησαν (Ρ G : 36,289 ΑΒ). Από τις τριανταφυλλιές δεν κόβουμε αγκάθια αλλά τριαντάφυλλα. Τέλος να σημειώσω εδώ ότι όπως ο Ντοστογιέφσκυ μας έδωσε και επιτυχέστερη ερμηνεία των πειρασμών του Κυρίου με το συναξάρι του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, έτσι και ο Ν. Καζαντζάκης, μιλώντας ad hominem, είπε την περιώνυμη φράση: τον Χριστό ανάστησαν οι γυναίκες.

3. Σύμφωνα με τις παραπάνω θεολογικές προϋποθέσεις και τη θέση της γυναίκας στην κοινότητα και τον πολιτισμό της εκκλησίας, οφείλει κανείς να επισημάνει δύο τινά• α) η ζωή του εκκλησιαστικού σώματος με κεφαλή τον τελετάρχη και αρχιερέα Χριστό εκφράζεται σε μια ποικιλία χαρισμάτων – και επομένως μέσω χαρισματικών φορέων – με πλήρη ισοτιμία και ισότητα των μελών, όπως συμβαίνει κατά φύση σ’ ένα σώμα και β) η χορήγηση των χαρισμάτων από τον τελετάρχη αρχιερέα Χριστό πραγματώνεται σύμφωνα με την ιδιαιτερότητα και τη δεκτικότητα κάθε μέλους ενώ η ισοτιμία και η ισότητα μένουν αμετακίνητες.
Η μακραίωνη, λοιπόν, παράδοση της Εκκλησίας όπως ειπώθηκε κιόλας, απέκλεισε τη γυναίκα από την ιερωσύνη, χωρίς ωστόσο να θεσπίσει, μήτε ν’ αναπτύξει σχετική θεολογική διδασκαλία. Έτσι καταλαβαίνει κανείς εύκολα τη δυσκολία ενδεχομένως και την αμηχανία νεότερων ορθοδόξων θεολόγων, που στην προκειμένη περίπτωση επιχειρούν να θεμελιώσουν θεολογικά τούτο τον αποκλεισμό της γυναίκας από την ιερωσύνη, επισημαίνοντας κυρίως τους έξης λόγους:
α) Ο Χριστός ως αποστόλους κάλεσε μόνο άνδρες και μετά ταύτα οι απόστολοι καθιέρωσαν την αποστολική διαδοχή. Όμως, σ’ αυτή την κλήση και στη μετέπειτα διαδοχή, θα μπορούσε ν’ αντείπει κανείς, για ένα τόσο σπουδαίο θέμα, όπως είναι η εξαίρεση της γυναίκας από την ιερωσύνη, δε γίνεται καμιά απολύτως δογματική απόφανση και μάλιστα ρητώς εκπεφρασμένη, όπως θα έπρεπε. Έπειτα, η ιστορία και τα γραπτά μνημεία της Εκκλησίας δείχνουν ότι τόσο ο Χριστός όσο και η μετέπειτα παράδοση έδωσαν περίοπτη θέση στη γυναίκα. Απλώς ενδεικτικά θα μπορούσε κανείς ν’ αναφέρει τον ευαγγελιστή Ιωάννη, που παρουσιάζει το Χριστό στη Συχάρ της Σαμάρειας δίπλα σ’ ένα πηγάδι ν’ αναπτύσσει και ν’ αποκαλύπτει την υψηλότερη αλήθεια για το Θεό και τη θεία λατρεία σε μια αμαρτωλή Σαμαρείτισσα.
Κι αυτή η γυναίκα αμέσως γίνεται κήρυκας και απόστολος αυτής της αλήθειας (Ίω. 4, 4-30). Εξάλλου ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο για τη γυναίκα ως προφητεύουσα (Α’ Κορ. 11,5).
