Η «Πολιτεία του Θεού»

Αντωνίου Κ. Παπαντωνίου, « Κοινωνικαί ιδέαι χριστιανικού Μεσαίωνος» ,
Θεολογία ΜΓ 1972, σελ. 142-146

Ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος των νέων τούτων κοινωνικών ιδεών είναι ο Ιερός Αυγουστίνος, γεννηθείς εν Ταγάστη της Νουμιδίας τω 354, υπό πατρός μεν εθνικού μητρός δε χριστιανής. Ανήσυχος και φιλόδοξος φύσις, εστράφη προς την ρητορικήν, ενώ ο ζωντανός χαρακτήρ του τον ωδήγησεν εις πολλάς νεανικάς περιπέτειας (1). Την οδόν προς την φιλοσοφίαν ήνοιξεν εις αυτόν η μελέτη του « Hortensius» του Κικέρωνος (2), έργου προτρεπτικού προς την φιλοσοφίαν. Μετά πολλάς περιπέτειας και εις τα θέματα της θρησκευτικής ου τοποθετήσεως επέστρεψεν εις την πίστιν της Εκκλησίας (3), βαπτισθείς υπό του επισκόπου Αμβροσίου Μεδιολάνων τω 387, καρείς μοναχός και είτα γενόμενος πρεσβύτερος και επίσκοπος Ιππώνος της Βορείου Αφρικής. Απέθανε τω 430 κατά την κατάληψιν της πόλεως του υπό των Βανδάλων (4).

Το κυριώτερον κοινωνικοφιλοσοφικόν έργον του είναι το «Περί της Πολιτείας του Θεού»,« De civitate Dei» το οποιον επί 13 έτη συνέγραφε. Εις το έργον αυτό φαίνεται η έπίδρασις, αλλά και η διάκρισις από τας ανάλογους διδασκαλίας της ελληνικής φιλοσοφίας. Η σημασία του έργου τούτου είναι τεραστία, καθ’ όσον μας προσφέρει μίαν σύνθεσιν ολοκλήρου του πολιτισμού της αρχαιότητος και μίαν καθολικήν και φιλοσοφημένην άποψιν της Ιστορίας της Ρώμης. Ομοίως διότι μας χειραγωγεί και μας αποκαλύπτει τον τρόπον, κατά τον όποιον επραγματοποιήθη η σύνθεσις αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και χριστιανικού πνεύματος. Η πολιτεία του Θεού είναι το τελευταίον μέγα έργον ρωμαίου συγγραφέως και, από πλευράς επιδράσεως επί της κοινωνικής θεολογίας και θεολογίας της ιστορίας, το πρώτον μέγα έργον χριστιανού συγγραφέως. Απετέλει το προσφιλές ανάγνωσμα του Καρλομάγνου · από αυτήν ήντλησεν ο Γερμανός Αυτοκράτωρ τα δόγματα, τα όποια εδέσποσαν εις την πολιτικήν του, δια να μορφοποιήσουν εν συνεχεία ολόκληρον τον πολιτικόν βίον της Ευρώπης. Πολλαί κοινωνιολογικαί και νομικαί απόψεις τοϋ Αυγουστίνου, ως λ.χ. η διδασκαλία του περί φυσικού δικαίου, περί νομιμότητος της εξουσίας, περί φυσικής ελευθερίας του ανθρώπου, περί προελεύσεως της κυβερνητικής επιβολής, περί δικαίου νόμου κλπ., διεδραμάτισαν σπουδαίον ρόλον εις την πολιτικήν και κοινωνικήν ιστορίαν της Ευρώπης και προσδιορίζουν εν πολλοίς και τον πολιτικοκοινωνικόν και πνευματικόν κόσμον της σήμερον.