β) Η Παναγία δεν άσκησε ρόλο ιερατικό, λένε. Και στην προκειμένη περίπτωση είναι έκδηλη η ανεπάρκεια αυτού του επιχειρήματος. Πέρα από το ότι η πατερική παράδοση στη χαρισματική ιεραρχία τοποθετεί τη Θεοτόκο αμέσως μετά την Αγία Τριάδα, πουθενά για ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως είναι η εξαίρεση της από την Ιερωσύνη, δε γίνεται ρητός λόγος. Με άλλα λόγια, οφείλω να τονίσω με έμφαση ότι αυτά τα δύο επιχειρήματα έτσι κι αλλιώς πάσχουν για δύο σοβαρούς λόγους. Πρώτο, για κάθε δογματική αλήθεια απαιτείται ακρίβεια, και δεύτερο, ακόμη και ιστορικοφιλολογικά ανεπαρκή είναι τα επιχειρήματα που συνάγονται ex silentio (εκ της σιωπής) ή καλύτερα ex absentia (εκ της απουσίας).
γ) Ένα τρίτο επιχείρημα, που προσάγεται, είναι άκρως επιζήμιο για την ίδια την υπόσταση της θεολογίας. Λέγεται, δηλαδή, ότι ο Χριστός, ο σαρκωμένος Λόγος, παρουσιάστηκε κι έδρασε ως άνδρας! Τούτο το επιχείρημα, πέρα από την ανεπάρκεια του, καταστρέφει θεωρία εννοείται!- το δόγμα της Χαλκηδόνας. Ενδεικτικά θα αφήσω να μιλήσει ο Μάξιμος ο Ομολογητής, που ρητώς αποφαίνεται ότι ο Λόγος με την ενανθρώπηση του, ως Χριστός, κατάργησε τη διαφορά μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας, και αντί να γίνεται λόγος για τον άνδρα και τη γυναίκα, τον άνθρωπο μονάχα ανέδειξε: Περί διαφόρων αποριών (Ρ G 91, 1309 Ο) «πρώτον ενώσας ημιν εαυτούς εν εαυτώ διά της αφαιρέσεως της κατά τό αρρεν καί τό θηλυ διαφοράς, καί αντί ανδρών καί γυναικών, οις ο της διαιρέσεως εθεωρείται μάλιστα τρόπος, αθρώπους μόνον (οι υπογραμμίσεις δικές μου) αποδείξας, κατ’ αυτόν δι’ ολου μεμορφομένους και σώαν αυτου καί παντελώς ακίβδηλον την εικόνα φέροντας».

4. Τέλος θα ήθελα μετριοφρόνως να κάνω μια υπόδειξη στους οποίους θεολόγους που προσάγουν τέτοια ή παρόμοια θεολογικά επιχειρήματα. Τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από τη μακραίωνη παράδοση και την πράξη της Εκκλησίας. Επομένως, Εκκλησία, ως σώμα και πλήρωμα αληθείας, εφόσον είναι πεπεισμένη ότι πρέπει η παράδοση αυτή να μείνει αναλλοίωτη, έχει όλη την άνεση να την κρατήσει, και διόλου δεν χρειάζεται τέτοιου είδους παραθεολογικά επιχειρήματα, που εξάπαντος μειώνουν τη γυναίκα ως μέλος του σώματος ή καλύτερα λυμαίνονται την ίδια τη χαρισματική κοινωνία αυτού του εκκλησιαστικού σώματος. Και τούτο συμβαίνει, επειδή σ’ αυτή τη χαρισματική κοινωνία τα μέλη διαφέρουν μόνο κατά την ιδιαιτερότητα και τη δεκτικότητα, όμως εν ουδενί κατ’ ουδένα τρόπο ουδαμώς κατά την ισοτιμία και την ισότητα . ‘Αλλωστε η εξαίρεση της γυναίκας από την ιερωσύνη διόλου δεν μείωσε μήτε μειώνει τη χαρισματική ζωή της Εκκλησίας.
Ωστόσο κανείς δεν επιτρέπεται να εφησυχάζει μπροστά σε τόσο ραγδαίες και εκρηκτικές αλλαγές των ιστορικών πραγμάτων. Κατά την προσωπική μου γνώμη, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αργά η γρήγορα θα υιοθετήσει την ιερωσύνη των γυναικών. Τι μέλλει να πράξει η Ορθοδοξία; Εκείνο που πρέπει να κάνει η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι να προετοιμάζεται όχι με τέτοια σαθρά και επιζήμια θεολογικά επιχειρήματα αλλά με την άρτια κοινωνική οργάνωση της ζωής της, οπού άνδρες και γυναίκες με πλήρη ισοτιμία και ισότητα να εργάζονται αναδεικνύοντας πλούσιους καρπούς χαρισματικής ζωής και καλλιεργώντας την παιδεία και τον πολιτισμό.

Η αυτοκτονία και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας

Σπυρίδωνος Κοντογιάννη,
Η αυτοκτονία και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας,
Αθήνα 2001, σελ. 9-15

1. Ορισμός της αυτοκτονίας.
Αυτοκτονία ονομάζεται η ανθρώπινη εκείνη πράξη, κατά την οποία ο ίδιος ο άνθρωπος τερματίζει την ζωή του. Κατά κυριολεξία αυτοκτονία είναι η ολοκληρωμένη εκείνη ανθρώπινη πράξη, η οποία έχει ως επισφράγισμα τον θάνατο του αυτόχειρα. Και αυτό σε σχέση πάντοτε με την λεγόμενη απόπειρα αυτοκτονίας, που είναι πράξη ανολοκλήρωτη, δεν έχει δηλαδή ως αποτέλεσμα τον θάνατο αυτού ο όποιος αποπειράται να αυτοκτονήσει. Διάκριση επίσης γίνεται μεταξύ αυτοκτονίας και της τάσης προς αυτοκτονία, μιας ενέργειας δηλαδή που μόλις έχει εκδηλωθεί ή και της ιδέας της αυτοκτονίας που είναι μια απλή νοητική αφετηρία, μια επιθυμία για να πεθάνει κανείς, άλλοτε έντονη και άλλοτε όχι.
Η αυτοκτονία είναι «φόνος», και είναι «εκ προαιρέσεως αφαίρεσις υφ’ ημών της ιδίας ημών ζωής» γι’ αυτό και διαφέρει από τον κοινό φόνο, την αφαίρεση δηλαδή της ζωής του άλλου από κάποιον. Και ακόμη, η αυτοκτονία διακρίνεται σε άμεση και έμμεση. ’μεση αυτοκτονία καλείται η εκ προαιρέσεως βίαιη, με φονικό όργανο η κίνηση, αφαίρεση της ίδιας μας της ζωής, ενώ έμμεση είναι η αυτοκτονία που πραγματοποιείται εν γνώσει μας μεν, αλλά και εκ προθέσεως βαθμιαία, σιγά-σιγά, αφαίρεση της ζωής μας (π.χ. η άρνηση τροφής, η λήψη ναρκωτικών ουσιών ενώ γνωρίζουμε το τέλος της πράξεως αυτής, η ευθανασία, η εκ προθέσεως δηλαδή διακοπή της ζωής του ασθενούς όταν αυτή ζητηθεί από τον ίδιο τον ασθενή ή τον ιατρό ή από τους συγγενείς του, η συνειδητή και χωρίς κανένα λόγο έκθεση της ζωής μας σε κίνδυνο, όπως η παράλογη ταχύτητα με μηχανές ή αυτοκίνητο κ. α.).
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί τι εννοούμε όταν λέμε προαίρεση για την αυτοκτονία. Αναλύοντες τον όρο προαίρεση πρέπει να πούμε πως αυτός δηλώνει την πηγή και το κριτήριο των πράξεων του ανθρώπου, τη γενική κατεύθυνση της σκέψης, και του θυμικού (= το σύνολο των συναισθημάτων και των διαθέσεων) του ανθρώπου, βάσει της οποίας ο ίδιος ο άνθρωπος κρίνει τις πράξεις του αλλά και τις πράξεις των άλλων από ηθικής απόψεως. Πρόκειται δηλαδή, για το σύνολο των εσωτερικών κινήσεων του ανθρώπου ή καλύτερα για το σύνολο των βουλητικών του προδιαθέσεων, οι οποίες του υπαγορεύουν το τι πρέπει να κάνει σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως πολλή και μακρά σκέψη και έρευνα.