Προς κατανόησιν του έργου τούτου πρέπει να έχωμεν υπ’ όψιν αφ’ ενός μέν ότι η σύνθεσις χριστιανικής διδασκαλίας και φιλοσοφίας είναι ακόμη ατελής, αφ’ ετέρου δε ότι συγγράφεται εις μίαν εξόχως ανήσυχον και δραματικήν περίοδον. Η Ρώμη έχει καταληφθή από τον Αλάριχον (410). Η πτώσις και καταστροφή της πόλεως, η οποία επί τόσους αιώνας υπήρξεν η πρωτεύουσα του κόσμου, προυκάλεσε βαθείαν συγκίνησιν. Οι χριστιανοί είχον συνηθίσει, να ταυτίζουν την σωτηρίαν του χριστιανισμού με την σωτηρίαν της Ρώμης. Ο άγιος Ιερώνυμος αγωνιωδώς ερώτα : « Quid salvum erit, cum Roma perit ?» Ε ξ άλλου οι ειδωλολάτραι εστράφησαν εναντίον των χριστιανών λέγοντες, ότι η Ρώμη κατεστράφη, διότι εγκατέλιπε τους παλαιούς θεούς της, οι οποίοι την επροστάτευον, και υιοθέτησε νέαν πίστιν. Ο Αυγουστίνος παρακινούμενος υπό των φίλων του συγγράφει το έργον, φέρει δε τούτο χαρακτήρα απολογητικόν και συγχρόνως αποτελεί φιλοσοφίαν της ιστορίας. Θέλει να ανατρέψη την γνώμην εκείνων, οι οποίοι κατηγορούν τον χριστιανισμόν ως υπαίτιον της καταστροφής της Ρώμης και πιστεύουν ότι η ανθρωπινή ευτυχία (« res humanae prosperari») συμβαδίζει με την λατρείαν των παλαιών θεών (« cultus deorum»). Η ανθρώπινη ευτυχία ουδεμίαν σχέσιν έχει με την θρησκείαν ή την ηθικότητα του βίου, ενώ την ιστορίαν διέπει θείον νόημα (5). Η σημαντική θέσις του Ιερού Αυγουστίνου, δστις εις το σημεΐον τοΰτο καταπολεμεί τον μέγαν διδάσκαλον της Ρώμης Varro (6), είναι η διάκρισις μεταξύ θρησκείας και πόλεως, αι οποίαι εις τον εθνισμόν ταυτίζονται. Ο χριστιανικός Θεός είναι ανεξάρτητος της αρχαίας ενδοκοσμιότητος και της Civitas, διο και είναι ο μόνος Θεός, οποίος δύναται να « ιδρύση» πράγματι πόλιν. Ο Θεός ούτος δεν είναι ενδοκόσμιος και ενδοϊστορικός σωτήρ, ώστε και η καταστροφή των γήινων πόλεων και βασιλείων δεν πρέπει να θορυβή τόσον πολύ τους χριστιανούς, οι οποίοι πορεύονται προς την ουράνιον βασιλείαν. Δια του τρόπου τούτου χάνει το έρεισμά της η πολιτική Θεολογία, η οποία συνέδεε την Civitas Romana με την Civitas Christiana.

Το μεταφυσικόν πλαίσιον, εντός του οποίου αναπτύσσεται η κοινωνική φιλοσοφία του Αυγουστίνου, είναι η παραδοχή δύο πολιτειών: της πολιτείας του Θεού (Civitas Dei ) και της πολιτείας του Διαβόλου (Civitas Diaboli ). Πρωταρχικώς υφίστατο μόνον η «Πολιτεία του Θεού», την οποίαν συναπετέλουν τα αγγελικά πνεύματα, τα οποία υμνούν και εδοξολόγουν τον Θεόν. Εις αριθμός τούτων «έπεσε» δια της αμαρτίας και απετέλεσε την Πολιτείαν του Διαβόλου με επί κεφαλής τον Lucifer, τον Εωσφόρον. Ο Θεός ηθέλησε να συμπλήρωση τον αριθμόν των πολιτών της Civitas Dei και εκλέγει εν’ αριθμόν ανθρώπων, τους οποίους και προορίζει μετά τον θάνατον των να γίνουν αποδεκτοί εις την πολιτείαν του.

Η μεταξύ πολιτείας του Θεού και πολιτείας του Διαβόλου μεταφυσική αντίθεσις δεν θα πρέπει να κατανοηθή ως μία θρησκειοφιλοσοφική ή ιστορικο -φιλοσοφική δυαρχία. Και η Civitas Dei (coelestis) και η Civitas Diaboli (terenna) έχουν μεταφυσικήν την προέλευσιν εκ της κοσμικής διακρίσεως μεταξύ αγγέλων και δαιμόνων. Εντεύθεν έχει την αρχήν του το γήϊνον δράμα, το οποίο ευρίσκει την κοινωνικήν έκφρασίν του εις την Ιστορίαν εν τη αποστάσει, ήτις χωρίζει την Δημιουργίαν από της πτώσεως του ανθρώπου, την Ενανθρώπησιν από της Δευτέρας Παρουσίας.