2. Στην αρχαία Ελλάδα
Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε νόμος σύμφωνα με τον όποιο οι αυτόχειρες δεν τύχαιναν της ίδιας ταφής όπως οι άλλοι, των όποιων η ζωή τελείωνε φυσιολογικά, αλλά εθάπτονταν εκτός του κοινού νεκροταφείου και μάλιστα χωρίς το χέρι τους, το όποιο κράτησε το φονικό όργανο και επέφερε τα βίαια και θανάσιμα κτυπήματα και τελικά τον θάνατο τους, που εθάπτετο χωριστά από το άλλο σώμα. Και ακόμη, ο αυτόχειρας εθεωρείτο και ανάξιος να έχει σήμα (= ταφόπλακα) που να αναγράφει το όνομα του, ώστε κανένας να μη γνωρίζει ποιος κείται στον συγκεκριμένο τάφο. Και τούτο γιατί οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν μέγα παράπτωμα την αυτοκτονία και για λόγους θρησκευτικούς και για λόγους πολιτικούς (Πυθαγόρειοι, Πλάτων, Αριστοτέλης κ. α.). Ανάλογη.ταν η στάση προς τους αυτοκτονούντες και των άλλων λαών της αρχαιότητας. Όταν όμως αμβλύνθηκαν οι ηθικές και οι πολιτικές ιδέες στην αρχαιότητα, οι Κυνικοί και αργότερα οι Στωικοί φιλόσοφοι άρχισαν να διδάσκουν πως » ἴδιον τοῦ σοφοῦ εἶναι ἡ πρός τήν ζωήν ἀδιαφορία, ὁ δέ θάνατος, ὅστις εἶναι ἁπλοῦς χωρισμός, εἶναι τό μέσον πρός σωτηρίαν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ψνχῆς» (Κ. Ι. Δυοβουνιώτου, «Αυτοκτονία – [ ΘΡΗΣΚΕΥΤ.]» Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Στ’, σελ. 274). Η στωική αυτή διδασκαλία και θεώρηση της αυτοκτονίας, διαδόθηκε, ευρύτατα μάλιστα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Σενέκας) και οι αυτοκτονίες κατά την εποχή εκείνη πολλών επισήμων ανδρών υπό την πίεση της ρωμαϊκής δεσποτείας ήταν συχνές, όπως μας πληροφορούν ο Τάκιτος και ο Πλίνιος. Οι αντιλήψεις αυτές των αρχαίων σοφών, με διάφορες τροποποιήσεις έγιναν αποδεκτές και από μεταγενέστερους φιλοσόφους και εμφανίσθηκαν στη φιλοσοφική σκέψη των νεωτέρων χρόνων.

3. Οι άλλες θρησκείες
Την αυτοκτονία την καταδικάζουν ανέκαθεν όλες οι θρησκείες ως έγκλημα βαρύτατο. Έτσι η Ιουδαϊκή θρησκεία θεωρεί την αυτοκτονία ως δειλία και ασέβεια προς τον Θεό όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ιώσηπος : « Ἡ αὐτοχειρία καί τῆς κοινῆς τῶν πάντων φύσεως ἀλλότριον καί πρός τόν κτίσαντα Θεόν ἐστιν ἀσέβεια… Ὅσων καθ’ ἑαυτῶν ἐμάνησαν αἱ χεῖρες, τούτων ὁ μέν Ἁδης δέχεται τάς ψνχάς σκοτιώτερος, ὁ δέ τούτων πατήρ Θεός εἰς ἐκγόνου τιμωρεῖται τούς τῶν πατέρων ὑβριστής » ( Ἰουδαϊκός Πόλεμος, Γ, 8. 5). Ενώ η Παλαιά Διαθήκη εντάσσει την αυτοκτονία στην εντολή του Θεού « οὐ φονεύσεις» (» Εξοδος κ’, 15) και την καταδικάζει.
Και το Ισλάμ καταδικάζει την αυτοκτονία αφού σύμφωνα με την διδασκαλία του ως ύψιστη αρετή θεωρείται η απόλυτη υποταγή του ανθρώπου στη θεία βούληση, προς την όποια η αυτοκτονία ως εκούσια (θεληματική) καταστροφή της ζωής είναι παντελώς ασυμβίβαστη. Το ίδιο καταδικάζουν την αυτοκτονία και τα ιερά βουδδιστικά κείμενα.

4. Η Ορθόδοξη Εκκλησία
Η χριστιανική διδασκαλία θεωρεί την αυτοκτονία ως ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα, η δε Ορθόδοξη Εκκλησία στηριζόμενη στην ‘Αγια Γραφή και στην Ιερά Παράδοση θεωρεί την αυτοκτονία ως έγκλημα εναντίον της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής και ως κλονισμό και απώλεια της πίστεως και της ελπίδας του αυτόχειρα προς τον Θεό. Κατά την Καινή Διαθήκη ο άνθρωπος τη ζωή δεν την έχει από τον εαυτό του, αλλά την έλαβε ως δώρο από τον Θεό και ως δώρο του Θεού οφείλει να την εκτιμά και ανάλογα με τον σκοπό της πρέπει να την μεταχειρίζεται. «Οὐδείς γάρ ἡμῶν ἑαντῷ ζῇ καί οὐδείς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει. Ἐάν τε γάρ ζῶμεν, τῷ Κυρίω ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῶ Κνρίω ἀποθνήσκωμεν. Ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν » ( Ρωμ. ιδ’, 7 – 8).
Δηλαδή «κανείς από μας δεν ζει για τον εαυτό του και κανείς δεν πεθαίνει για τον εαυτό τον, διότι, εάν ζούμε, ζούμε για τον Κύριο, και εάν πεθαίνομε, πεθαίνομε για τον Κύριο. Είτε λοιπόν ζούμε είτε πεθαίνουμε ανήκουμε στον Κύριο, στον όποιο ανήκει η ζωή μας» και μόνος Εκείνος έχει απόλυτη κυριότητα επάνω σε αυτή, αφού Αυτός μας εξαγόρασε εκ της κατάρας του Νόμου και μάλιστα με το μεγάλο τίμημα της ίδιας της ζωής Του: «οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν, ἠγοράσθητε γάρ τιμῆς » (Α’ Κορινθ. στ’, 19). Κάθε ένας δε, ο οποίος οικειοθελώς καταστρέφει την ζωή του γιατί ακρίτως κρίνει ότι τη βρίσκει αφόρητη, οικειοποιείται δικαιώματα του Θεού και τα παραβιάζει μάλιστα κατάφορα, και ασεβεί προς τον Θεό, γι’ αυτό και θεωρείται ασυγχώρητος.
Η ζωή, ως δώρο του Θεού, έχει συγκεκριμένο και υψηλό μάλιστα σκοπό, αφού ο Θεός τίποτε δεν έκαμε και δεν κάνει χωρίς σκοπό. Και είναι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, σύμφωνα προς τη χριστιανική διδασκαλία, η πνευματική τελείωση του ανθρώπου, δηλαδή, η αγιότητα, η όποια θα έχει ως τελική επιβράβευση τη Βασιλεία των Ουρανών. Η ορθή πίστη, η συνειδητή συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας και η τήρηση των εντολών του Θεού οδηγούν τον άνθρωπο στην απαλλαγή από τα πάθη και εν συνεχεία στην ένωση με τον Θεό, στην κατά χάρη δηλαδή, θέωσή του, δια της μετοχής στις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού. Και αυτόν τον σκοπό ο άνθρωπος, ως παιδί του Θεού και « υἱός τῆς Βασιλείας Αὐτοῦ » ( Ματθ. η’, 12), οφείλει να υπηρετεί « περιπατῶν ἀξίως τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθη» ( Έφεσ. δ’, 1) πάντοτε ( Γαλάτ. δ’, 19), σκοπό, τον οποίο παραβι «ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν αὐτῷ» άζει κατάφορα και ματαιώνει η πρόωρη και με βίαιο τρόπο έξοδος από αυτή τη ζωή, δηλαδή η αυτοκτονία η αυτοχειρία.
Ο όλος άνθρωπος, ο όποιος αποτελείται από σώμα και ψυχή, έχει για τον Θεό μεγάλη αξία, διότι είναι ναός του ίδιου του Θεού «ὑμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος» (Β’ Κορινθ. στ’, 16) και εφ ‘ όσον είμαστε ναός του Θεού, είμαστε και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος «ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν » (Α’ Κορινθ. γ’, 17). Γι’ αυτό και από αυτή τη σκοπιά της χριστιανικής πίστεως και διδασκαλίας η Εκκλησία καταδικάζει διπλά την αυτοκτονία, από τη μια μεριά ως ασέβεια και επανάσταση κατά του Θεού , και από την άλλη ως φθορά και καταστροφή του ναού του Θεού, και την χαρακτηρίζει και την κολάζει ως θανάσιμο αμάρτημα, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Απόστολος Παύλος: « εἴ τις τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τούτον ὁ Θεός- ὁ γάρ ναός τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς » (Α’ Κορινθ. γ’, 17).