Παρ’ ότι εις τον καθ’ ημέραν βίον οι άνθρωποι οι ανήκοντες εις την Civitas Dei είναι αναμεμιγμένοι με τους ανθρώπους της Civitas Diaboli, η ιστορία σφραγίζεται εκ της αντιθέσεως ταύτης, και αυτό είναι το νόημα της. Η ευτυχία του ανθρώπου έγκειται επί της γης μεν εις την ελπίδα, την οποίαν δίδει η Εκκλησία, μεταθανάτιως δε εις την fruition Dei, την θέαν και απόλαυσιν του Θεού. Η διαφορά μεταξύ των τέκνων του Θεού και των τέκνων του κόσμου έγκειται εν τούτω : τα τέκνα του κόσμου χρησιμοποιούν τον Θεόν, δια ν’ απολαύσουν τον κόσμον. Τα τέκνα του Θεού χρησιμοποιούν τον κόσμον, δια ν’ απολαύσουν τον Θεόν. Το ανάλογον της Πολιτείας του Θεού επί της γης είναι η Εκκλησία, ενώ η Πολιτεία, το Κράτος, αντιστοιχεί προς την Civitas Diaboli, με σκοπόν την απόλαυσιν των επιγείων αγαθών εν τη Κοινωνία. Η διαφορά είναι ότι η μεν Civitas Dei και η Εκκλησία, έχουσα εν ουρανοίς το πολίτευμα αυτής, αισθάνεται ξένη εις τον κόσμον, η δε Civitas Diaboli είναι καθαρώς terrena και παραμένει αλυσσόδετος εις την γην, μέχρι της ημέρας εκείνης, καθ’ ην θ’ αναλυθή εις το βασίλειον των δαιμόνων.

Το ότι τούτο ούτως έχει διαφαίνεται και εκ του γεγονότος, ότι οι πολίται του Κράτους ερίζουν μεταξύ των κατά την κατανομήν των αγαθών, αποδεικνύονται εγωϊσταί και άρπαγες, ζηλόφθονοι και φιλήδονοι: δια τούτο ουδέποτε είναι δυνατόν να επικράτηση πραγματική δικαιοσύνη μέσα εις τα πλαίσια του Κράτους, καθώς και ανάμεσα εις τα επί μέρους Κράτη. Έριδες και διενέξεις προς το εσωτερικόν, πόλεμοι προς το εξωτερικόν θα κλυδωνίζουν την ύπαρξιν της εγκόσμιου πολιτείας, ως έκφρασις της αποστάσεως και απομακρύνσεως από του Θεού.

Η δικαιοσύνη όμως είναι η μόνη, ήτις νομιμοποιεί την εξουσίαν : «άνευ δικαιοσύνης τι είναι ο βασιλεύς, ει μη ληστής κεκαλυμμένος υπό δόξης; Τι είναι το βασίλειον, ει μη εν άντρον κλεπτών;» Η δικαιοσύνη είναι δια τον Αυγουστίνον μεταφυσικός κοινωνικός όρος. Όπως ακριβώς εις την « Πολιτείαν» του Πλάτωνος η κοινωνική δικαιοσύνη δεν έχει οικονομικόν χαρακτήρα και δεν εκφράζεται εις την δικαίαν κατανομήν των υλικών αγαθών, αλλά εις το δικαίωμα και την δυνατότητα των πολιτών να συμμετέχουν εις την διοίκησιν των κοινών, κατά παρόμοιον τρόπον και η κοινωνική δικαιοσύνη του Αυγουστίνου ευρίσκει την έκφρασίν της εις την εκλογήν των ανθρώπων ως πολιτών της πολιτείας του Θεού.