5. Αυστηρές πνευματικές ποινές – επιτίμια
Η συνείδηση της Εκκλησίας κατέταξε την αυτοκτονία στα θανάσιμα και φοβερά πνευματικά παραπτώματα και γι’ αυτό καθιέρωσε και αυστηρές πνευματικές ποινές – επιτίμια για τους αυτοκτονούντας, για να τονίσει έτσι την ανάγκη σεβασμού της ιερότητας και της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Επομένως, ο χριστιανός άνθρωπος και ιδιαίτερα ο Ορθόδοξος, δεν μπορεί να διαθέτει κατ’ αρεσκείαν το σώμα του. Γνωρίζοντας μάλιστα τον αληθινό σκοπό της ζωής του, όπως σημειώθηκε παραπάνω είναι η κατά χάρη θέωσή του, κανένα πάθημα ή πλημμέλημα δεν μπορεί να τον οδηγήσει στην απόγνωση και την απελπισία. Ο χριστιανός άνθρωπος γνωρίζει και πιστεύει ότι οφείλει να υπομείνει αγόγγυστα τις δυσκολίες και τις πικρές καταστάσεις αυτής της ζωής, ως επιτρεπόμενες από τον Θεό, για το πνευματικό μας συμφέρον. Και ακόμη, ο χριστιανός άνθρωπος γνωρίζει πως κανένα αμάρτημα δεν είναι τέτοιο και τόσο βαρύ (πλην της αυτοκτονίας, η οποία γίνεται εν συνειδήσει και εν επιγνώσει ), το όποιο να μη συγχωρεί ο Θεός (π.χ. το παράδειγμα του προδότη Ιούδα).
Η Εκκλησία απορρίπτει την άνευ θελήσεως του Θεού διακοπή της ζωής γι’ αυτό και απαγορεύει οποιαδήποτε εκκλησιαστική Ακολουθία και Τελετή (Κηδεία, Ταφή σε Κοιμητήριο πιστών, Μνημόσυνο, Τρισάγιο, Θεία Λειτουργία) για αυτούς που αυτοκτονούν, γιατί με την πράξη τους αυτή, σύμφωνα με τα όσα αναφέραμε πιο πάνω, πρόσβαλαν τη θεία δωρεά της ζωής και αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας. Αιτία δηλαδή της απαγορεύσεως της εκκλησιαστικής κηδεύσεως είναι το μέγεθος του αμαρτήματος, το όποιο διαπράττεται από τον αυτόχειρα που αποστερεί έτσι τον εαυτό του από τη ζωή, το θείο αυτό δώρο, και καταδικάζει τον εαυτό του στον δι ‘ αυτοχειρίας θάνατο, πράξη την οποία ούτε οργή, ούτε φτώχεια, ούτε θλίψη, ούτε διάψευση ελπίδων, ούτε δειλία, ούτε οποιαδήποτε άλλη αποκαρτέρηση μπορεί να δικαιολογήσει. «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλονσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι.. τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ; θλίψις ἡ στενοχώρια ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα.. ἀλλ ‘ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς – πέπεισμαι γάρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῷ ἡμῶν » ( Ρώμ ¬. η’, 18 – 39). Μόνο όσοι δεν πιστεύουν στον Θεό μπορεί να επιδοκι¬μάζουν την αυτοκτονία ως ηρωική πράξη και πιθανόν να επαινούν τη βίαιη έξοδο από αυτή τη ζωή, όταν κρίνουν πως κανένα καλό δεν τους δίνει η ζωή τους. Όμως, οι Χριστιανοί πιστεύοντες στο Θεό και στην αθανασία της ψυχής σε καμμιά τραγική περίπτωση οικονομική, κοινωνική, ηθική κ.λπ. και σέ καμμία αδυσώπητη κατάσταση δεν θα οπλίσουν το χέρι τους για να θέσουν βίαιο τέλος στη ζωή τους για δήθεν απελευθέρωση, γιατί αυτό είναι δειλία. Στην πραγματικότητα, η αυτοκτονία είναι η έσχατη έκφραση άκρατου εγωισμού και αμετανοησίας. Ο πιστός χριστιανός δεν απελπίζεται, δεν χάνει την πίστη του στο έλεος και τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Θεού. Γνωρίζει να υπομένει. Η αυστηρότητα αυτή της Εκκλησίας, η οποία επιθυμεί την πρόληψη των αυτοκτονιών, δεν είναι άσχετη και προς τον σκοπό της διδασκαλίας των επιζώντων (συγγενών, φίλων, γνωστών κ.λπ. του αυτόχειρα) για την ιερότητα του θείου αγαθού της ζωής, αλλά και τη βαρύτητα του αμαρτήματος της αυτοκτονίας, γι’ αυτό και τονίζει ότι οι Κανονικές κυρώσεις – επιτίμια που επιβάλλει στους αυτόχειρες προϋποθέτουν ότι αυτός όταν έλαβε την απόφαση να αυτοκτονήσει είχε σώες τις φρένες και η πράξη αυτή έγινε με ελεύθερη βούληση του. Με άλλα λόγια, ο αυτόχειρας « είχεν εαυτόν » και δεν βρισκόταν σε κατάσταση ψυχοπάθειας.

6. Ευθανασία = φόνος + αυτοκτονία
Στη σελ. 7 της εργασίας αυτής σημειώθηκε από τον γράφοντα ότι στην «έμμεση» αυτοκτονία που πραγματοποιείται εν γνώσει μας μεν, αλλά και εκ προθέσεως βαθμιαία, σιγά – σιγά, αφαίρεση της ζωής μας, κατατάσσεται και η «ευθανασία», η εκ προθέσεως δηλαδή διακοπή της ζωής του ανθρώπου όταν αυτό ζητηθεί από τον ίδιο τον ασθενή ή από τον ιατρό ή από τους συγγενείς του ασθενούς για να μην «ταλαιπωρείται ο άρρωστος».
Η «ευθανασία» είναι μία σύγχρονη κοινωνική αντίληψη για «αξιοπρεπή θάνατο», η δε νομική της κατοχύρωση στηρίζεται στο «δικαίωμα θανάτου» που έχει κάθε άνθρωπος σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η όποια πηγάζει από τις ιδεολογίες της ευδαιμονίας που, στον προηγούμενο (20ο) αιώνα τουλάχιστον, προκάλεσαν γενοκτονίες και αναρίθμητες σφαγές.
Μέχρι τώρα καμία Χώρα δεν είχε προβεί σε νομιμοποίηση της «ευθανασίας» γιατί εθεωρείτο από όλες τις κυβερνήσεις των Κρατών ως συνδυασμός «φόνου και αυτοκτονίας». Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητος το «κοινωνικό φρούτο της ευθανασίας» θεσμοθετήθηκε από τη Βουλή της «Ολλανδίας στις 28 Νοεμβρίου 2000 και νομιμοποιήθηκε με τις ψήφους (104 υπέρ, έναντι 40 κατά) των βουλευτών του Ολλανδικού Κοινοβουλίου! Με την ψήφιση του Νόμου αυτού η Ολλανδία έγινε το πρώτο Κράτος της Ευρώπης που, παρά τους Νόμους του που καταδικάζουν τον φόνο και την αυτοκτονία, νομιμοποιεί το δίδυμο του θανάτου, την ευθανασία δηλαδή που όπως και ανωτέρω σημειώθηκε είναι συνδυασμός φόνου και αυτοκτονίας!
Με αφορμή την ψήφιση του Νόμου αυτού από την Κυβέρνηση της Ολλανδίας και λόγω της σοβαρότητος του θέματος, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις 14 Δεκεμβρίου 2000, με ανακοινωθέν της ενημερώνει τους Ορθοδόξους Έλληνες για το τι είναι «ευθανασία» αφ’ ενός και αφ’ ετέρου ποιες είναι οι θέσεις της Εκκλησίας επί του θέματος αυτού.