Αλλ’ εν τοιαύτη περιπτώσει αρνείται ο Αυγουστίνος την σημασίαν του Κράτους; Εδώ ακριβώς έχομεν μίαν άδυναμίαν και έλλειψιν συνεπείας εις την σκέψιν του, καθ’ όσον συμβιβάζεται με την ύπαρξιν του αδίκου Κράτους, αναγνωρίζων την χρησιμότητα του, τόσον δια την ασφάλειαν των πολιτών, όσον και δια το όφελος και αυτής της Εκκλησίας. Εν τω σημείω τούτω ο Αυγουστίνος καθίσταται επικούρειος. Διδάσκει την « χρήσιν» (uti) του Κράτους εκ μέρους των χριστιανών. Ο Χριστιανός πρέπει να χρησιμοποίηση και να επωφεληθή από την Ρ ax Romana από την τάξιν και ασφάλειαν, την οποίαν παρέχει το Κράτος, προς επιδίωξιν καλλιτέραν της ψυχικής σωτηρίας του. Και ο Επίκουρος εδίδασκεν, ότι ο σοφός πρέπει να χρησιμοποίηση τα απαραίτητα δια την συντήρησίν του υλικά αγαθά, την τάξιν και την ασφάλειαν, την οποίαν του παρέχει η «πόλις», δια να δυνηθή ευκολώτερον εις τον Κήπον του να ζήση τον φιλοσοφικώς αυτάρκη βίον εντός του στενού φιλικού κύκλου (7). Προσεύχου υπέρ των εθνικών αυτοκρατόρων και του ρωμαϊκού κράτους, δια να ζήσης ήρεμον και ησύχιον βίον, μας λέγει ο Αυγουστίνος· « λάθε βιώσας» παραγγέλλει ο Επίκουρος. Φυσικά καταλήγουν εις διαφορετικά αποτελέσματα, διότι έχουν διαφορετικήν περί ανθρώπου και ηθικής αντίληψιν. Δια τον Αύγουστΐνον την βάσιν της ηθικής αποτελεί η γνώσις και η συμμόρφωσις προς τας rationes aeterna Dei , τας αιωνίους βουλάς του Θεού, προς τον αιώνιον νόμον, την lex aeterna. E φαρμογήν του νόμου τούτου αποτελεί η Caritas, η αγάπη, μόνη ικανή να προσφέρη την υπό των αρχαίων νοσταλγουμένην ευδαιμονίαν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Περί του νεανικού βίου του Αυγουστίνου, ιδέ : Conf. II, 2, IV, 2, VI, 11-16 και J. O. Μ eara : The young Augustine, London 1954, σελ. 47 εξ.

(2) Πρβλ. Conf. III,4. Johannes Strux, Augustinus und Ciceros Hortensius. Festschrift für Richard Reizenstein, Berlin- Leipzig 1931, σ. 106-118. Η μελέτη αύτη του Κικέρωνος δεν σώζεται.

(3) Το δράμα της μεταστροφής του εις τον χριστιανισμόν, τον οποίον κατ’ αρχάς περιεφρόνει ως θρησκείαν των απαίδευτων, περιγράφει ο Αυγουστίνος εις τα Soliloquia, τα οποία συνέγραψεν ολίγον προ της βαπτίσεώς του (χειμών 386/387). Ο πόθος του είναι να γνωρίση τον θεόν και την ψυχήν : « Deum et animam scire cupio. Nihil plus ? Nihil omnino» (Soliloquia I, 2).

(4) Περί του βίου του Ιερού Αυγουστίνου πέραν των «Εξομολογήσεων» (397) μάς πληροφορεί και ο επίσκοπος Possidius εις το « Vita Sancti Augustini» (mg . Ρ L 32), όστις μας προσφέρει και την αρχαιοτέραν βιογραφίαν του πατρός.

(5) De civitate Dei I- V.

(6) De civitate Dei VI 2-9. Ο Varro υπεστήριζε μίαν εξάρτησιν της θρησκείας από της Civitas. Η θρησκεία δεν ωδήγει κατ’ αυτόν προς τον «αληθή Θεόν», ο οποίο ς δεν υπεισέρχεται εις την Ιστορίαν του κόσμου και καθ’ ον τρόπον δεν ιδρύει πόλεις, δεν ιδρύει ούτε και θρησκείαν. Ο Αυγουστίνος προϋποθέτει την Σάρκωσιν του Λόγου εν τη Ιστορία.

(7) Πλείονα περί της Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Επικούρου ιδέ εν: Αντωνίου Κ. Παπαντωνίου, Ιστορία των Κοινωνικών Ιδεών, Αθήναι 1969, σελ. 36 εξ. (έκδοσις πολυγραφημένη).

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

%d bloggers like this: